LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "δεινότης"
- δεινότης, -ητος, ἡ (δεινός), I. φοβερότητα, σε Θουκ.· τραχύτητα, αυστηρότητα, σκληρότητα, ακαμψία, νόμων, στον ίδ. II. φυσική ικανότητα, επιτηδειότητα, ιδιοφυΐα, πανουργία, δεξιότητα, σε Δημ.· ιδίως, λέγεται για ένα ρήτορα, σε Θουκ., Δημ.

