Γραφικό

Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
των H.G. Liddell & R. Scott

(εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "Η"

Βρέθηκαν 594 λήμματα [1 - 20]
Η, η, ἦτα, τό, άκλιτο, το έβδομο γράμμα του ελλ. αλφαβ.· ως αριθμητικό, ηʹ = ὀκτώ και ὄγδοος, αλλά ͵η = 8.000. Ο μεγαλογραφούμενος τύπος του Ήτα (Η) ήταν ένα διπλό ε και πιθανώς προφερόταν ως μακρό ε, πρβλ. δῆλος (από το δέελος). Το παλιό αλφάβητο είχε μόνο ένα σημάδι (Ε) για τον ήχο ε, τον βραχύ και τον μακρό, μέχρι τη στιγμή που εισήχθησαν τα μακρά φωνήεντα η και ω, από το Σαμιακό αλφάβητο επί άρχοντος Ευκλείδη το 403 π.Χ., αν και το Η χρησιμ. ως φωνήεν και πριν από αυτόν. Το στοιχείο Η, προτού παραστήσει το μακρό ε, παρίστανε το πνεύμα της δασείας, όπως ΗΟΣ αντί ὅς(το οποίο παραμένει στο Λατινικό Η). Όταν το Η χρησιμ. για να παραστήσει το μακρό ε κόπηκε ταυτόχρονα σε δύο τμήματα, έτσι ώστε το
, Επικ. επίσης ἠέ, σύνδεσμος με δύο κύριες λειτουργίες, συγκριτική και διαζευκτική.
Α.
ΔΙΑΖΕΥΚΤΙΚΟΣ, , είτε, ή, Λατ. vel, ενώνει μία ή περισσότερες λέξεις ή προτάσεις που διαφέρουν από την πρώτη· ἤκουσας ἢ οὐκ ἤκουσας ἢ κωφῇ λέγω;, σε Αισχύλ.· ἤ..., ἤ..., εἴτε..., εἴτε... Λατ. aut..., aut..., σε Όμηρ. κ.λπ. I. σε πλάγιες ερωτήσεις, εἰ..., ἤ..., ἐάν..., ἤ..., Λατ. utrum..., an..., εἰδῶμεν εἰ νικῶμεν ἢ νικώμεθα, σε Αισχύλ.· αλλά στον Όμηρ. το ἤ..., ) χρησιμ. αντί για το εἰ, Λατ. an, εἰπὲ ἤ..., πες αν..., σε Ομήρ. Οδ. Β. ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΟΣ, παρά, Λατ. quam, σε Όμηρ. κ.λπ.· έπειτα από επίθετα σε θετικό βαθμό που ενέχουν σύγκριση, όπως τα: ἄλλος, ἕτερος, ἀλλοῖος, διπλάσιος, ἐναντίος, ἴδιος, πολλαπλάσιος, και έπειτα από τα επιρρ. πρίν, πρόσθεν· ομοίως, έπειτα από ρήματα που δηλώνουν σύγκριση, βούλεσθαι ἤ..., επιθυμώ περισσότερο από το να...· φθάνειν ἤ..., έρχομαι γρηγορότερα από..., νωρίτερα από..., κ.λπ. I. Το μερικές φορές ενώνει δύο συγκριτικά που αναφέρονται στο ίδιο υποκείμενο· ἐλαφρότεροι εἶναι ἢ ἀφνειότεροι, να είναι πιο ελαφριοί παρά πλούσιοι, σε Ομήρ. Οδ.· ταχύτερα ἢ σοφώτερα, σε Ηρόδ. II. σπάνια, ύστερα από υπερθ., πλεῖστα θωμάσια ἔχειΑἴγυπτος ἢ ἄλλη πᾶσα χώρη, στον ίδ. III. Το συχνά παραλείπεται με αριθμητικά όταν προηγούνται τα συγκριτικά πλέων, ἐλάττων, μείων, όπως· ἔτη πλέω ἑβδομήκοντα, σε Πλάτ. (όταν τα ἢ οὐ, ἢ οὐκ συμπίπτουν στον ίδιο στίχο, τα δύο μόρια προφέρονται ως μία συλλαβή).
, επιφώνημα, στόχο έχει να επισύρει την προσοχή κάποιου σε κάτι· , , σιώπα, σε Αριστοφ.
, επίρρ. με δύο κύριες σημασίες, βεβαιωτική και ερωτηματική. I. ΒΕΒΑΙΩΤΙΚΟ· Για να επιβεβαιώσει έναν ισχυρισμό· αληθινά, βεβαίως, με ασφάλεια, πράγματι, τω όντι, σε Όμηρ. κ.λπ.· συχνά επιτεταμ. συνοδευμένο από άλλα μόρια, όπως: ἦ ἄρα, ἦ δή, ἦ δή που, ἦ μάλα, κ.λπ.· χρησιμ. επίσης για να εκφράσει αμφιβολία, ἦ που· ο πιο ισχυρός από τους συνδυασμούς αυτούς είναι το ἦ μήν, Ιων. και Επικ. ἦ μέν, ἦ μάν, που χρησιμ. σε ισχυρές επιβεβαιώσεις και όρκους· σύ μοι ὄμοσσον, ἦ μέν μοι πρόφρων ἔπεσιν καὶ χερσὶν ἀρήξειν, σε Όμηρ. κ.λπ. II. ΕΡΩΤΗΜΑΤΙΚΟ· Σε ερωτημ. προτάσεις· Λατ. num? = παρακαλώ; δεν είναι έτσι; επίσης, ἦ οὐκ...;, Λατ. nonne? Συχνά προστίθενται σε αυτό τα μόρια· , ἦ ἄρ, ἦ ῥα, ἦ ἄρα δή, κ.λπ.
, αντί ἔφη, γʹ ενικ. παρατ. ή αορ. βʹ του ἠμί.
, Αττ. συνηρ. τύπος από το Ιων. ἔα, παρατ. του εἰμί (Λατ. sum).
, γʹ ενικ. υποτ. Ενεργ. ενεστ. του εἰμί (Λατ. sum).
, θηλ. του άρθρου · στον Όμηρ. επίσης αντί αὕτη.
, θηλ. της αναφορ. αντων. ὅς.
, δοτ. θηλ. ενικ. της κτητ. αντων. ὅς, , ὅν, δικός του, δική του, δικό του.
, δοτ. θηλ. ενικ. της αναφορ. αντων. ὅς, , , σε Όμηρ.· συχνά με επιρρημ. σημασία· I. χρησιμοποιείται για τόπο, σε όποιο μέρος, όπου, συγγενές με το δεικτικό τῇ, σε Ομήρ. Ιλ., Σοφ. II. 1. χρησιμοποιείται για τρόπο, όπως, ᾗ καὶ Λοξίας ἐφήμισεν, σε Αισχύλ., Θουκ. κ.λπ. 2. γι' αυτό, εξαιτίας αυτού, Λατ. quare, στον ίδ. 3. = καθ' ὅτι, ὡς, Λατ. qua, quatenus, σε Ξεν. III. συνδυαζόμενο με υπερθ.· ᾗ ἐδύνατο τάχιστα, όσο γρήγορα μπορούσε, στον ίδ.· ᾗ ῥᾶστά τε καὶ ἥδιστα, στον ίδ.
ἦα, ἦεν, Επικ. αντί ἦν, αʹ και γʹ ενικ. παρατ. του εἰμί (Λατ. sum).
ᾖα, συνηρ. αντί ἤϊα, Επικ. παρατ. του εἶμι (Λατ. ibo).
ᾖα, τά, συνηρ. από το ἤϊα, τά (βλ.).
ἠβαιός, , -όν, Ιων. αντί βαιός, μικρός, φτωχός, ολίγος, ανεπαρκής, ισχνός, κυρίως μετά το αρνητ. οὐδέ· οὒ οἱ ἔνι φρένες, οὐδ' ἠβαιαί, δεν υπάρχει μέσα του καθόλου μυαλό, ούτε το ελάχιστο, σε Όμηρ.· οὒ οἱ ἔνι τρίχες, οὐδ' ἠβαιαί, δεν έχει τρίχες ούτε στο ελάχιστο, σε Ομήρ. Οδ.· συχνά στο ουδ. ως επίρρ., οὐδ' ἠβαιόν, καθόλου, ουδόλως, Λατ. ne tantillum quidem, σε Όμηρ.· σπανίως χωρίς αύξηση, ἠβαιὸν ἀπὸ σπείους, σε μικρή απόσταση από τη σπηλιά, σε Ομήρ. Οδ.
ἡβάσκω, εναρκτ. του ἡβάω, έρχομαι σε εφηβική ηλικία, ακμάζω, Λατ. pubescere, σε Ξεν.· μεταφ., είμαι καινούριος, ἡβάσκει πενίη, σε Ανθ.
ἡβάω, Επικ. ευκτ. ἡβώοιμι, μτχ. ἡβώων, μέλ. -ήσω, Δωρ. -άσω [ᾱ], αόρ. αʹ ἥβησα, παρακ. ἥβηκα (ἥβη)· βρίσκομαι στο άνθος (στην ακμή) της ηλικίας· ἀνὴρ οὐδὲ μάλ' ἡβῶν, που δεν βρίσκεται ακόμα ούτε καν στην ακμή της ηλικίας του, σε Όμηρ.· γυνὴτέτορ' ἡβώοι (ενν. ἔτη), δηλ. έχει περάσει κατά τέσσερα χρόνια την εφηβεία, σε Ησίοδ.· ἡβῶν, όταν ήμουν νέος, σε Αριστοφ.· οἱ ἡβῶντες, οι νέοι, σε Αριστοφ.· χρησιμοποιείται για φυτά, ἡμερὶς ἡβώωσα, νεαρό και πλούσιο κλήμα, σε Ομήρ. Οδ., ἀεὶ γὰρ ἡβᾷ τοῖς γέρουσιν εὖ μαθεῖν, η επιθυμία της μάθησης είναι πάντοτε ακμαία, ζωηρή ακόμα και στους ηλικιωμένους, δηλ. ποτέ δεν είναι αργά για να μάθεις, σε Αισχύλ.· ἡβᾷ δῆμος εἰς ὀργὴν πεσών, ο λαός συμπεριφέρεται, παραφέρεται σαν νεαρός άνδρας, σε Ευρ.
ἥβη, Δωρ. ἥβα, σπανίως ἅβα, , I. 1. α) ακμαία ηλικία, νεότητα, Λατ. pubertas· νεηνίῃ ἀνδρὶ ἐοικώς, πρῶτον ὑπηνήτῃ, τοῦπερ χαριεστάτη ἥβη, σε Ομήρ. Οδ.· ἥβης μέτρον ἱκέσθαι ή ἱκάνειν = ἡβάσκειν, στον ίδ.· β) νεανική δύναμη, σφριγηλότητα, ακμή· πειρώμενος ἥβης, σε Ομήρ. Ιλ.· ἥβῃ πεποίθεα, σε Ομήρ. Οδ. γ) ως νομικός όρος, ἥβη, η περίοδος πριν την ενηλικίωση, στην Αθήνα τα 16 χρόνια· στη Σπάρτη, η ηλικία των 18 χρόνων, έτσι ώστε τὰ δέκα ἀφ' ἥβης είχαν συμπληρώσει οι άντρες στα 28 τους, τὰτετταράκοντα ἀφ' ἥβης οι άντρες στα 58 τους χρόνια, κ.ο.κ., σε Ξεν.· πρβλ. ἔφηβος. 2. μεταφ., η νεανική ευθυμία, η νεανική χαρά· δαιτὸς ἥβη, σε Ευρ.· επίσης, το νεανικό πάθος, η σπιρτάδα, η ορμή, σε Πίνδ. 3. το σύνολο των νέων, η νεότητα, η νεολαία, Λατ. juventus, σε Αισχύλ. II. ως θηλ. προσηγορ. όνομα, Ἥβη, η Ήβη, κόρη του Δία και της Ήρας, σύζυγος του Ηρακλή, σε Όμηρ.
ἡβηδόν, επίρρ., από τη νεανική ηλικία και πάνω, σε Ηρόδ.
ἡβητήρ, -ῆρος, , = ἡβητής, σε Ανθ.