Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "φόρος"

Βρέθηκαν 2 λήμματα [1 - 2]
φορός, -όν (φέρωI. ερχόμενος στο δρόμο κάποιου, αυτός που σπρώχνει προς τα εμπρός, λέγεται για τον άνεμο, ευνοϊκός, σε Πολύβ. κ.λπ. II. εύφορος, παραγωγικός, σε Θεόφρ.
φόρος, (φέρω1. αυτό που εισφέρεται, φόρος, καθώς πληρώνεται από τους υπηκόους στην άρχουσα τάξη, όπως από τους Μικρασιάτες Έλληνες στους Αθηναίους, σε Θουκ.· φόρου ὑποτελεῖς, αναγκασμένοι να πληρώσουν φόρο, σε Ηρόδ.· ἀπάγειν, φέρειν, σε Αριστοφ.· φόρον τάξασθαι, συμφωνώ να τον πληρώσω, σε Ηρόδ.· τάξαι, τον επιβάλλω, σε Δημ. 2. κάθε πληρωμή, σε Ξεν., Πλούτ.