LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "ἀγάπη"
- ἀγάπη, ἡ, I. αγάπη, ιδίως αδελφική αγάπη, χριστιανική· αγάπη, η στοργή του Θεού για τον άνθρωπο και του ανθρώπου για το Θεό, σε Κ.Δ. II. στον πληθ., συμπόσιο αγάπης μεταξύ των πρώτων Χριστιανών, στο ίδ. (αμφίβ. προέλ.).

