LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "δια-γιγνώσκω"
- δια-γιγνώσκω, Ιων. και στη μεταγεν., Ελλ. -γῑνώσκω, μέλ. -γνώσομαι, αόρ. βʹ -έγνων· I. 1. διαχωρίζω, διακρίνω, διαφοροποιώ, Λατ. digno-scere, διαγνῶναι ἄνδρα ἕκαστον, σε Ομήρ. Ιλ.· δ. εἰ ὁμοῖοί εἰσι, διακρίνω αν είναι ισάξιοι ή όχι, σε Ηρόδ.· δ.τὸ ὀρθὸν καὶ μή, σε Αισχίν.· δ. τινὰς ὄντας, δηλ. δ. οἵτινές εἰσιν, σε Αριστοφ. 2. διακρίνω ακριβώς, τι, σε Σοφ. II. 1. αποφασίζω, ψηφίζω να πράξω αυτό και αυτό, με απαρ., σε Ηρόδ. — Παθ., απρόσ., διέγνωστο, έχει αποφασιστεί, σε Θουκ. 2. ως αθηναϊκός δικανικός όρος, αποφαίνομαι σε μια δίκη, Λατ. dijudicare, δίκην, σε Αισχύλ.· αποφασίζω, αποφαίνομαι, γνωμοδοτώ, περί τινος, σε Θουκ.

