Εξώφυλλο

Ανθολογίες

Ανθολογία Αρχαϊκής Λυρικής Ποίησης

Επιμ. Σωτήρης Τσέλικας

ΣΑΠΦΩ

απ. 94 Lobel-Page

τεθνάκην δ᾽ ἀδόλως θέλω·
2 ἄ με ψισδομένα κατελίμπανεν

πόλλα καὶ τόδ᾽ ἔειπέ [μοι·
ὤιμ᾽ ὠς δεῖνα πεπ[όνθ]αμεν·
5 Ψάπφ᾽, ἦ μάν σ᾽ ἀέκοισ᾽ ἀπυλιμπάνω.

τὰν δ᾽ ἔγω τάδ᾽ ἀμειβόμαν·
χαίροισ᾽ ἔρχεο κἄμεθεν
8 μέμναισ᾽. οἶσθα γὰρ ὤς σε πεδήπομεν·

αἰ δὲ μή, ἀλλά σ᾽ ἔγω θέλω
ὄμναισαι[. . .(.)] [. .(.)]. .αι
11 ὄσ[σα μόλθακα] καὶ κάλ᾽ ἐπάσχομεν·

πό[λλοις γὰρ στεφάν]οις ἴων
καὶ βρ[όδων σφα]κ̣ίων τ᾽ ὔμοι
14 κἀ[νήτω] πὰρ ἔμοι περεθήκαο

καὶ πό̣λλαις ὐπαθύμιδας
πλέκταις ἀμφ᾽ ἀπάλαι δέραι
17 ἀνθέων [ἔβαλες] πεποημμέναις,

καὶ πάνται [λιπάρως] μύρωι
βρενθείωι .[]ρ̣υ[. .]ν
20 ἐξαλείψαο κα̣[ὶ βασ]ι̣ληίωι,

καὶ στρώμν[αν ἐ]πὶ μολθάκαν
ἀπάλαν πα.[]. . .ων
23 ἐξίης πόθο̣[ν αἶψα νεα]νίδων,

κωὔτε τις [χόρος οὔτε] τι
ἶρον οὐδ’ υ[]
26 ἔπλετ᾽ ὄππ̣[οθεν ἄμ]μες ἀπέσκομεν,

οὐκ ἄλσος .[].ρος
]ψοφος
29 ]. . .οιδιαι

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

καλλιο το ᾽χα να πέθαινα στ᾽ αλήθεια·

μ᾽ αποχαιρέτησε με κλάματα πολλά

 

και μέσα στ᾽ άλλα μου ᾽λεγε κι αυτό:

― «Οϊμέ κακά που μας εβρήκαν πλήθια,

Σαπφώ μου! μ᾽ άθελά μου εγώ σ᾽ απαρατάω».

 

Και της απάντησα εγώ τότε: «Στο καλό,

πήγαινε στο καλό, κι όπου κι αν θα ᾽σαι

μη λησμονάς· γιατί πώς σ᾽ είχαμεν εδώ

 

ξέρεις· κι αν όχι, τα που ξέχασές τα πιο

άφησε να στα πω να τα θυμάσαι,

όσα γλυκά κι ωραία χαιρόμαστε κι οι δυο·

 

μενεξεδένια στέφανα έπλεκες πολλά

κι από ρόδα και κρόκο στα μαλλιά σου

βάζοντάς τα στο πλάι μου απαλά,

 

κι ανθοστέφανα κι άλλα δροσερά

στα τρυφερά κρεμούσες τα λαιμά σου

με λουλούδια γλυκόμορφα πλεχτά,

 

και με βρενθείου μυρωδιά βασιλική

έπαιρνες πλούσια κι έραινες, καλή μου,

την ομορφόμαλλη την κεφαλή,

 

και πάνω στο κρεβάτι μας το μαλακό

την απαλή . . .

των κοριτσιών τον πόθο σβούσες τον γλυκό

 

(Αν θα την ξαναϊδώ ποτέ ποιός ξέρει;)

Το θάνατο ποθώ· το λέω αλήθεια.

Έφευγε από κοντά μου με τα μάτια

πλημμυρισμένα δάκρυα κι έτσι μου είπε:

«Σαπφώ, κακό μεγάλο που μας βρήκε·

σ᾽ αφήνω, ξέρεις, δίχως να το θέλω.»

Κι εγώ της αποκρίθηκα έτσι κι είπα:

«Πήγαινε στο καλό· να με θυμάσαι·

το πόσο σε φροντίζαμε το ξέρεις·

μα αν τα ξεχνάς, εγώ θα σου θυμίσω

τα ωραία και τα καλά που είχες κοντά μας·

με τί στεφάνια, τί πολλά στεφάνια,

ρόδα και ζαφορά και μενεξέδες,

στόλιζες το κεφάλι σου μαζί μας·

γύρω στον τρυφερό λαιμό σου πάλι

τί γιορντάνια πλεγμένα από λουλούδια·

βασιλικό και πλούσιο τ᾽ άρωμα ήταν

που μύρωνες μ᾽ αυτό τα ωραία μαλλιά σου·

και τί απαλό το στρώμα που κοιμόσουν·

. . . . . . . . .

κι από γιορτές δε λείψαμε ποτέ μας·

πάντα μαζί μας στα ιερά και στα άλση.»

. . . . . . . . .

 

(Μας έφυγε η ….. ), κι εγώ

με την καρδιά μου λαχταρώ το θάνατο!

Ως μ᾽ άφηνε, τα κλάματα έβαλε

κι είπε: Αχ, Σαπφώ, κακό που πάθαμε!

Σ' αφήνω αθέλητά μου τώρα!

 

Ώρες καλές, εγώ της αποκρίθηκα,

κι εκεί που πας μη με ξεχνάς, κι ατή σου

το ξέρεις πόση αγάπη σου ᾽χαμε ·

μα αν όχι, αν ξέχασες, την όμορφη

χαρούμενη ζωή μαζί που ζήσαμε

εγώ να σου θυμίσω θέλω.

 

Με κρόκους και ζουμπούλια και τριαντάφυλλα

πολλά και (…..) τα μαλλιά σου εστόλιζες·

πολλά στεφάνια, πλάι μου ως κάθοσουν,

πλεγμένα με λογής λουλούδια ολόχαρα

στον απαλό λαιμό περνούσες γύρα.

 

Και τ᾽ όμορφο κορμί σου από αξετίμητα

βασιλικά μοσκοβολούσε μύρα,

κι απά στο μαλακό το στρώμα ως έγερνες,

για ν᾽ ακουμπήσεις το απαλό σου μάγουλο,

των κοριτσιών σ᾽ έζωνε η αγάπη γύρα.

 

Και μήτε ένας χορός ποτέ δεν έγινε

μήτε ένα πανηγύρι να μην πάμε,

καμιά εξοχή (…..), που το τραγούδι μας

σε ανοιξιάτικες μέρες . . .

 

… Αλήθεια θα ᾽θελα να μην υπάρχω.

Έκλαψε πολύ, όταν με αποχωρίστηκε

και είπε: «Αλίμονο, πόσο φοβερή είναι η μοίρα μας!

Σαπφώ, το ξέρεις ότι σ᾽ αφήνω χωρίς τη θέλησή μου».

Κι εγώ της απάντησα:

«Πήγαινε χαρούμενη και να με θυμάσαι.

Ξέρεις βέβαια πόσο σ᾽ αγαπήσαμε.

Αν όχι, τότε θα σου θυμίσω

αυτό που ξέχασες,

πόσο χαρούμενος κι ωραίος ήταν ο καιρός που περάσαμε μαζί.

Συχνά στόλισες μπροστά μου τις πλεξούδες σου

με στεφάνια από μενεξέδες και τριαντάφυλλα.

Συχνά φόρεσες στον τρυφερό λαιμό σου

την ευωδιαστή λουλουδένια αλυσίδα,

και με γλυκιά ευωδιά

από βασιλικό βάλσαμο και λάδι από σμύρνα

άλειψες το δροσερό σου σώμα.

Ξαπλωμένη σε χνουδωτό στρώμα

ξεδιψούσες τον πόθο σου με τη συντροφιά μας.

Και δεν υπήρχε χορός,

γιορτή ή παιχνίδι

στην αμμουδιά που να μην πήρες μέρος.

Δεν υπήρχε δάσος που την άνοιξη

να μην αντηχούσε αρμονικά

από το τραγούδι των κοριτσιών».

 

Ειλικρινά, θέλω να πεθάνω. Με άφησε με πολλά δάκρυα, κι αυτό μου είπε: «Αλίμονο, πόσο θλιβερό το ριζικό μας· Σαπφώ, αληθινά, σ᾽ αφήνω παρά τη θέλησή μου». Κι αυτά της αποκρίθηκα εγώ: «πήγαινε στο καλό και να με θυμάσαι, γιατί ξέρεις πόσο νοιαζόμασταν εμείς για σένα. Πάντως θέλω να σου θυμίσω … όλες τις τρυφερές και όμορφες στιγμές που μοιραστήκαμε. Πολλά στεφάνια από βιολέτες και ρόδα και κληματόφυλλα έβαλες γύρω στο κεφάλι σου, καθισμένη στο πλάι μου, και πολλά περιδέραια φτιαγμένα από λουλούδια πέρασες γύρω στο μαλακό λαιμό σου, και με βασιλικά αρώματα, καμωμένα από λουλούδια , ράντισες τρυφερά παντού … και πάνω σε μαλακά κρεβάτια, απαλή … απόδιωχνες με μιας κάθε πόθο για άλλες κοπέλες, και δεν ήταν χορός ούτε βωμός ούτε … απ᾽ όπου λείπαμε … ούτε τέμενος … θόρυβος …»]