LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "κατανοέω"
- κατα-νοέω, μέλ. -ήσω, 1. παρατηρώ καλά, κατανοώ, καταλαβαίνω, σε Ηρόδ., Πλάτ. 2. αντιλαμβάνομαι, σε Θουκ. 3. μαθαίνω, στον ίδ. 4. εξετάζω, περί τινος, σε Ξεν.

