Εξώφυλλο

Ανθολογίες

Ανθολογία Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

των Θ.Κ. Στεφανόπουλου, Στ. Τσιτσιρίδη, Λ. Αντζουλή, Γ. Κριτσέλη

ΑΛΚΙΦΡΩΝ

229. – Ἐπιστολαὶ 4, 19, 1-6

Ο Αλκίφρων είναι γνωστός από την συλλογή των επιστολών του, η οποία περιλαμβάνει 118 πλήρεις επιστολές και 6 σε αποσπασματική μορφή και η οποία διαιρείται βάσει του περιεχομένου σε τέσσερα βιβλία: τις αλιευτικές, τις αγροτικές, τις παρασιτικές, και τις εταιρικές επιστολές. Οι επιστολές του Αλκίφρονα είναι στο σύνολό τους πλαστές, πράγμα που σημαίνει ότι σε ορισμένες τόσο ο συντάκτης όσο και ο παραλήπτης είναι φανταστικά πρόσωπα, ενώ σε άλλες αποδίδονται σε ιστορικά πρόσωπα επιστολές που δεν έχουν γράψει. Αν κάτι χαρακτηρίζει το έργο του Αλκίφρονα κατεξοχήν, είναι η εμμονή στην αναπαράσταση της ατμόσφαιρας και του καθημερινού βίου της Αθήνας του 4ου αι. π.Χ., μια αναπαράσταση όμως, που όσο κι αν φαντάζει ρεαλιστική, στην πραγματικότητα στηρίζεται στην λογοτεχνία της εποχής, κυρίως στον Μένανδρο. Δεν είναι καθόλου τυχαίο επομένως το γεγονός ότι ο Αλκίφρων επιλέγει να αποδώσει τις ωραιότερες ίσως ερωτικές επιστολέςτου στον κωμικό ποιητή και τη γνωστή εταίρα και ερωμένη του, την Γλυκέρα. Η επιστολή της Γλυκέρας προς τον Μένανδρο, τμήμα της οποίας παρατίθεται, έχει την μορφή του προγυμνάσματος της ηθοποιίας.(Ο όρος δηλώνει την ρητορική άσκηση κατά την οποία έπρεπε να παρουσιαστεί ένα περιστατικό γνωστό από την ιστορία ή τον μύθο μέσα από την οπτική γωνία της ψυχολογίας των ηρώων σε συγκεκριμένη στιγμή). Το γεγονός που αποτελεί εδώ την αφορμή για την σύνταξη της επιστολής αφορά στην πρόσκληση του Πτολεμαίου Α᾽ Σωτήρος προς τον Μένανδρο να επισκεφθεί την Αίγυπτο. Ο συγγραφέας δεν έχει πάντως την πρόθεση να εμβαθύνει στα συναισθήματα της ηρωίδας, αλλά, σύμφωνα με τις συμβάσεις της αρχαίας ερωτικής επιστολογραφίας, να καταγράψει τις αντιδράσεις της για το πιθανό ταξίδι του Μενάνδρου και μέσω αυτών να σκιαγραφήσει ικανοποιητικά, αλλά όχι εξατομικευμένα, τον χαρακτήρα της ηρωίδας.

[4.19.1] Γλυκέρα Μενάνδρῳ.
ἃς διεπέμψω μοι τοῦ βασιλέως ἐπιστολὰς εὐθὺς ἀνέγνων. μὰ τὴν Καλλιγένειαν ἐν ἧς νῦν εἰμι κατευχαῖς ἔχαιρον, Μένανδρε, ἐκπαθὴς ὑπὸ ἡδονῆς γινομένη, καὶ τὰς παρούσας οὐκ ἐλάνθανον. ἦν δὲ ἥ τε μήτηρ μου καὶ ἡ ἑτέρα ἀδελφὴ Εὐφρόνιον καὶ τῶν φίλων ἣν οἶσθα· καὶ ‹γὰρ› παρὰ σοὶ ἐδείπνησε πολλάκις, καὶ ἐπῄνεις αὐτῆς τὸν ἐπιχώριον ἀττικισμόν, ἀλλ᾽ ὡς φοβούμενος αὐτὴν ἐπαινεῖν, ὅθεν καὶ μειδιάσασα θερμότερόν σε κατεφίλησα. [4.19.2] οὐ μέμνησαι, Μένανδρε; θεασάμεναι δέ με παρὰ τὸ εἰωθὸς καὶ τῷ προσώπῳ καὶ τοῖς ὀφθαλμοῖς χαίρουσαν «ὦ Γλυκέριον» ἤροντο, «τί σοι τηλικοῦτον γέγονεν ἀγαθόν, ὅτι καὶ ψυχῇ καὶ σώματι καὶ πᾶσιν ἀλλοιοτέρα νῦν ἡμῖν πέφηνας; καὶ τὸ σῶμα γεγάνωσαι καὶ διαλάμπεις ἐπιχάριτόν τι καὶ εὐκταῖον». κἀγώ «Μένανδρον» ἔφην «τὸν ἐμὸν {ὃν} ὁ Αἰγύπτου βασιλεὺς Πτολεμαῖος ἐπὶ τῷ ἡμίσει τῆς βασιλείας τρόπον τινὰ μεταπέμπεται» μείζονι τῇ φωνῇ φθεγξαμένη καὶ σφοδροτέρᾳ, ὅπως πᾶσαι ἀκούσωσιν αἱ παροῦσαι. καὶ ταῦτα ἔλεγον ἐγὼ διατινάσσουσα καὶ σοβοῦσα ταῖς χερσὶν ἐμαυτῆς τὰς ἐπιστολὰς σὺν τῇ βασιλικῇ σφραγῖδι. [4.19.3] «χαίρεις οὖν ἀπολειπομένη»; ἔφ{ρ}ασαν. τὸ δὲ οὐκ ἦν, Μένανδρε. ἀλλὰ τοῦτο μὲν οὐδενὶ τρόπῳ μὰ τὰς θεάς, οὐδ᾽ εἰ βοῦς μοι τὸ ‹δὴ› λεγόμενον φθέγξαιτο, πεισθείην ἂν ὅτι βουλήσεταί μέ ποτε ἢ δυνήσεται Μένανδρος ἀπολιπὼν ἐν Ἀθήναις Γλυκέραν τὴν ἑαυτοῦ μόνος ἐν Αἰγύπτῳ βασιλεύειν μετὰ πάντων τῶν ἀγαθῶν. [4.19.4] ἀλλὰ καὶ τοῦτό γε εἰδὼς ἐκ τῶν ἐπιστολῶν ὧν ἀνέγνων ‹δῆλος› ἦν ὁ βασιλεύς, τἀμὰ πεπυσμένος ὡς ἔοικε περὶ σέ, καὶ ἠρέμα δι᾽ ὑπονοιῶν Αἰγυπτίοις θέλων ἀστεϊσμοῖς σε διατωθάζειν. χαίρω διὰ τοῦτο, ὅτι πεπλεύκασι καὶ εἰς Αἴγυπτον πρὸς αὐτὸν οἱ ἡμέτεροι ἔρωτες· καὶ πείθεται πάντως ἐξ ὧν ἤκουσεν ἀδύνατα σπουδάζειν ἐπιθυμῶν Ἀθήνας πρὸς αὐτὸν διαβῆναι. [4.19.5] τί γὰρ Ἀθῆναι χωρὶς Μενάνδρου; τί δὲ Μένανδρος χωρὶς Γλυκέρας; ἥτις αὐτῷ καὶ τὰ προσωπεῖα διασκευάζω καὶ τὰς ἐσθῆτας ἐνδύω, κἀν τοῖς παρασκηνίοις ἕστηκα τοὺς δακτύλους ἐμαυτῆς πιέζουσα καὶ τρέμουσα, ἕως ἂν κροταλίσῃ τὸ θέατρον· τότε νὴ τὴν Ἄρτεμιν ἀναψύχω καὶ περιβάλλουσά σε τὴν ἱερὰν {τῶν δραμάτων} ἐκείνην κεφαλὴν ἐναγκαλίζομαι. [4.19.6] ἀλλ᾽ ὅ γε ταῖς φίλαις τότε χαίρειν ἔφην, τοῦτ᾽ ἦν Μένανδρε, ὅτι οὐκ ἄρα Γλυκέρα μόνον ἀλλὰ καὶ βασιλεῖς ὑπερθαλάσσ‹ι›οι ἐρῶσί σου, καὶ διαπόντιοι φῆμαι τὰς σὰς ἀρετὰς κατηγγέλκασι. καὶ Αἴγυπτος καὶ Νεῖλος καὶ Πρωτέως ἀκρωτήρια καὶ αἱ Φάριαι σκοπιαὶ πάντα μετέωρα νῦν ἐστι, βουλόμενα ἰδεῖν Μένανδρον καὶ ἀκοῦσαι φιλαργύρων καὶ ἐρώντων καὶ δεισιδαιμόνων και ἀπίστων {καὶ πατέρων καὶ υἱῶν ‹καὶ γραῶν› καὶ θεραπόντων} καὶ παντὸς ‹τοῦ› {ἐν} σκηνοβατουμένου· ὧν ἀκούσονται μέν, οὐκ ὄψονται δὲ Μένανδρον, εἰ μὴ ἐν ἄστει παρὰ Γλυκέρᾳ γένοιντο καὶ τὴν ἐμὴν εὐδαιμονίαν ἴδοιεν, τὸν πάντῃ διὰ τὸ κλέος αὐτοῦ Μένανδρον καὶ νύκτωρ καὶ μεθ᾽ ἡμέραν ἐμοὶ προσκείμενον.

Η Γλυκέρα1 στον Μένανδρο

Το γράμμα του βασιλιά2 που μου ᾽στειλες το διάβασα, Μένανδρε, αμέσως, και μα τη θεά μας Καλλιγένεια, που στο ναό της τώρα βρίσκομαι, το καταχάρηκε η ψυχή μου· κυριολεκτικά, δεν μπορούσα να συγκρατηθώ από τη χαρά μου, τόσο που το πρόσεξαν όλες οι γυναίκες που ήταν γύρω μου: η μάνα μου, η αδερφή μου η Ευφρόνιον και η φίλη μου που ξέρεις -αυτή που δείπνησε τόσες φορές στο σπίτι σου και που επαινούσες τον ωραίο της λόγο («σαν να ᾽χε γεννηθεί στην Αθήνα»), λες και φοβόσουν να επαινέσεις την ίδια-τότε που χαμογέλασα και σου ᾽δωσα ένα εξαιρετικά θερμό φιλί -[2] δεν το θυμάσαι, Μένανδρε; Όταν λοιπόν είδαν το πρόσωπό μου και τα μάτια μου να δείχνουν ασυνήθιστη χαρά, με ρώτησαν: «Τι μεγάλο καλό σου συνέβη, καλή μας Γλυκέρα, και σε βλέπουμε τώρα τόσο αλλαγμένη στην ψυχή, στο σώμα, στα πάντα; Εσύ λάμπεις ολόκληρη, κι αυτή σου η λάμψη δείχνει πως σου συνέβη κάτι πολύ ευχάριστο, πως μια ευχή σου εισακούστηκε». «Ο Πτολεμαίος», τους είπα, «τον Μένανδρό μου, ο Πτολεμαίος, ο βασιλιάς της Αιγύπτου, τον κάλεσε δίνοντάς του-πώς να το πω;- το μισό του βασίλειο»3 -όλα αυτά, βέβαια, τα είπα με ξεχωριστή έμφαση και με ανεβασμένο τον τόνο της φωνής μου, ώστε να τ᾽ ακούσουν όλες οι γυναίκες που ήταν εκεί, και, φυσικά, κουνώντας και επιδεικνύοντας με καμάρι το γράμμα με τη βασιλική σφραγίδα. [3] «Και συ χαίρεσαι που εκείνος φεύγει κι εσένα σε αφήνει εδώ;», με ρώτησαν. Αυτό, φυσικά, δεν μπορούσε, Μένανδρε, να είναι αλήθεια. Εγώ, μα τις θεές, και βόδι, που λέει η παροιμία, να μου το ᾽λεγε, δεν θα μπορούσα να πιστέψω πως ο Μένανδρός μου θα ήθελε ή θα μπορούσε ποτέ ν᾽ αφήσει στην Αθήνα τη Γλυκέρα του και να κάνει, μόνος του, δίχως εμένα δίπλα του, τον βασιλιά στην Αίγυπτο, την Αίγυπτο με όλα της τα πλούτη και όλα της τα αγαθά. [4] Απεναντίας, από το γράμμα που διάβασα ήταν φανερό πως ο βασιλιάς ήταν καλά πληροφορημένος για τη σχέση μου μαζί σου και ήθελε καλοσυνάτα να σε πειράξει με υπαινιγμούς, χρησιμοποιώντας, στην αιγυπτιακή του παραλλαγή, το αττικό ύφος και πνεύμα. Προσωπικά είμαι πολύ ευχαριστημένη που η ιστορία του έρωτά μας ταξίδεψε ώς την Αίγυπτο κι ώς τον βασιλιά· κι εξάπαντος, απ᾽ ό,τι άκουσε, ο βασιλιάς θα ᾽χει πεισθεί πως κυνηγάει το αδύνατο όταν θέλει να ταξιδέψει η Αθήνα σ᾽ αυτόν. Τι είναι, πράγματι, η Αθήνα δίχως τον Μένανδρο; [5] Και τι είναι ο Μένανδρος δίχως τη Γλυκέρα; Εγώ του ετοιμάζω τις μάσκες, εγώ του ντύνω τους ηθοποιούς, και είμαι πάντα στα παρασκήνια, κρατώντας σφιγμένα τα δάχτυλά μου και τρέμοντας από την αγωνία, ώσπου το κοινό να ξεσπάσει σε χειροκροτήματα· τότε πια ανασαίνω ανακουφισμένη, μα την Άρτεμη, και σε παίρνω σφιχτά στην αγκαλιά μου, εσένα, τον μεγάλο δημιουργό των περίφημων θεατρικών έργων. [6] Αυτό όμως, Μένανδρε, που είπα τότε στις φίλες μου πως μ᾽ έκανε ευτυχισμένη ήταν ότι δεν είναι μόνο η Γλυκέρα που σ᾽ αγαπάει, αλλά και βασιλιάδες μακρινοί, πέρ᾽ απ᾽ τη θάλασσα, κι ότι η φήμη σου, περνώντας τις θάλασσες, έκανε παντού γνωστά τα χαρίσματά σου. Η Αίγυπτος, ο Νείλος, το ακρωτήριο του Πρωτέα4 και το παρατηρητήριο στο νησί Φάρος,5 όλα είναι ξεσηκωμένα, θέλοντας να δουν τον Μένανδρο και να ακούσουν τους φιλάργυρους, τους ερωτευμένους, τους δεισιδαίμονες, τους άπιστους, τους πατεράδες, τους γιους, τους δούλους6 και γενικά όλα τα πρόσωπα που εκείνος ανεβάζει στη σκηνή. Όλους αυτούς θα τους ακούσουν, τον Μένανδρο όμως δεν θα τον δουν εκτός κι αν έρθουν στην Αθήνα, στο σπίτι της Γλυκέρας, και δουν την ευτυχία μου -ο Μένανδρος βρίσκεται με τη δόξα του παντού, νύχτα και μέρα όμως αγκαλιάζει εμένα.

 

(μετάφραση Δ. Λυπουρλής)

 

1 Σύμφωνα με ορισμένους μελετητές η Γλυκέρα, η οποία είχε για μακρό διάστημα -με αφορμή τις αναφορές του Αθήναιου και του Ρωμαίου ποιητή Μαρτιάλη- θεωρηθεί ένα κεφάλαιο του βίου του ποιητή, δεν υπήρξε ιστορικό πρόσωπο. Η επινόηση μιας πραγματικής Γλυκέρας ήταν το φυσικό επακόλουθο του γεγονότος ότι ο Μένανδρος είχε γράψει κωμωδία με τίτλο Γλυκέρα και είχε επίσης χρησιμοποιήσει το όνομα στην Περικειρομένη.

2 Αναφέρεται στην επιστολή του Αιγύπτιου βασιλιά την οποία υποτίθεται ότι έστειλε ο Μένανδρος μαζί με την δική του στην Γλυκέρα.

3 Η αυθεντικότητα της πληροφορίας ότι ο ποιητής είχε λάβει τιμητική πρόσκληση να μεταβεί στην Αίγυπτο δεν αμφισβητείται. Γνωρίζουμε αντίθετα ότι ανάλογη πρόσκληση είχε και από την Μακεδονία, αλλά δεν αποδέχθηκε καμία.

4 Πρόκειται για άλλο όνομα του νησιού Φάρος (βλ. επόμενο σχόλιο). Ο Πρωτέας ήταν θαλάσσιος δαίμονας προικισμένος με την ικανότητα να μεταμορφώνεται σε οτιδήποτε επιθυμούσε. Το νησί Φάρος εθεωρείτο ο τόπος κατοικίας του ήδη στον Όμηρο.

5 Ο Φάρος χτίστηκε από τον Σώστρατο από την Κνίδο επί Πτολεμαίου Β᾽ (γύρω στο 280 π.Χ.) στο ομώνυμο νησί μπροστά από την Αλεξάνδρεια. Στην αρχαιότητα εθεωρείτο ένα από τα επτά θαύματα του κόσμου. Το νησί είχε ενωθεί με την Αλεξάνδρεια με ένα ανυψωμένο λιθόστρωτο από τον Μ. Αλέξανδρο.

6 Πρόκειται για τυπικούς χαρακτήρες των κωμωδιών του Μενάνδρου.