LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "Πῠλαία"
- Πῠλαία, Ιων. -αίη (ενν. σύνοδος), ἡ, θηλ. του πυλαῖος· I. 1. η φθινοπωρινή συνεδρία των Αμφικτυόνων στις Πύλες, στον Ηρόδ.· απ' όπου, γενικά, το Αμφικτυονικό συνέδριο, στον ίδ. 2. το δικαίωμα να στέλνει κανείς αντιπροσώπους σ' αυτό το συνέδριο, σε Δημ. II. ανάμικτο πλήθος, όπως αυτό των συνεδρίων στις Πύλες, σε Πλούτ.· έπειτα, ανόητα σκώμματα, φλυαρία, στον ίδ.

