Εξώφυλλο

Ανθολογίες

Ανθολογία Αρχαϊκής Λυρικής Ποίησης

Επιμ. Σωτήρης Τσέλικας

ΜΙΜΝΕΡΜΟΣ

απ. 5 West

αὐτίκα μοι κατὰ μὲν χροιὴν ῥέει ἄσπετος ἱδρώς,
πτοιῶμαι δ᾽ ἐσορῶν ἄνθος ὁμηλικίης
τερπνὸν ὁμῶς καὶ καλόν· ἐπὶ πλέον ὤφελεν εἶναι·
ἀλλ᾽ ὀλιγοχρόνιον γίνεται ὥσπερ ὄναρ
5 ἥβη τιμήεσσα· τὸ δ᾽ ἀργαλέον καὶ ἄμορφον
γῆρας ὑπὲρ κεφαλῆς αὐτίχ᾽ ὑπερκρέμαται,
ἐχθρὸν ὁμῶς καὶ ἄτιμον, ὅ τ᾽ ἄγνωστον τιθεῖ ἄνδρα,
βλάπτει δ᾽ ὀφθαλμοὺς καὶ νόον ἀμφιχυθέν.

Κρύος ιδρώτας πάραυτα το σώμα μου όλο πιάνει,

τ᾽ άνθος των νέων συντρόφων μου ο νους μου άμα σκεφθεί…

έπρεπε ό,τι είναι χαρωπό και ωραίο, να μην πεθάνει,

μα σύντομό ᾽ναι ως όνειρον η νιότη η θαλερή·

γοργά το γήρας τ᾽ άχαρο και τ᾽ άσχημο μάς φθάνει 5

κι απάνω στο κεφάλι μας κρεμάζεται βαρύ,

που μισητό τον άνθρωπο και αγνώριστο τον κάνει

και του χαλάει και μάτια του και νουν άμα χυθεί.

 

Σ᾽ όλο μου αμέσως το κορμί ποτάμι τρέχει ο ιδρώτας

και νιώθω τρόμο, όταν θωρώ της νιότης το λουλούδι

πρόσχαρο κι όμορφο μαζί· που να ήταν κι άλλο ακόμη!

Όμως τα νιάτα τ᾽ ακριβά λίγον καιρό βαστούνε

σαν όνειρο· και τ᾽ άσκημα και τρομερά περίσσα

γεράματα μονοστιγμής ψηλοκρεμιούνται επάνω

στην κεφαλή διατίμαστα και μισερά συνάμα,

κι αγνώριστο τον άνθρωπο τον κάνουν και χαλούνε,

σαν απλωθούν επάνω τους, τα μάτια και τα φρένα.