LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "δεινός"
- δεινός, -ή, -όν (από το δέος, κυρίως δεεινός, πρβλ. ἐλεεινός, ἐλεινός, από το ἔλεος)· I. τρομερός, φοβερός, φρικτός, σκληρός, άγριος, σε Όμηρ. κ.λπ.· δεινὸν ἀϋτεῖν, βροντᾶν, φωνάζω, αστράφτω με δύναμη, σε Ομήρ. Ιλ.· δεινὸν δέρκεσθαι, παπταίνειν, ἰδεῖν, κοιτάζω με φοβερό βλέμμα, σε Όμηρ.· αλλά δεινὸς ἰδέσθαι, φοβερός στην όψη, σε Ομήρ. Οδ.· δεινὸς μὲν ὁρᾶν, δεινὸς δὲ κλύειν, σε Σοφ.· τὸ δεινόν, κίνδυνος, δυστυχία, συμφορά, πάθημα, σε Ηρόδ., Αισχύλ. κ.λπ.· ομοίως, τὰ δεινά, σε Σοφ. κ.λπ.· οὐδὲν δεινοί, μὴ ἀποστέωσιν, κανένας φόβος αποστασίας τους, σε Ηρόδ.· δεινὸν ποιεῖσθαι, «παίρνω» κάτι βαριά, το φέρω βαρέως, αγανακτώ, θεωρώ κακό, παραπονιέμαι για ένα πράγμα, Λατ. aegre ferre, στον ίδ. κ.λπ.· δεινὰ παθεῖν, υπόκειμαι σε τρομερή, παράνομη, αυθαίρετη μεταχείριση, σε Αττ.· ομοίως στο επίρρ., δεινῶς φέρειν, σε Ηρόδ.· δ. ἔχειν, βρίσκομαι σε δυσκολίες, σε Ξεν. II. 1. με την έννοια της ισχύος και της δύναμης, δυνατός, ικανός, ισχυρός· δεινὸν σάκος, μεγάλη και δυνατή ασπίδα, σε Ομήρ. Ιλ. 2. απλώς, θαυμάσιος, θαυμαστός, παράδοξος· τὸ συγγενές τοι δεινόν, η συγγένεια έχει παράξενη δύναμη, σε Αισχύλ.· δ. ἵμερος, ἔρως, δέος, σε Ηρόδ.· δεινὸν ἂν εἴη, εἰ..., θα ήταν παράδοξο να..., σε Ευρ.· επίρρ. -νῶς, θαυμάσια, υπερβολικά· δ. μέλας, ἄνυδρος, σε Ηρόδ. III. η σημασία του δυνατός, θαυμάσιος, μετετράπη σε εκείνη του ικανός, έξυπνος, επιδέξιος, στον ίδ., σε Αττ.· ιδίως, λέγεται για την πρακτική επιδεξιότητα, αντίθ. προς το σοφός, σε Πλάτ.· με απαρ., δεινὸς εὑρεῖν, ευφυής, έξυπνος ως προς τις εφευρέσεις, επινοητικός, ευρηματικός, σε Αισχύλ.· δεινὸς λέγειν, σε Σοφ.· δεινὸς πράγμασι χρῆσθαι, σε Δημ.· επίσης με αιτ., δεινὸς τὴν τέχνην, σε Πλάτ.· δ. περί τι ή τινος, στον ίδ.
- δεῖνος, γεν. του δεῖνα, βλ. αυτ.

