Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "βιοτεύω"

Βρέθηκε 1 λήμμα
βιοτεύω, μέλ. -σω, 1. ζω, σε Ευρ. 2. βρίσκω τροφή, σε Θουκ.· ζω με ή από κάτι· ἀπὸ πολέμου, σε Ξεν.