Εξώφυλλο

Ανεμόσκαλα
Συμφραστικοί Πίνακες Λέξεων για Μείζονες Νεοέλληνες Ποιητές

Σκαρφαλώνοντας λέξεις όπως μιαν ανεμόσκαλα. Γιώργος Σεφέρης, «“Νότες” για ένα ποίημα» (ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΩΝ, Β΄)

Β΄.
Ωδή στο θάνατο του Ibsen

Αφιερωμένη του ποιητή και κριτικού
Philéas Lebesgue στο Neuville sur le Vault.

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

Πέθανες τώρα; Από καιρό δεν ήσουν μες στ’ ασάλευτα βάθια του θανάτου; Τί νόημα για σέναν’ έχει ο τάφος; Ή ζωντανός ή πεθαμένος, όμοια 5 μιλάς και φέγγεις.

Απ’ τα θαμπά κι από τ’ απέραντα ήρθες, από νύχτες αφεύγατες ξεκόβεις, κι από τους αβασίλευτους τους ήλιους· καθώς λαμποκοπάει στα κορφοβούνια 10 της Νορβηγίας

απάρθενο το χιόνι, έτσι κι εσένα λαμποκοπάει το μέτωπό σου, και είναι στην όψη σου ίδια ξαπλωμένη η πάχνη της υπερβόρειας Θούλας, που γεννήθης, 15 αερομαγνάδι.

Σαν τα ρουμάνια της πατρίδας σου είσαι πυκνός, αδρός, πράσινος, μαύρος, όλος· την ορμή και τη δύναμη σού δώκαν, που σκάφτει και κατάβαθα τραβάει 20 και τρώει, οι φιόρδες.

Απ’ τους αφρούς του βοριανού πελάγου ψάρεψ’ εσένα η Σάγα και σε πήρε στα μαργαριταρόχλωμα φτερά της· κάστρων καταλύτης αρματωμένος 25 Βίκιγκας ήρθες.

Η ΜΟΥΣΑ

Μ’ ενός Χαράλδου αέρα, με του ζάρλου την περηφάνια που ζητά ένα θρόνο, παλιών και νέων απαρνητή και αντάρτη, να με πλευρώνει απόκοτα, τον είδα. 30 «Βάρβαρε, του είπα,

ποιός είσαι και τί θέλεις; Από σέναν’ άμαθη. Μου είσαι ξένος. Μέσα σου όλοι των Κιμμερίων οι ζόφοι στοιβασμένοι, με σκυθικούς χειμώνες φοβερίζουν 35 το καλοκαίρι

των τρισμακαρισμένω μου Ηλυσίων· το δρόμο μού γυρεύεις που ίσα φέρνει προς την κορφή των τραγικών ηρώων· τράβα όθεν ήρθες· τίποτε δεν έχω 40 μ’ εσένα. Εγώ είμαι

η Μούσα, και το φως πατέρας μου είναι». Και μου αποκρίθη: «Το παιδί κι εγώ ειμαι της αστραπής και της βροντής τ’ αγγόνι· αν αστράψω, σε καίω κι εσέ· κι εγώ ειμαι 45 απ’ την Ελλάδα.

Κι εγώ ειμαι από το αίμα των Αισχύλων, της μυστικής λαχτάρας ο προφήτης και το πουλί της μπόρας· κληρονόμος του σκοτεινού Ηρακλείτου που σωπαίνει 50 νόημα γιομάτος».

Και καθώς κι ύστερα απ’ τα λόγια του, όμοια, βουβή κι αναποφάσιστη στεκόμουν, ξάμωσε απάνου μου άθεος το χέρι για να μ’ αδράξει και για να με σύρει, 55 μουγκρίζοντάς μου:

«Θες δε θες, οδηγήτρα μου· προστάζω!» Καταχτητής έτσι του κόσμου, ο μέγας μακεδονίτης, λύγισε τραβώντας τη Χρησμοδότρα απ’ τα μαλλιά, που αρνήθη 60 να τον ακούσει.

Και τότε του υποτάχτηκα, του δείχνω το δρόμο, από το χέρι τονε πήρα, την πρώτη ορμή τού φύσηξα· κι αμέσως, τον είδα, την πνοή να δευτερώσω 65 προτού προφτάσω,

να χάνεται γοργά προς τ’ ανηφόρι που φέρνει στο ιερό τραγικό δάσος από το μονοπάτι που πατιέται πάντα, και πάντα απάτητο φυτρώνει 70 τ’ αμάραντ’ άνθια.

Αεροκρέμαστο άλβατρο τον είδα γης κι άβυσσος ανάμεσα να στέκει κι ύστερ’ απάνου από γκρεμό να σκύβει και με τα νύχια να τα ξεριζώνει 75 τ’ άγρια λουλούδια.

Καθώς τα ρουνικά ψηφιά μια μέρα στο πετρένιο πειραιώτικο λιοντάρι σκάλισε κάποιος βάραγγος περνώντας, στη θύμισή μου σκάλισε κι ο ξένος 80 το πέρασμά του.

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

Κι εκεί που βόσκει ο τάραντος, και ο πάγος ασύντριφτος βαστιέται, στα ύψη ανέβης, κι αγνάντεψες και μέτρησες μακριάθε τον κάμπο με του σύγνεφου το μάτι 85 τ’ αστραποφόρου.

Κι άκουσες τα τραγούδια και τα γέλια που γύρω σου σκορπούσαν θεοί και στρίγλες και τον παράξενο ήβρες Κυνηγάρη, και διάβασες βαθιά γραμμένα λόγια 90 στο μέτωπό του.

Και σ’ έμαθε πως πιο ακριβή απ’ τον ύπνο κάτου απ’ τα κυπαρίσσια των προγόνων και πιο ακριβή από τ’ όνειρο, η ενέργεια κι η ζωή που τη ζεις. Και σαν τ’ ατσάλι 95 τ’ ακονισμένο

έγιν’ εσένα η σκέψη. Απ’ το ποτήρι το υπέρτατο ήπιες. Να σ’ αγγίξει δε θέλησες ο πρόστυχος ο βρόμιος, και πρόσμεινες τους νέους καιρούς, μονάχος, 100 γαμπροντυμένος.

Η ΜΟΥΣΑ

Κι οι νέοι Καιροί τον ήβρανε στα ύψη και τονε προσκυνήσαν· κι όσο αξίζει σιδερένιο καράβι του πολέμου, τόσο αξίζει στη θάλασσα του Λόγου 105 του Σκάλδου ο στίχος.

Των πολύθεων έσβησε η λατρεία και του Χριστού μαράζωσε και η πίστη· κορόνα στο κεφάλι μου είν’ η δάφνη ακόμα η βακχική και η απολλώνεια· 110 το χέρι μου όμως

το γαλιλαίο σταυρό κρατά, και τρέμει, κι ανήσυχα τα μάτια μου γυρεύουν, γυρνώντας απ’ τα ολόφωτα του κόσμου μες στης ψυχής τ’ άφεγγα βάθια, κάτι, 115 και δεν το βρίσκουν.

Πιο πέρα π’ τους Χριστούς κι απ’ τους Ολύμπιους, κι εγώ ένα νέο καιρό σαν να προσμένω που η θυγατέρα μου Ομορφιά για πάντα θα χωριστεί απ’ τον άντρα της το Μύθο, 120 κι άλλο άντρα θά βρει.

Κι αυτός θα νά ειν’ ο αγέλαστος ο Νόμος, ο ασάλευτος των πάντων κυβερνήτης που νου δεν έχει, και είν’ αυτός νους όλος, της αλήθειας ένας θεός, και λόγος 125 της επιστήμης.

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

Ένας πόλεμος άσβηστος κρατιέται του ελεύτερου, του ενός, του μόνου ανθρώπου, με των ανθρώπων τα κοπάδια. Και είπες: «Σπάστε την αλυσίδα, τ’ όνομά της 130 όποιο κι αν είναι,

κι όσο τρανό κι αν είναι τ’ όνομά της και σεβαστό και λατρεμένο. Ζήτω της άναρχης Ιδέας που ξεσκλαβώνει! Γιούχα του υποκριτή, του δειλού γιούχα, 135 γιούχα του ψεύτη!

Χαρά στην άθεη θέαινα, στην Ιδέα, στο μέτωπο που λάμπει και δε σκύβει, στον άνθρωπο που εμπρός τραβά, και φράχτη δεν υπομένει, και κρατά τη φλόγα 140 που καίει τα πάντα!

Και ειρήνη και τιμή σε κείνους που ήρθαν λυτρωτήδες και πέσανε σφαχτάρια και με κορμιά στοιχειώσαν αντρειωμένα το γιοφύρι που αργά θα μας περάσει 145 στη νέα την πλάση!

Το λάβαρο του ελεύτερου, του μόνου, του ενός, του καταλύτη και του πλάστη, γιγάντικα το κράτησες, και ανέβης, και φάνταξε στα δυο σου χέρια εκείνο 150 σαν κόσμος όλος.

Τα έργα σου σαν πέτρες είναι, πέφτουν, χτυπάν, σεισμός, ραΐζουν, απ’ το χάσμα που ανοίγει, βγαίνουν άντρες οργοτόμοι και οι Στόκμανοι και οι Μπράντηδες και οι Σόλνες 155 και οι Παραβάτες.

Το χάσμα που άνοιξε ο σεισμός το στρώνουν θανατερής μοσκοβολιάς λουλούδια, θυγατέρες σου αμίλητες, γυναίκες της αρρώστιας, της αμαρτίας, της μπόρας 160 ξωθιές και σφίγγες.

Και νά η Θαλασσινή και νά η Ρεβέκκα κι η ξέχωρη αντρογύναικα Έντα Γκάμπλερ, κι ύστερα εσείς, Σολβέγιες, Αυρηλίες, Αγνές, του ανθρώπου θείες ξαναγεννήτρες 165 με την αγάπη.

Της λίμνης και της φιόρδας και του δάσους και του βουνού ρίζες και πάχνες και ίσκιοι, και τωρινά και αρχαία τα πλάσματά σου δείχνονται σα βλαστοί μιας μακρεμένης 170 μυθικής Σάγας.

Βασανισμένα απ’ την Ιδέα, πατάνε με της ζωής το πάτημα τη γη μας, μα βλέπουν με τα μάτια ενός ονείρου, με τη σιωπή της νύχτας συνορεύει 175 το μίλημά τους.

Τ’ αμάξια τους τα σέρνουν τ’ άσπρα τ’ άτια του μυστηρίου τα στοιχειωμένα· αλιά του όποιου αψηφήσει το χαμό στο ανέβα των πύργων των εφτάψηλων που χτίζουν· 180 και η Τραγωδία,

χωρίς το μετρημένο, όλο αρμονία δρόμο της, όταν ήτανε Αθηναία, χωρίς το κοσμοπλάνητο μεθύσι απ’ το κρασί του Άγγλου, νά την πάλι 185 τροπαιοφόρα!

Η ΜΟΥΣΑ

Τα πρώτα του έργα θαμαστά ιστορίζουν της σκαντιναβικής φυλής τη δόξα και της πατρίδας τη δροσιά· η λαχτάρα πλάτυνε μέσα του ύστερα, και ζώνει 190 την Ανθρωπότη.

Και κανείς για να μην τονε ταράξει στο μέγα αγκάλιασμά του, σκληρά διώχνει κάθε ζωή συντροφική και αγάπη, και της πικρής της μοναξιάς προβάλλει 195 ήρωας και κράχτης.

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

Της ανθρωπότης τ’ όνειρο τα πρώτα χρόνια μου εμένα τα θρασά θαμπώνει, και προς αυτό παράδερνα πετώντας, όσο που με γονάτισ’ ένα χέρι 200 και με καρφώνει

μπροστά στην άγια εικόνα της πατρίδας. Και λέω γονατιστός και καρφωμένος: «Ό,τι κρατώ, από σένα, και για σένα!» Και το πνέμα μου βλέπω να το υψώνουν 205 διπλά φτερούγια,

η μοναξιά και η συντροφιά· δε φτάνει το ’να φτερό, παράδαρμα μες στ’ άδεια· τα δυο σε υψώνουν ρήγισσα, ω Ιδέα! Μόνος κι ένας εγώ, για να δουλέψω 210 για σας, ω πλήθη!

Κοιμάται στα χτηνώδικα κορμιά σας μια θεία ψυχή· να την ξυπνήσω θέλω με τα χάιδια του Λόγου και της Λύρας, με το δαρμό του βούνευρου, και μ’ ό,τι 215 χτυπάει και σφάζει.

Και κανενός πατέρα από τη Σπάρτη και τάφου κανενός απ’ την Αθήνα τα κόκαλα δεν πήγα να ξεθάψω να τα χτίσω στην πόρτα του σπιτιού μου, 220 για να φαντάξω.

Στο χτεσινό το χώμα, που την ξέρει τη δάφνη, και το γγίζεις και αναβρύζει το νερό το αρμυρό σα θυμωμένο, εκεί που ο Μπάιρον έκλεισε τα μάτια, 225 πρωτόειδα σε, ήλιε!

Η ΜΟΥΣΑ

Κρίματα πλήθια απάνου σου τα πήρες, δικά σου, πατρικά, προγόνων, όλων. Όλα θα τα πλερώσεις· δε θα ζήσεις. Και στην πηγή του ήλιου μέσα, η νύχτα 230 θα σε ρουφήξει.

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

Ω Μούσα, ας μην ταράξει ούτε από μένα ούτε από σε ματιά και σ’ όποια βάθη, το σιωπηλό κάρφωμα του ματιού μας απάνου στου μεγάλου την εικόνα 235 που μας γιομίζει.

Η ΜΟΥΣΑ

Τον ξανάειδα. Στο χιόνι της κορφής του λαμποκοπούσε ο ήλιος μιας Βαλχάλας· στα πόδια του ένας πέλεκας και μια άρπα, του Βίκιγκα τα όπλα και του Σκάλδου 240 τον καρτερούσαν.

Κοιμισμένος. Μια υπέρθεη γυναίκα σφιχτά στην αγκαλιά της τον κρατούσε και της πιστής Σολβέγιας το τραγούδι απάνου από τον ύπνο του καλού της 245 του τραγουδούσε:

«Στην αγκαλιά μου πέρασε η ζωή σου κανακευτά· κουράστηκες· κοιμήσου, Λατρευτέ μου, σε ξενυχτίζω. —Ποιά είσαι; Μου αποκρίθη: «Η γυναίκα του θανάτου, 250 η Αθανασία!»

3 του Θεριστή 1906