LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "δί-ειμι"
- δί-ειμι, χρησιμ. ως μέλ. του διέρχομαι, παρατ. διῄειν· 1. πηγαίνω εδώ και εκεί, περιπλανιέμαι, περιφέρομαι, τριγυρνώ, σε Αριστοφ.· λέγεται για φήμη, εξαπλώνομαι, διαδίδομαι, σε Πλούτ. 2. με αιτ., περνώ, διέρχομαι κάτι, διηγούμαι, αφηγούμαι, περιγράφω, συζητώ, αναλύω, σε Πλάτ.

