Εξώφυλλο

Ανεμόσκαλα
Συμφραστικοί Πίνακες Λέξεων για Μείζονες Νεοέλληνες Ποιητές

Σκαρφαλώνοντας λέξεις όπως μιαν ανεμόσκαλα. Γιώργος Σεφέρης, «“Νότες” για ένα ποίημα» (ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΩΝ, Β΄)

Νιόβη

Κἄν ἄφησέ μου μία…
Οβίδιος

Εφτά λεβέντες κι έξι παρθένες! Τα κορμιά των γοργά το ένα με τ’ άλλο κυλούνε στα χορτάρια, κυνηγητά, σβησμένα κι από των δυο Αθανάτων τ’ αλάθευτα δοξάρια.

5 Ανάμεσα στον κάμπον εκείνο του θανάτου, ποτάμι αιματωμένο γεννήθηκε και πάει, τα δεκατρία τ’ αδέρφια με το μουρμούρισμά του θαρρείς θρηνολογάει.

Και δεν τολμάει κανείς προς τα ουράνια πλάτη 10 τα μάτια να σηκώσει στο μανιωμένο ταίρι, γιατί των Αθηναίων σκοτώνει και το μάτι, όπως χτυπάει το χέρι.

Και μια πηχτή μαυρίλα που αστροπελέκι κρύβει της δοξασμένης χώρας γεμίζει τον αέρα, 15 και στο παλάτι τρέμουν, τρέμουν και στο καλύβι τη θεϊκή φοβέρα.

Τέτοια νυχτιά και ηρώων το αίμα στις φλέβες κόβει… Παντού φυγή και τρόμος και συμφορά και ζάλη· μονάχα μια δε φεύγει, μονάχα μια· η Νιόβη, 20 βασίλισσα η μεγάλη!

Εκεί μπροστά της νιώθει χυτά και παγωμένα τα σπλάχνα τα δικά της· αλλά γιά ιδές, της μένει ακόμα ένα παιδί της, η τελευταία γέννα κι η πλέον χαϊδεμένη.

25 Βασίλισσα η Νιόβη που δεν τη δευτερώνει Θεά στην περηφάνια, γυναίκα στο καμάρι, νά! σαν καλάμι γέρνει, και σα λαμπάδα λιώνει και σπαρταράει σαν ψάρι.

Βασίλισσα η Νιόβη, που των Τιτάνων ρέει 30 μέσα της πύρινο αίμα, νά! γονατάει κει πέρα και σκύβει και ξεσπάει σε δέηση και λέει και δέρνεται η μητέρα

«Εσύ των Αθανάτων μητέρα εσύ μεγάλη, πρόσπεσε στων παιδιών σου την παντοδυναμία, 35 κάμε να την αφήσουν στην έρημή μου αγκάλη την υστερνή, τη μία!

Κι άλλα ζητάς; Δεν έχεις χορτάσει ακόμα; Στάσου! Έχεις τα δεκατρία κλωνάρια μου κομμένα, κι εμέ ξεφυλλιασμένη, γονατιστή μπροστά σου. 40 Θεά, τ’ ακούς; εμένα!

Σκλάβα σου πλέον, σ’ εσένα κάθε μ’ ελπίδα βάνω…» Κι εκεί που με λαχτάρα και σαν τρελή προσμένει νά! και η στερνή της πέφτει στον κόρφο της επάνω αιματοκυλισμένη.

45 Πάει το στερνό παιδί της και πάει το καρδιοχτύπι μαζί και το στερνό της· τίποτε δεν τη δένει με τη ζωή του ανθρώπου… την πέτρωσεν η λύπη και πέτρα πάντα μένει.

— Ω Πέτρα εσύ της λύπης, που δε γνωρίζεις ταίρι, 50 γιατί δουλειά δεν είσαι περαστικού τεχνίτη, και σ’ έπλασεν ο πόνος, όχι μ’ ανθρώπου χέρι, μπροστά σου ο νους μου φρίττει.

Ό,τι για σε έχει γράψει δεν το ξεγράφ’ η Μοίρα, καμιά δύναμη πλέον, καμιά δε σε ξυπνάει, 55 ακόμη κι αν ακούσεις τ’ αντρός σου η θεία λύρα να σου χτυπά στο πλάι.

Τ’ αντρός σου η θεία λύρα έκαμε να ξυπνήσει τη θεία ψυχή που μέσα βαστούν και τα λιθάρια που κρύβεται ή αστράφτει σ’ ολόκληρη τη φύση 60 απ’ τ’ άστρα ώς τα χορτάρια.

Αλλά η δική σου η νέκρα τέτοια προβάλλει εμπρός μου, που λέω: Δε σ’ ανασταίνει κανείς· μια ρημαγμένη μητέρα, σαν εσένα, μες στην ψυχή του κόσμου μόνη άψυχη απομένει.