Γραφικό

Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
των H.G. Liddell & R. Scott

(εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "Π"

Βρέθηκαν 5.543 λήμματα [1 - 20]
Π, π, πεῖ, άκλιτο· το δέκατο έκτο γράμμα του ελλ. αλφαβ. Ως αριθμητικό πʹ = 80, αλλά ͵π = 80.000. Το π είναι ψιλό χειλικό άφωνο σύμφωνο συγγενές προς το μέσο β και το δασύ φ. Μεταβολές του π στις διαλέκτους κ.λπ. 1. Το π γίνεται φ, βλέπ-ω, βλέφ-αρον, λάπ-τω λαφ-ύσσω. 2. στην Αιολ. και Ιων. αντικαθιστά το δασύ φ, ἀμπί αντί ἀμφί, πανός αντί φανός, ἀπικέσθαι αντί ἀφικ-· στην Ιων. διατηρήθηκε κατά την έκθλιψη πριν από δασύ φωνήεν, ἀπ' ἡμῶν, ἐπ' ἡμέρην, ὑπ' ὑμῶν κ.λπ.· αντιθέτως ο τύπος με το δασύ ήταν προτιμότερος στην Αττ. ἀσφάραγος αντί ἀσπάραγος, σφόνδυλος αντί σπόνδυλος. 3. Στον Ιων. πεζό λόγο, το πγίνεται κ σε αναφορ. και ερωτημ. λέξεις, κῶς, ὅκως, ὁκοῖος, ὁκόσος αντί πῶς, ὅπως, ὁποῖος, ὁπόσος. 4. στο Αιολ. το π χρησιμοποιείται αντί μ, ὄππα αντί ὄμμα, πεδά αντί μετά. 5. στην Αιολ. και Δωρ. π αντί τ, πέτορες αντί τέσσαρες, πέμπε αντί πέντε. 6. μερικές φορές εναλλάσσεται με το γ, όπως σε λαπαρός, λαγαρός, λαπάρα λαγών, λαγός, Λατ. lepus. 7. στην Αιολ. και Επικ. ποίηση, το π συχνά διπλασιάζεται στα αναφορικά, όπως ὅππη, ὅππως, ὁπποῖος αντί ὅπη κ.λπ. 8. στους Ποιητές, το τ προστίθεται μετά το π, όπως πτόλις, πτόλεμος αντί πόλις, πόλεμος.
πᾶ; I. Δωρ. αντί πῆ; πως; II.πα αντί πη παντού, με κάθε τρόπο.
πᾱγά, Δωρ. αντί πηγή.
παγ-γέλοιος, -ον (πᾶς), εντελώς γελοίος, σε Πλάτ.
παγ-γενέτης, -ου, , πατέρας (όλων)· θηλ. παγγενέτειρα, μητέρα των πάντων, σε Ανθ.
παγγλωσία, , απεραντολογία, φλυαρία.
πάγ-γλωσσος ή -ττος, -ον, αυτός που μιλάει όλες τις γλώσσες.
πᾰγείς, -εῖσα, -έν, μτχ. Παθ. αορ. βʹ του πήγνυμι.
πάγεν, Επικ. αντί ἐπάγησαν, γʹ πληθ. μτχ. αορ. βʹ του πήγνυμι.
πᾰγετός, , παγετός, σε Ξεν.· πρβλ. πάγος II.
πᾰγετ-ώδης, -ες (εἶδος), παγερός, παγωμένος, σε Σοφ.
πάγη[ᾰ], (πήγνυμι1. οτιδήποτε μπήγεται ή συγκρατεί, βρόχος, θηλειά, παγίδα, σε Ηρόδ.· δίχτυ για σύλληψη πουλιών, σε Ξεν. 2. μεταφ., παγίδα, δόλος, σε Αισχύλ.
πᾰγῆναι, απαρ. Παθ. αορ. του πήγνυμι.
πᾰγῐδεύω (παγίς), στήνω παγίδα σε κάποιον, παγιδεύω, σε Κ.Δ.
πάγιος[ᾰ], , -ον (πήγνυμι), στερεός, σε Λουκ.· επίρρ. παγίως λέγειν, μιλάω με σαφήνεια, χωρίς επιφυλάξεις, σε Πλάτ.
πᾰγίς, -ίδος, (πήγνυμι), I. = πάγη, παγίδα, σε Αριστοφ.· μεταφ., παγίδα, δόλος, δουρατέω παγίς, λέγεται για το Δούρειο ίππο, σε Ανθ. II. ἄγκυρα παγὶς νεῶν, η άγκυρα που κρατάει τα πλοία σταθερά, στον ίδ.
παγ-καίνιστος, -ον, πάντα ανακαινισμένος, πάντα φρέσκος, σε Αισχύλ.
πάγ-κᾰκος, -ον, 1. εντελώς κακός, παντελώς άτυχος, σε Ησίοδ.· πάρα πολύ βλαβερός, στον ίδ., Πλάτ.· επίρρ. παγκάκως ὀλέσθαι, σε Αισχύλ.· παγκάκως ἔχει τινί, στον ίδ. 2. λέγεται για ανθρώπους, εντελώς κακός, πάρα πολύ μοχθηρός ή κάκιστος, σε Θέογν.· υπερθ. ὦ παγκάκιστε, σε Σοφ., Ευρ.
πάγ-κᾰλος, -ον και , -ον, εντελώς όμορφος, καλός ή ευγενής, σε Αριστοφ., Πλάτ.· επίρρ. -λως, σε Πλάτ. κ.λπ.
πάγ-καρπος, -ον, αυτός που προέρχεται από όλα τα είδη καρπών, πλούσιος σε καρπούς, σε Πίνδ.