Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "ἐλεεινός"

Βρέθηκε 1 λήμμα
ἐλεεινός, , -όν, σε Αττ. ποιητές ἐλεινός· (ἔλεος), I. 1. αυτός που βρίσκει έλεος, που είναι άξιος ελέου ή που κινεί το συναίσθημα του οίκτου, της συμπόνοιας, αξιοθρήνητος, θλιβερός, σε Όμηρ. κ.λπ.· ἐλεινὸς εἰσορᾶν, θλιβερός στην όψη, σε Αισχύλ.· ἐλεινὸν ὁρᾷς, εσύ φαίνεσαι αξιοθρήνητος, σε Σοφ.· ἐσθῆτ' ἐλεινήν, σε Αριστοφ.· ποιῶν ἑαυτὸν ὡς ἐλεεινότατον, σε Δημ. 2. αυτός που δείχνει οίκτο, συμπονετικός, ἐλ. δάκρυον, δάκρυ θλίψης, σε Ομήρ. Οδ.· οὐδὲν ἐλεεινόν, κανένα αίσθημα οίκτου, σε Πλάτ. II. επίρρ. ἐλεεινῶς, σε Αττ. ποιητές, ἐλεινῶς, αξιοθρήνητα, θλιβερά, σε Σοφ.· πληθ. ουδ., ἐλεεινά ως επίρρ., Ομήρ. Ιλ.