Εξώφυλλο

Ανθολογίες

Ανθολογία Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

των Θ.Κ. Στεφανόπουλου, Στ. Τσιτσιρίδη, Λ. Αντζουλή, Γ. Κριτσέλη

ΘΕΟΓΝΙΣ

30. – «Ἐλεγεῖαι» 237-254

Ο Θέογνης έζησε στα Μέγαρα γύρω στα μέσα του 6ου αι. (αρχαίες πηγές) ή στα τέλη του 7ου αι. (νεότεροι μελετητές), σε μια εποχή που στην πατρίδα του οι αντιπαραθέσεις ανάμεσα στους ομόφρονές του αριστοκράτες, τους ἐσθλούς,όπως τους αποκαλεί, και τους ανερχόμενους των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων, τους κακούς, υπήρξαν έντονες και οδήγησαν στην επικράτηση των τελευταίων. «Ως φανατικός αριστοκράτης πολεμά με πάθος και τη δημοκρατία και την τυραννία -βλέποντας με οδύνη ότι η αριστοκρατία ως πολιτική πραγματικότητα δεν μπορεί πια να σταθεί» (Α. Σκιαδάς). Έντονα επηρεασμένο από τα βιώματα αυτά είναι το έργο του.

Με το όνομά του παραδίδεται συλλογή ελεγειών (περίπου 1400 στίχοι), στην οποίαείναι λίγο-πολύ βέβαιο ότι έχουν παρεισφρήσει και στίχοι άλλων, γνωστών (Τυρταίος, Μίμνερμος, Σόλων) ή αγνώστων ποιητών. Πρόκειται κυρίως για «υποθήκες» (παραινέσεις), που απευθύνονται στον νεαρό Κύρνο και εκφράζουν την αριστοκρατική ηθική. Το περιεχόμενό τους είναι συχνά πολιτικό, υπάρχουν όμως επίσης στίχοι με ηθικολογικό, ερωτικό ή άλλο περιεχόμενο.

Στο απόσπασμα που ακολουθεί ο ποιητής διαβεβαιώνει τον Κύρνο, για τον οποίο πρέπει προηγουμένως να έχει γράψει ήδη ελεγείες, ότι χάρη στην ποίησή του του έχει εξασφαλίσει την αθανασία.

σοὶ μὲν ἐγὼ πτέρ᾽ ἔδωκα, σὺν οἷς ἐπ᾽ ἀπείρονα πόντον
πωτήσῃ καὶ γῆν πᾶσαν ἀειρόμενος
ῥηϊδίως· θοίνῃς δὲ καὶ εἰλαπίνῃσι παρέσσῃ
240 ἐν πάσαις, πολλῶν κείμενος ἐν στόμασιν,
καί σε σὺν αὐλίσκοισι λιγυφθόγγοις νέοι ἄνδρες
εὐκόσμως ἐρατοὶ καλά τε καὶ λιγέα
ᾄσονται. καὶ ὅταν δνοφερῆς ὑπὸ κεύθεσι γαίης
βῇς πολυκωκύτους εἰς Ἀΐδαο δόμους,
245 οὐδέποτ᾽ οὐδὲ θανὼν ἀπολεῖς κλέος, ἀλλὰ μελήσεις
ἄφθιτον ἀνθρώποις αἰὲν ἔχων ὄνομα
Κύρνε, καθ᾽ Ἑλλάδα γῆν στρωφώμενος ἠδ᾽ ἀνὰ νήσους
ἰχθυόεντα περῶν πόντον ἐπ᾽ ἀτρύγετον,
οὐχ ἵππων νώτοισιν ἐφήμενος, ἀλλά σε πέμψει
250 ἀγλαὰ Μουσάων δῶρα ἰοστεφάνων·
πᾶσι δ᾽ ὅσοισι μέμηλε καὶ ἐσσομένοισιν ἀοιδὴ
ἔσσῃ ὁμῶς, ὄφρ᾽ ἂν γῆ τε καὶ ἠέλιος·
αὐτὰρ ἐγὼν ὀλίγης παρὰ σεῦ οὐ τυγχάνω αἰδοῦς,
ἀλλ᾽ ὥσπερ μικρὸν παῖδα λόγοις μ᾽ ἀπατᾷς.

Κύρνε, σου χάρισα φτερά ανάλαφρα

να σε σηκώσουν πάνω από την απέραντη θάλασσα και ολάκερη

την οικουμένη.

Παντού σε όλα τα συμπόσια και τις γιορτές θα βρίσκεσαι και συ,

όλοι τους θα ᾽χουνε για σε να λένε.240

Παίζοντας μικρούς γλυκόλαλους αυλούς

άντρες ερωτικοί θα τραγουδούν για σένα

ωραία και τρυφερά τραγούδια. Κι όταν στα σπλάχνα

της μαύρης γης θα κατεβείς,

όταν θα φτάσεις στο πολυστέναχτο παλάτι του Άδη,

ούτε και τότε, αν και νεκρός, θα ξεχαστείς.245

Όλοι θα σε θυμούνται,

αθάνατο θα ᾽ναι στους ανθρώπους το όνομά σου.

Κύρνε, στη γη της Ελλάδας θα τριγυρνάς και στα νησιά,

πάνω από την άκαρπη θάλασσα, όπου ζουν τα ψάρια,

θα περνοδιαβαίνεις.

Δεν θα ᾽σαι σε άλογα καβάλα,

τα λαμπρά δώρα των Μουσών, που έχουν250

στεφάνια από μενεξέδες στα μαλλιά,

αυτά θα σε ταξιδεύουν.

Θα ᾽σαι στη συντροφιά όσων και τώρα και στους αιώνες που ᾽ρχονται

αγαπούνε το τραγούδι -ώσπου θα στέκει η γη και ο ήλιος θα φωτίζει.

Μα ούτε τόσο δα δεν με προσέχεις,

και σαν μικρό παιδί με υποσχέσεις ανεκπλήρωτες με ξεγελάς.

 

(μετάφραση Μ. Ζ. Κοπιδάκης)