Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "δάκνω"

Βρέθηκε 1 λήμμα
δάκνω (√ΔΑΚ), μέλ. δήξομαι, παρακ. δέδηχα, αόρ. βʹ ἔδᾰκον, Επικ. δάκε, αναδιπλ. δέδακε, Επικ. απαρ. δακέεινΠαθ. μέλ. δηχθήσομαι, αόρ. αʹ ἐδήχθην, παρακ. δέδηγμαι· I. δαγκώνω, λέγεται για σκύλους, σε Ομήρ. Ιλ.· στόμιον δ., κρατώ με τα δόντια το χαλινάρι, σε Αισχύλ.· χεῖλος ὀδοῦσι δακών, ως ένδειξη αποφασιστικότητας, σοβαρής απόφασης, σε Τυρτ.· δ. ἑαυτόν, δαγκώνω τα χείλια μου από το φόβο να μη γελάσω, σε Αριστοφ. II. μεταφ., λέγεται για τον ενοχλητικό, ερεθιστικό καπνό και τη σκόνη, τσούζω ή ερεθίζω τα μάτια, σε Αριστοφ. III. χρησιμ. για το μυαλό, τη νόηση, κεντρίζω ή ερεθίζω, δάκε φρένας μῦθος, σε Ομήρ. Ιλ.· ἔδακε ἡ λύπη, σε Ηρόδ.· ομοίως, στους Τραγ.Παθ., λέγεται για την αγάπη, δηχθεῖσα, σε Ευρ.· καρδίαν δέδηγμαι, τσιμπήθηκα, προσβλήθηκα στην καρδιά, σε Αριστοφ.