LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "αἰωρέω"
- αἰωρέω, μέλ. -ήσω, Παθ. αόρ. αʹ ᾐωρήθην (ἀείρω), I. 1. σηκώνω, εγείρω, μετεωρίζω, υψώνω· ὑγρὸν νῶτον αἰωρεῖ, λέγεται για τον αετό που σηκώνει, που ανοίγει τα φτερά του, σε Πίνδ.· τοὺςὄφεις ὑπὲρ τῆς κεφαλῆς αἰωρῶν, σε Δημ.· πρβλ. ἐωρέω. 2. κρεμώ, εξαρτώ, σε Πλούτ., Λουκ. II. Παθ., 1. εξαρτιέμαι, κρεμιέμαι, σε Ηρόδ.· αἰωρουμένων τῶν ὀστῶν, υψωμένων, εγερμένων, σε Πλάτ.· αἷμα ᾐωρεῖτο, ξεχυνόταν, ανέβλυζε, σε Βίωνα. 2. κρέμομαι, αιωρούμαι στον αέρα, κρέμομαι, ταλαντεύομαι ενώ είμαι κρεμασμένος από κάτι, μένω μετέωρος, σε Σοφ., Πλάτ. 3. μεταφ., είμαι μετέωρος, αμφιβάλλω, αμφιταλαντεύομαι, σε Θουκ.· αἰωρεῖσθαι ἐνἄλλοις, εξαρτώμαι από, στηρίζομαι πάνω σε άλλους, σε Πλάτ.· αἰωρηθεὶς ὑπὲρ μεγάλων, αυτός που διακινδύνευσε για σπουδαίο ζήτημα, για μεγάλη υπόθεση, σε Ηρόδ.

