Εξώφυλλο

Αρχαιογνωσία και Αρχαιογλωσσία στη Μέση Εκπαίδευση

Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της

των Μανόλη Βουτυρά & Αλεξάνδρας Γουλάκη-Βουτυρά
Κέντρο Εκπαιδευτικής Έρευνας & Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών

8. Η τέχνη της ελληνιστικής εποχής

Η ελληνιστική εποχή είναι η περίοδος κατά την οποία κυριαρχούν στην ελληνική και τη διεθνή πολιτική σκηνή τα κράτη που προέκυψαν από τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Στα κράτη αυτά πρέπει να προστεθεί ήδη από το πρώτο μισό του 3ου αιώνα π.Χ. η Ρώμη, η οποία, αφού υπέταξε την Ιταλία και νίκησε μετά από μακροχρόνιους πολέμους τη μεγάλη της αντίπαλο, την Καρχηδόνα, επεξέτεινε την επιρροή της και στη συνέχεια τη στρατιωτική και την πολιτική κυριαρχία της σε ολόκληρη τη Μεσόγειο και πέρα από αυτήν. Από τον 1ο αιώνα π.Χ. ως το τέλος της Αρχαιότητας η Ρώμη υπήρξε η μόνη μεγάλη δύναμη στην Ευρώπη, τη δυτική Ασία και τη βόρεια Αφρική. Οι σημαντικές αυτές πολιτικές ανακατατάξεις είναι ο λόγος για τον οποίο δεχόμαστε ότι η ελληνιστική εποχή αρχίζει με τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου (323 π.Χ.) και τελειώνει με τη ναυμαχία του Ακτίου (31 π.Χ.), στην οποία ο Οκταβιανός νίκησε οριστικά τον Αντώνιο και την Κλεοπάτρα και κατέλυσε το τελευταίο από τα βασίλεια που είχαν προκύψει από το μοίρασμα του τεράστιου κράτους του Αλεξάνδρου μεταξύ των διαδόχων του, το βασίλειο των Πτολεμαίων στην Αίγυπτο.

Η δημιουργία μεγάλων σε έκταση και πλούσιων βασιλείων με ελληνική διοίκηση στις χώρες που είχε κατακτήσει ο Αλέξανδρος συνέβαλε στη γρήγορη εξάπλωση του ελληνικού πολιτισμού σε νέες περιοχές, πέρα από την αρχική του κοιτίδα και τη σφαίρα επιρροής του, ιδιαίτερα στην Ανατολή φτάνοντας ως την Ινδία. Την ίδια περίοδο στην Ελλάδα οι παλιές πόλεις-κράτη, ακόμη και οι μεγαλύτερες, χάνουν σιγά σιγά τη δυνατότητα να ασκούν αυτόνομη εξωτερική πολιτική και αναγκάζονται είτε να υποταχθούν σε ισχυρούς ηγεμόνες των νέων βασιλείων και να συμπράξουν μαζί τους, είτε να ενισχύσουν τους μεταξύ τους δεσμούς, δημιουργώντας τοπικές συνομοσπονδίες. Εξαίρεση αποτελεί η Ρόδος, που κατόρθωσε να γίνει μεγάλη ναυτική και εμπορική δύναμη στην ανατολική Μεσόγειο.

Παρά την οικονομική και πολιτική εξάρτησή τους από ξένες δυνάμεις, οι ελληνικές πόλεις δεν έπεσαν στην αφάνεια ούτε έχασαν την ανεξαρτησία τους και τους θεσμούς τους· ορισμένες μάλιστα, όπως η Αθήνα, αντιστάθμισαν τη χαμένη τους δύναμη κερδίζοντας πνευματική και καλλιτεχνική ακτινοβολία. Είναι αλήθεια όμως ότι η κατασκευή πολυτελών κτισμάτων και η παραγωγή λαμπρών έργων τέχνης μεταφέρθηκε στα νέα μεγάλα και πλούσια αστικά κέντρα που δημιούργησαν ο Αλέξανδρος και οι διάδοχοι του, όπως η Αλεξάνδρεια, η Αντιόχεια και το Πέργαμον. Άλλωστε, και στα μεγάλα πανελλήνια ιερά και στις ελληνικές πόλεις της κυρίως Ελλάδας και της Μικράς Ασίας τα νέα μνημεία που κατασκευάζονται είναι σε πολλές περιπτώσεις δωρεές και αφιερώματα πλούσιων ηγεμόνων. Στην τέχνη η χρήση νέων και πολυτελών υλικών συναγωνίζεται συχνά τη δεξιοτεχνία των δημιουργών. Παράλληλα, η ελληνική τέχνη εμπλουτίζεται με στοιχεία δανεισμένα από την τέχνη και τον πολιτισμό των κατακτημένων χωρών.

Η εμφάνιση των Ρωμαίων στην ελληνική πολιτική σκηνή δεν είχε άμεσες συνέπειες για την εξέλιξη της τέχνης και του πολιτισμού. Οι Ρωμαίοι μπορεί να επέβαλαν με τα όπλα την εξουσία τους στον ελληνικό κόσμο, ενστερνίστηκαν όμως σε μεγάλο βαθμό την πολιτιστική και την καλλιτεχνική του παράδοση. Τη γνώμη ότι οι Έλληνες υπερείχαν στον πολιτισμό και στην τέχνη τη διατύπωσε σύντομα και περιεκτικά ο ποιητής Οράτιος στα χρόνια του αυτοκράτορα Αυγούστου (Epistulae 2.1.156): «Η κατακτημένη Ελλάδα υπέταξε τον αγροίκο νικητή της και εισήγαγε τις τέχνες στο απολίτιστο Λάτιο.» Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η ρωμαϊκή κατάκτηση της Ελλάδας δεν αποτελεί τομή στην πολιτιστική και την καλλιτεχνική εξέλιξη του αρχαίου κόσμου. Από την άλλη μεριά αρκετοί Έλληνες, ιδιαίτερα της ανώτερης τάξης, έβλεπαν ευνοϊκά την επέκταση της ρωμαϊκής κυριαρχίας.

Συνέπεια των νέων πολιτικών και κοινωνικών δεδομένων που επικράτησαν στην ελληνιστική εποχή είναι ότι η τέχνη δεν ακολουθεί πλέον μια ενιαία γραμμή εξέλιξης, αλλά διαμορφώνεται διαφορετικά από περιοχή σε περιοχή του γεωγραφικά πολύ ευρύτερου πλέον ελληνικού κόσμου. Για τον λόγο αυτό από τη σύντομη εξέταση της ελληνιστικής τέχνης που ακολουθεί θα προκύψει η εικόνα μιας ανομοιογενούς καλλιτεχνικής παραγωγής με λίγα σχετικά κοινά χαρακτηριστικά. Αντί για μια ενιαία πορεία εξέλιξης, η επισκόπησή μας θα αναδείξει μια μεγάλη ποικιλία θεμάτων και τεχνοτροπιών. Επόμενο είναι η παρουσίαση να στηριχθεί σε παραδείγματα από διαφορετικές περιοχές, που δεν έχουν μεταξύ τους πολλές ομοιότητες. Υπάρχουν, ωστόσο, παρά τις διαφορές, δύο στοιχεία που μπορεί να διακρίνει κανείς σε όλα σχεδόν τα μνημειακά έργα και τα αρχιτεκτονικά σύνολα της ελληνιστικής εποχής: η θεατρικότητα και η προσπάθεια να αναδειχθεί η ανθρώπινη παρέμβαση στο φυσικό περιβάλλον. Στην αρχιτεκτονική η διάθεση για θεατρικότητα και εντυπωσιασμό οδήγησε στην κατασκευή πλούσια διακοσμημένων και επιβλητικών προσόψεων που δεν έχουν πάντοτε οργανική σύνδεση με τα κτήρια· στη γλυπτική ώθησε τους καλλιτέχνες να δημιουργήσουν έντονα κινημένες και πλη­θωρικές μορφές και συνθέσεις που μοιάζουν να κινούνται ελεύθερα στον χώρο. Οι καλλιτεχνικές αυτές επιλογές οδήγησαν τους αρχαιολόγους να παραλληλίσουν την ελληνιστική τέχνη, ιδιαίτερα εκείνη του πρώτου μισού του 2ου αιώνα π.Χ., με το ευρωπαϊκό μπαρόκ του 17ου και των αρχών του 18ου αιώνα, και δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό αυτής της τέχνης ως ελληνιστικό μπαρόκ.