Εξώφυλλο

Ανεμόσκαλα
Συμφραστικοί Πίνακες Λέξεων για Μείζονες Νεοέλληνες Ποιητές

Σκαρφαλώνοντας λέξεις όπως μιαν ανεμόσκαλα. Γιώργος Σεφέρης, «“Νότες” για ένα ποίημα» (ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΩΝ, Β΄)

Η νεραϊδοπαρμένη

—Ποιός την είδε, ποιός την ξέρει την παπαδοπούλα του χωριού; Στη βαριά συκιά, κοντά στη φτέρη πώς χορεύουν οι νεράιδες του μεσημεριού!

5 —Γω την ξέρω, γω την είδα την παπαδοπούλα του χωριού! Η ζωή της πάει και πάει, δροσοσταλίδα μες στο κάμα του καλοκαιριού!

Α! το αξήγητο μαράζι 10 που την έλιωνε, και αργά και μυστικά! Άργανα λαλάνε. Ποιός γιορτάζει; Λαλητάδες, γιορταστές τα ξωτικά.

Μιας αγάπης, μιας απίστευτης μαγίστρας το σαράκι την καρδούλα της τρυπά! 15 Α! του κάκου το μαντίλι της ξορκίστρας, α! του κάκου κι η αγιαστούρα του παπά!

Από τα μικράτα της παρμένη ζούσε με τη θλίψη πιστικιά. Πόνος του σπιτιού, του κόσμου ξένη, 20 των ξωθιών αρρεβωνιαστικιά.

Τηνε ναναρίσαν άυλες γκάιδες, κράτησε με τ’ άστρα συντυχιά… Ας την πιούνε την ψυχή της οι νεράιδες, ας χαρούνε το κορμί της τα στοιχειά!

25 Πέθανε; Τη ρούφηξε ποιό κύμα, ποιός ανεμορούφουλας, ποιά οργή; Το κορμάκι της δεν το ’λιωσε, ποιό κρίμα; Δεν της έδωκε κρεβάτι καμιά γη.

Μα την είδαν προς το μεσημέρι 30 κάποιοι αλαφροΐσκιωτοι βοσκοί στη βαριά συκιά, κοντά στη φτέρη να χορεύει, ανάερη ξωτική.

Νέραϊδοι, και τη χαϊδολογούσαν, νεροκόρες τής χτενίζαν τα μαλλιά, 35 μες στα κρίνα το νερό τής κουβαλούσαν, και τηνε ταΐζαν τα πουλιά.

Μα και μέσα στο λιοστάλαχτο λαό της η παπαδοπούλα του χωριού, με γερμένο γνοιαστικά το μέτωπό της, 40 ήτανε καημός του φεγγαριού.

Πώς! Και στην πατρίδα την καινούρια σα να ρεύει, σάμπως να πονεί; Τρέμει στου αγερόκοσμου τη φούρια μια σπιθούλα, μια ψυχούλα ανθρωπινή.