Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "διατρῐβή"

Βρέθηκε 1 λήμμα
διατρῐβή, , I. 1. τρόπος κατανάλωσης του χρόνου, από όπου, παιχνίδι, διασκέδαση, σε Αριστοφ., Δημ. 2. επιμελής ασχολία, μελέτη, σπουδή, σε Αριστοφ., Πλάτ. 3. τρόπος ζωής, τρόπος με τον οποίο περνά κανείς το χρόνο του, βίου, δ. ἐν ἀγορᾷ, σε Αριστοφ. II. με αρνητική σημασία, χάσιμο χρόνου, καθυστέρηση, χρονοτριβή, σε Ευρ.· στον πληθ., σε Θουκ.