LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "δια-λέγω"
-
δια-λέγω, μέλ. -ξω,
Α. επιλέγω κάτι από κάτι άλλο, κάνω επιλογή, εκλέγω, σε Ηρόδ., Ξεν. Β. Αποθ., δια-λέγομαι, μέλ. -λέξομαι και -λεχθήσομαι, αόρ. αʹ δι-ελεξάμην και διελέχθην, παρακ. διείλεγμαι, γʹ ενικ. υπερσ. διείλεκτο· I. συνδιαλέγομαι με, συνομιλώ με, συσκέπτομαι, τινι, σε Ομήρ. Ιλ. κ.λπ.· πρός τινα, σε Πλάτ.· δ. τί τινι ή πρός τινα, συζητώ μια υπόθεση με κάποιον, σε Ξεν.· δ. τινι μὴ ποιεῖν, προσπαθώ συνομιλώντας να πείσω κάποιον να μην κάνει κάτι, σε Θουκ.· απόλ., μιλώ, συνομιλώ, συζητώ με επιχειρήματα, εξετάζω, σε Πλάτ., Ξεν. II. μεταχειρίζομαι κάποια συγκεκριμένη διάλεκτο ή γλώσσα, σε Ηρόδ.

