Εξώφυλλο

Ανεμόσκαλα
Συμφραστικοί Πίνακες Λέξεων για Μείζονες Νεοέλληνες Ποιητές

Σκαρφαλώνοντας λέξεις όπως μιαν ανεμόσκαλα. Γιώργος Σεφέρης, «“Νότες” για ένα ποίημα» (ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΩΝ, Β΄)

Το δαχτυλίδι του αρραβώνα

Αρραβωνίζομαι· στο χέρι χρυσό μού βάζουν δαχτυλίδι, δεν είμαι μόνος, ήβρα ταίρι, σύντροφο θα ’χω στο ταξίδι.

5 Είχα φτερά· μ’ αυτά πετούσα στ’ αστέρια απάνου, στ’ άνθη χάμου, μια κόρη, μια μαυροματούσα, μ’ εκείνο δένει τα φτερά μου.

Κι εκεί που παίρνει και τα δένει 10 και με κοιτάζει ντροπαλή και μου γελά χαριτωμένη, με τέτοια γλώσσα μού μιλεί:

«Άφησε τ’ άνθη και τ’ αστέρια, κι ακούμπησε σ’ εμέ και στάσου, 15 δώσε στα χέρια μου τα χέρια, και στα φιλιά μου τα φιλιά σου.

Γείρε σε μια πιστή αγκαλιά, κράταε τα μάτια σου κλεισμένα, κι εγώ σε φέρνω στη φωλιά, 20 σ’ αυτή που ετοίμασα για σένα.

Σα μέλισσα δουλευτική, σα μέλισσα μες στην κυψέλη συμμάζωξα, φυλάγω εκεί για σε το πιο καθάριο μέλι.

25 Κι ό,τι ζητούσες απ’ τη φύση κι απ’ την αγάπη όλου του κόσμου για σε εκεί μέσα τα ’χει κλείσει η δύναμη του έρωτός μου.

Γλυκιά φωλιά που δεν τη φτάνει 30 του κόσμου η ζάλη κι η βοή. Μέσα σ’ αυτή βρίσκει λιμάνι και η θαλασσόδαρτη ζωή.

Ποιά είν’ η ζωή; Μην είναι η πλάση, μην είναι τ’ ουρανού τα πλάτια, 35 τα πέλαγα, οι στεριές, τα δάση, κι οι αρχοντιές και τα παλάτια;

Μην είναι η λύσσα του πολέμου, ο πλούτος με τα χρήματά του, η δόξα, η φήμη; Πού, καλέ μου, 40 πού βρίσκεται η ζωή εδώ κάτου;

Πού; κι ώς τα τώρα κι από πρώτα και στων αιώνων τους αιώνας όλ’ η ζωή —εμένα ρώτα— είναι ο μικρός περιστερεώνας.

45 Κι όποιος την ταπεινή του χάρη για τα μεγάλα την ξεχάσει, όταν η κούραση τον πάρει, πού θά βρει για να ξαποστάσει;

Πού θά βρει; πουθενά! και ξένη 50 θα ιδεί τριγύρω του τη χτίση, και μια κατάρα απελπισμένη στην ψεύτρα τη ζωή θ’ αφήσει.

Της γης τα μεγαλεία τα είδα, τη δίψα ανάβουν φλογερή, 55 τη σβήνει αγάπης μια ρανίδα… καλότυχος που θα τη βρει!

Η ευτυχία χαμογελά σε δυο κρυμμένα περιστέρια· μη τη ζητάς πολύ ψηλά 60 στα μυστικά και ξένα αστέρια.

Κι αγάπα πιο πολύ απ’ τη χάρη του μακρυσμένου αποσπερίτη το βραδινό μας το λυχνάρι που θα μας φέγγει μες στο σπίτι».

65 Είχα φτερά, μ’ αυτά πετούσα μες στην απέραντη οικουμένη, μια κόρη, μια μαυροματούσα τ’ ανήσυχα φτερά μου δένει.