Ιστορία και Λογοτεχνία

Αναζήτηση

Αναζήτηση στα περιεχόμενα της λογοτεχνίας στον ιστορικό χρόνο

Ζαΐδα ή η καμήλα στα χιόνια

Αλέξης Πανσέληνος, Ζαΐδα ή η καμήλα στα χιόνια, Καστανιώτης, Αθήνα 1996, σ. 378 & 380-383.
  • Ο υπόδουλος Ελληνισμός στα τέλη του 18ου αι. → Υπόδουλος ελληνισμός και Ευρώπη → Νεοελληνική Λογοτεχνία

▲▲

Ζαΐδα ή η καμήλα στα χιόνια

(απόσπασμα)


«Από μικρός ρωτιόμουν», διηγήθηκε ο Αντρέας Ροϊλός, «πού θα ‘βρισκαν την ομοψυχία οι Έλληνες να σηκωθούν ενάντια στον Δυνάστη, αν ήταν να παραταχτεί στρατός αντίκρυ σε στρατό, όπλα ενάντια σε όπλα. Στους πολέμους που παίζαμε παιδιά, στο νησί, οι παρακατιανοί που κάμαν τους Αγαρηνούς παίζαν τον ρόλο τους με πάθος ‒ γιατ’ είχαν πάθος εναντίον μας, των αρχόντων, που δεν τους θέλαμε ίσους. Να ‘ταν αλλιώτικα ανάμεσα σ’ αρχόντους και ποπολάρους στην Ήπειρο, στον Μοριά, στη Θεσσαλία ή στα νησιά; Οι μεγάλοι στα μέρη τα δικά μας διόλου δε μιλούσανε για σηκωμό εθνικό. Ο Θεός είχε τάξει τα νησιά στην αγκάλη και την προστασία των Βενετσιάνων‒ κι αυτοί μας προστάτευαν απ’ τη σκλαβιά που πλάκωνε τους συμπατριώτες μας στη Ρούμελη. Ήμουν κι εγώ αναθρεμμένος μ’ αυτή την τάξη στο μυαλό μου. Η Ιταλία ήταν το μεγάλο έθνος. κι οι δεσμοί μαζί του εγγύηση της λευτεριάς μας. Όμως, το Αιγαίο πρώτη φορά κόχλαζε ολόκληρο κάτω από τον άνεμό της. κι οι ελπίδες είχανε φουντώσει καθώς η Χριστιανοσύνη πρόσμενε τον λυτρωμό απ’ τους Ρώσους‒ ο Ορλώφ κυριαρχούσε στο Αρχιπέλαγο. Τα νεά έφθαναν στα μέρη μας από μανιάτες πρόσφυγες, από τους καπεταναίους και τα πληρώματα των ελληνικών καραβιών, που με τη ρώσικη σημαία έπλεαν απείραχτα στα νερά του.

[…]

»Σκεφτόμουν για τη λευτεριά, σκεφτόμουν για τα νησιά και για τη Στεριά, αλλά σκεφτόμουν μόνος. κι όποιος σκέφτεται μόνος, δε σκέφτεται σωστά. Πέρασαν πολλά χρόνια πεταμένα σε μικρές χαρές και μικρές θλίψεις. Το τουφεκίδι απέναντι στη Στεριά δεν έπαυε: οι κλέφτες πολεμούσανε Τούρκους κι Αρβανιτάδες. Αλλά το έθνος είχε χάσει το κουράγιο, σηκωμός γενικός δε φαινόταν πως μπορεί να ξαναγίνει.

»Κι όταν το ’87 ξαναβγήκε η Ρωσία με τον Κατσώνη και κατέβηκε στ’ Αρχιπέλαγο κι έφτασε ίσαμε τα δικά μας τα νερά‒ κι ακόμη πιο βόρεια, στο Ντουράτσο, και μέχρι την Τεργέστη όπου είχε υποστηριχτές και χρηματοδότες ‒νικώντας και καίγοντας τους Τούρκους, με χρήματα των Ρωμιών εμπόρων της Αούστριας, σηκώθηκε πάλι βουή ανάμεσα σ’ αυτούς που ελπίζαν– να ’τανε τώρα η ευκαιρία για την ανάσταση του Έθνους; Οι κλέφτες καπετάνιοι της Στεριάς μπορούσαν να σχηματίσουνε στρατό; Θα βρίσκαν ηγεμόνα να τους οδηγήσει; Πολλοί πιστεύαν πως αυτός μπορούσε να ’ναι ο Αλής, άλλοι είπαν πως η χριστιανική κι η ορθόδοξη Ρωσία τούτη τη φορά θα κρατήσει την υπόσχεσή της. Άλλοι, κυρίως από το εξωτερικό, έριχναν το βάρος στην προετοιμασία του εθνικού φρονήματος… Μα πώς να γίνει φρόνημα εθνικό σ’ έθνος αμόρφωτο και ταπεινό, που καταφέρνει να επιβιώσει μα δε μπορεί να ονειρευτεί το γενικό καλό;

»Η γλώσσα, είπαν κάποιοι, είναι που θα συνδέσει τον διαλυμένο εθνικό ιστό, η γλώσσα και η σκέψη. Μα η γλώσσα που αυτοί νογούσαν είχε μείνει μακριά απ’ τον λαό κι ο λαός είχε τη δικιά του γλώσσα πλασμένη κατ’ εικόνα και ομοίωση δική του – γλώσσα σκλάβα, γλώσσα μπασταρδεμένη, γλώσσα αμάθητη να περιλάβει ιδέες και ιδεώδη. αμάθητη αλλά όχι ανίκανη! Η ιδέα της λευτεριάς θα φτιάξει γλώσσα, είπαν άλλοι, και για μπει η ιδέα της λευτεριάς στον λαό, πρέπει η τυραννία να πιέσει τη ράχη του σκλάβου ίσαμε που να μη σκύβει χαμηλότερα. κι απ’ το πιο χαμηλό σκαλί ριγμένο το Έθνος έπειτα μόνο προς τα πάνω θα μπορούσε να κοιτάξει, αφού πιο κάτω δεν θα υπήρχε.

»Όμως το Έθνος πρόκοβε κάτω απ’ τη σκλαβιά, το εμπόριο ανθούσε, το χρήμα περίσσευε κι αγόραζε την ελευθεριά του καθενός που το ’χε, τα γράμματα ‒αν χρειαζόταν‒ έρχονταν ύστερα να στολίσουν το σαλότο μαζί με τα ιταλικά ή τα γαλλικά έπιπλα, τις μουσικές, τους πίνακες. Οι εμπόροι θησαυρίζαν. Κι η εκκλησιά που πάντα διαφέντευε τους ταπεινούς, δεν άφηνε τα γκέμια στα χέρια άλλων, που μιλούσαν για μόρφωση και για σηκωμό.

»Έπειτα, το ’89, μας ήρθανε τα νέα από τη Γαλλία. Θυμούμαι ακόμα με τι έκπληξη ακούστηκε, πρώτα πως συγκεντρώθηκαν οι τάξεις στη Συνέλευση, ύστερα πως γύρισαν τον βασιλιά πίσω στο Παρίσι και τον έκλεισαν στο Ταμπλ – σε λίγο πως τον καρατόμησαν. Αυτή η επανάσταση ήταν πράγμ’ ανήκουστο, που όλα τα γύριζε τα πάνω κάτω κι έδειχνε πως το χρίσμα δεν προέρχεται απ’ τον Θεό, το στέμμα δεν κληρονομιέται με νόμο προαιώνιο, η κυριαρχία των βασιλέων δε σημαίνει ιδιοκτησία της γης και του λαού, αλλά πολιτική συναίνεση των τάξεων. Κι όλ’ αυτά όχι στα πασαλίκια της Αλβανίας, όπου ο ένας σκότωνε τον άλλο κι άρπαζε το τιμάριο. αλλά στην Ευρώπη, στη χριστιανικότατη Γαλλία, εκεί που ό,τι γινόταν ο υπόλοιπος κόσμος έπρεπε να το μελετήσει και να το σκεφτεί και να το υιοθετήσει, γιατί ήταν πάντα το κέντρο του πολιτισμού.

»Ούτε η Βενετία ούτε οι ντόπιοι αρχοντάδες μπορήγαν να φανταστούνε πόσο γρήγορα “τα αίσχη” που έπραττε ο όχλος στη Γαλλία θα γίνονταν και δικά τους προβλήματα, πόσο γρήγορα θα βρισκόταν κοντά στο τέλος της η Γαληνοτάτη Δημοκρατία του Αδρία και πόσο σύντομα θα ’φταναν “οι ξεβράκωτοι”, που πυρπολούσαν τις Βαστίλλες και πολιορκούσαν τους Κεραμεικούς, στα νερά των δικών μας νησιών. Οι πόλεμοι των εθνών πρώτη φορά ξεχείλισαν έτσι κι απλώνονται στον κόσμο. Τα μέτωπά τους, που από τις εδαφικές διεκδικήσεις των συνόρων φτάσαν να προασπίζουν τις επιδιώξεις των τάξεων, μεταφέρθηκαν σε μια περιφέρεια πρωτόφαντη στα χρονικά, καθώς στον χορό μπαίνουν χώρες τόσο μακρινές όσο η Ρωσία κι η Τουρκία και οι στρατηγικές κινήσεις ξαπλώνονται ίσαμε την Αίγυπτο και τις στήλες του Ηρακλή στην άκρη της Μεσογείου.

»Οι περισσότεροι τώρα μιλούν για την Αποκάλυψη και το Θηρίο της, για τη συντέλεια του κόσμου. Άλλοι– για την απελευθέρωση των λαών και την επικράτηση της δημοκρατίας και της ελευθερίας στα πολιτισμένα κράτη. Σίγουρα είναι η συντέλεια του κόσμου που ξέραμε ως τώρα. Οι ποιητές το διάκριναν πιο γρήγορα από τους διπλωμάτες και τους άρχοντες. Έχω φίλους που φύγαν να πολεμήσουν με τον στρατό του Βοναπάρτη. Δυο απ’ αυτούς σκοτώθηκαν. Ο τρίτος πρέπει ακόμη να βρίσκεται στην Αίγυπτο.

»Πριν όμως να προλάβει να ριζώσει η ιδέα πως η ορθόδοξη Ρωσία θα βοηθούσε τους σκλαβωμένους Έλληνες ν’ αποτινάξουν τον ζυγό, οι μεγάλες δύναμες συνεννοήθηκαν, μπροστά στον κοινό κίνδυνο που ξεπήδησε γι’ αυτούς από τη γαλλική επανάσταση, συναποφάσισαν, και τα πράγματα ησύχασαν και πάλι. Όσοι θερμοκέφαλοι ξεσηκώθηκαν το πλήρωσαν ακριβά. Στη νέα ειρήνη που υπόγραψαν οι Ρώσοι και οι Τούρκοι, το ’92, η Ελλάδα ούτε που αναφέρθηκε καθόλου.

»Τώρα λοιπόν κατάλαβα πως η απάντηση βρίσκετ’ εδώ, στη Στεριά, σε τούτα τα βουνά – και λέγεται καπετάν Γκέκας… Και πίσω εκεί στις θάλασσές μας– και λέγεται καπετάν Τσάρας… Ούτε Ροϊλός ούτε Καποδίστριας ούτε Θεοτόκης ούτε Μπενάκης…»

Μεταδεδομένα

< Μεγάλες Δυνάμεις > < Ρωσία >