LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "ἔκλειψις"
- ἔκλειψις, -εως, ἡ, I. εγκατάλειψη, παράδοση, τῶν νεῶν, σε Ηρόδ. II. (από το αμτβ.), λέγεται για τον ήλιο ή τη σελήνη, έκλειψη, συσκότιση, εξαφάνιση, σε Θουκ.

