Γραφικό

Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
των H.G. Liddell & R. Scott

(εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "Μ"

Βρέθηκαν 1.922 λήμματα [1 - 20]
Μμ, μῦ, τό, άκλιτο, το δωδέκατο γράμμα του ελλ. αλφαβ.· ως αριθμητικό, μʹ = 40, αλλά ͵μ = 40.000. I. Το μ είναι το χειλικό υγρό σύμφωνο, που αντιστοιχεί στο β. II. μεταβολές: 1. στις Αιολ. και Λακων. σε π, όπως πεδά αντί μετά· 2. στις Αττ. και Δωρ. σε ν, όπως νιν αντί μιν· ομοίως στην Λατ. ne, num= μή, μῶν· 3. το μ διπλασιάζεται: α) στα ποιητ. κείμενα σε σύνθετες λέξεις, όπως ἄμμορος, φιλομμειδής· και μετά από αύξ., όπως ἔλλαβον, ἔμμορα. β) στην Αιολ., όπως ἄμμες, ὔμμες, ἐμμί, αντί ἡμεῖς, ὑμεῖς, εἰμί· 4. το μ προστίθεται: α) σε αρχή λέξης, όπως μία, μόσχος αντί ἴα ὄσχος. β) στη μέση λέξης για τη διευκόλυνση της προφοράς, όπως ὄμβριμος αντί ὄβριμος, τύμπανον αντί τύπανον, κ.λπ., ιδίως μετά από αναδιπλ., όπως πίμπλημι αντί πίπλημι· μετά από στερητικό α-, όπως ἄμβροτος αντί ἄβροτος.
μ' I. με απόστροφο αντί με. II. σπανίως αντί μοι, σε Όμηρ.
μά[ᾰ], μόριο που χρησιμ. σε έντονες διαμαρτυρίες και όρκους, ακολουθ. από αιτ. της θεότητας ή του πράγμ. όπου και απευθύνεται· δεν είναι καθαυτό ούτε καταφατικό ούτε αποφατικό, λαμβάνει ωστόσο την αντίστοιχη ιδιότητα όταν προτάσσεται ναί ήοὐ, ή από τα συμφραζόμενα. I. ναὶ μά..., σε κατάφαση, ναὶ μὰ τόδε τὸ σκῆπτρον, σε Ομήρ. Ιλ. ναὶ μὰ Δία, ναὶ μὰ τὸν Δία, σε Αριστοφ. Πλάτ. II. οὐ μά..., σε άρνηση, οὐ μὰ Ζῆνα, σε Ομήρ. Ιλ.· οὔ τοι μὰ τοὺς δώδεκα θεούς, σε Αριστοφ. III. στην Αττ. το μά χρησιμοποιείται συχνά μόνο του, κυρίως με αρνητική έννοια, μὰ τὸν Ἀπόλλω, σε Ευρ.· σε απαντήσεις, υποδηλώνεται άρνηση, οὐκ αὖ μ' ἐάσεις; (απάντ.) μὰ Δί' (δηλ. οὐκ ἐάσω), σε Αριστοφ. IV. το όνομα της θεότητας συχνά παραλείπεται ναὶ μὰ τόν, οὐ μὰ τόν, σε Πλάτ.
μᾶ, συντετμ. Δωρ. τύπος αντί μάτηρ, μᾶ γᾶ αντί μῆτερ γῆ, σε Αισχύλ.· μᾶ, πόθεν ἅνθρωπος, σε Θεόκρ.
μαγάδιον, τό, υποκορ. του μαγάς, σε Λουκ.
μάγᾰδις, , γεν. μαγάδιδος, δοτ. μαγάδει ή μαγάδῖ, αιτ. μάγαδιν· μάγαδις, είδος άρπας με είκοσι χορδές, σε Κωμ. (ξένη λέξη).
μᾰγάς, -άδος[ᾰ], , καβαλάρης (εξάρτημα που ανυψώνει τις χορδές) της κιθάρας, Λατ. pons.
μαγγάνευμα, -ατος, τό, εξάρτημα ταχυδακτυλουργού· πληθ., ταχυδακτυλουργίες, οφθαλμικές απάτες, σε Πλάτ.
μαγγᾰνεύω (μάγγανον), μέλ. -σω, χρησιμοποιώ γητειές ή φίλτρα, λέγεται για την Κίρκη, σε Αριστοφ.· εξαπατώ, χρησιμοποιώ τεχνάσματα, σε Δημ.
μάγγᾰνον, τό, κάθε μέσο για την άσκηση γητειάς ή μαγείας, (μαγικό) φίλτρο (άγν. προέλ.).
μᾰγεία, (μαγεύω), η θεολογία των Μάγων, σε Πλάτ.
μᾰγειρεῖον, τό (μάγειρος), 1. εστιατόριο, Λατ. popīna, σε Αριστοφ., Βάβρ. 2. το μέρος όπου ζούσαν οι δημόσιοι μάγειροι, το (οικοδομικό) τετράγωνο των μαγείρων, σε Θεόφρ.
μᾰγειρεύω, μέλ. -σω, I. είμαι μάγειρας, μαγειρεύω κρέας, σε Θεοφρ. II. είμαι χασάπης, σε Βάβρ.
μᾰγειρικός, , -όν (μάγειρος), κατάλληλος για μάγειρα ή για μαγειρική, σε Αριστοφ. κ.λπ.· ἡ μαγειρικὴ τέχνη, η τέχνη της μαγειρικής, σε Πλάτ.· επίρρ. -κῶς, με τον τρόπο ενός μάγειρα ως πραγματικού «καλλιτέχνη», σε Αριστοφ.
μάγειρος[ᾰ], , I. μάγειρας, σε Ηρόδ., Αττ. II. χασάπης, σε Ευρ. [προέρχεται από √ΜΑΓ του μάσσω (βλ. αυτ.), καθώς το ψήσιμο του ψωμιού ήταν έργο του αρχαίου μάγειρα].
μάγευμα, -ατος, τό (μᾰγεύω), μαγικό τέχνασμα· στον πληθ., γητειές, μάγια, σε Ευρ.
μᾰγεύς, -έως, (μάσσω), αυτός που ζυμώνει ψωμί, σε Ανθ.
μᾰγεύω (Μάγος), μέλ. -σω, I. είμαι μάγος, χρησιμοποιώ μαγικά τεχνάσματα, σε Πλούτ.· με σύστ. αντ. μέλημαγεύω, τραγουδώ μαγικά τραγούδια ως μέρος μιας τελετουργίας, σε Ευρ. II. μτβ., επικαλούμαι την εμφάνιση κάποιου με μαγικά τεχνάσματα, σε Ανθ.
μᾰγῐκός, , -όν, προορισμένος για μάγους ή μαγεία, σε Πλούτ.
Μάγνης, -ητος, , I. Μαγνήσιος, κάτοικος της Μαγνησίας στη Θεσσαλία, σε Ομήρ. Ιλ. κ.λπ.· κάτοικος της Μαγνησίας στη Λυδία, σε Ηρόδ., κ.λπ.· θηλ. Μάγνησσα, σε Θεόκρ.· επίθ. Μαγνητικός, , -όν, αυτός που προέρχεται από τη Μαγνησία, σε Αισχύλ.· θηλ. Μαγνῆτις, -ιδος, σε Πίνδ. II. Μαγνῆτις λίθος, , μαγνήτης, σε Πλάτ.