Γραφικό

Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
των H.G. Liddell & R. Scott

(εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "Φ"

Βρέθηκαν 1.038 λήμματα [1 - 20]
Φ, φ, φεῖ, τό, άκλιτο, το εικοστό πρώτο γράμμα του ελλ. αλφαβ.· ως αριθμητικό φʹ = 500, ͵φ = 500.000. Το σύμφωνο φ προέκυψε από το χειλικό Π που το ακολουθούσε δασύ πνεύμα και αρχικώς γραφόταν ΠΗ. I. Μεταβολές του φ: 1. σε Αιολ., Δωρ. και Ιων., η δασεία συχνά αποβάλλεται και το φ γίνεται π, όπως σε ἀσπάραγος σπόγγος σπυρὰς αντί ἀσφάραγος σφόγγος σφυράς, ενώ οι Αττ. χρησιμοποιούσαν φ αντί π, όπως φανός, φάτρα αντί πανὸς πάτρα. 2. σε Αιολ., Δωρ. και Ιων. φ μερικές φορές τοποθετείται αντί θ, όπως φὴρ φλάω αντί θὴρ θλάω. II. Παλαιότεροι ποιητές μερικές φορές θεωρούσαν το φ ως σύμφωνο διπλό, επομένως βραχύ φωνήεν πριν από αυτό γίνεται θέσει μακρό, όπως ὄφις, Ζεφύριος σαν να ήταν ὄπφις, Ζεπφύριος.
φᾶ, Δωρ. και ποιητ. αντί ἔφη, βʹ ενικ. αόρ. βʹ του φημί.
φάανθεν, εκτεταμ. αντί φάνθεν, Επικ. αντί ἐφάνθησαν, βʹ πληθ. Παθ. αορ. αʹ αντί φαίνω.
φᾰάντερος, , -ον, Επικ. συγκρ. του φαεινός, λαμπρότερος, σε Ανθ.· υπερθ. φᾰάντατος, , -ον, λαμπρότατος, σε Ομήρ. Οδ.
φᾰγέειν και φᾰγέμεν, Επικ. αντί φαγεῖν.
φᾰγεῖν, απαρ. του ἔφαγον, χωρίς ενεστ. σε χρήση, χρησιμ. ως αόρ. βʹ του ἐσθίω. I. 1. τρώω, καταβροχθίζω, φαγέμεν καὶ πιέμεν, σε Ομήρ. Οδ.· φαγεῖν τε καὶ πιεῖν, σε Αριστοφ. κ.λπ.· με γεν., τρώω μέρος από κάποιο πράγμα, σε Ομήρ. Οδ. 2. τρώω, καταβροχθίζω, σπαταλώ, στο ίδ. II. στην Κ.Δ. εμφανίζεται ένας μέλ. φάγομαι, βʹ ενικ. φάγεσαι.
φάγες, Επικ. βʹ ενικ. του φαγεῖν· φάγῃσι, Επικ. γʹ ενικ. υποτ.
φάγος[ᾰ], , λαίμαργος, σε Κ.Δ.
φάγωντι, Δωρ. αντί φάγωσι, γʹ πληθ. υποτ. του φαγεῖν.
φάε, Επικ. αντί ἔφαε, γʹ ενικ. προστ. του φάω.
φᾰεθοντίς, -ίδος, ποιητ. θηλ. του φαέθων, λαμπερή, σε Ανθ.
φᾰέθω (φάω), I. λάμπω, απαντάται μόνο στη μτχ. φαέθων, λαμπερός, ακτινοβόλος, σε Όμηρ., Σοφ., Ευρ.· απόλ., πάννυχα καὶ φαέθοντα, νύχτες και μέρες, σε Σοφ. II. ως κύριο όνομα: 1. Φαέθων, , Λάμπος, ένα από τα άλογα της Ηούς, σε Ομήρ. Οδ. 2. γιος του Ήλιου ή του Απόλλωνα, γνωστός για την αποτυχία του να οδηγήσει το άρμα του Ήλιου, σε Ευρ. 3. ο πλανήτης Δίας, σε Κικ.
φᾰεινός, Δωρ. και Αττ. φᾰεννός, , -όν (φάω1. λαμπερός, λαμπρός, ακτινοβόλος, σε Όμηρ., Πίνδ., Τραγ. 2. λέγεται για τη φωνή, καθαρή, ευκρινής, εύηχη, σε Πίνδ. 3. γενικά, έξοχος, ιδιοφυής, σε Πίνδ.
φᾰείνω, Επικ. ισοδ. τύπος του φαίνω, λάμπω, δίνω φως, λέγεται για τον ήλιο, σε Ομήρ. Οδ., Ησίοδ.
φᾰεννός, , -όν, ισοδ. τύπος του φαεινός.
φᾰεσί-μβροτος, -ον· (φάος, βροτός, με ένθεση του μ.)· αυτός που φέρνει φως στους θνητούς, σε Όμηρ., Ευρ.
φᾰεσ-φόρος, -ον (φάος, φέρω), αυτός που φέρνει φως, σε Αισχύλ., Ευρ.
φάθι ή φαθί[ᾰ], προστ. του φημί.
Φαίαξ, -ᾱκος, Ιων. Φαίηξ, -ηκος, , Φαίακας· ήταν οι ομηρικοί κάτοικοι στο νησί της Σχερίας (δηλ. στην Κέρκυρα), σε Ομήρ. Οδ.
φαιδῐμόεις, -εσσα, -εν, ισοδ. τύπος του επόμ., σε Ομήρ. Ιλ.