Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "δημηγορέω"

Βρέθηκε 1 λήμμα
δημηγορέω, μέλ. -ήσω (δημηγόρος),· I. μιλώ προς το ακροατήριο, αγορεύω, ρητορεύω στην Εκκλησία του Δήμου, Λατ. concionari, σε Αριστοφ. κ.λπ.· — Παθ., τὰ δεδημηγορημένα, δημόσιες αγορεύσεις, δημόσιοι λόγοι, σε Δημ. II. εκφωνώ δημηγορικούς λόγους, μιλώ ρητορικά, χρησιμοποιώ ρητορικά τεχνάσματα, σε Πλάτ. κ.λπ.