Γραφικό

Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
των H.G. Liddell & R. Scott

(εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "Κ"

Βρέθηκαν 3.556 λήμματα [1 - 20]
Κ, κ, κάππα, τό, άκλιτο, το δέκατο γράμμα του ελλ. αλφαβ.· ως αριθμητικό, κʹ = 20, αλλά ͵κ = 20.000. Το κ είναι το ψιλό ουρανικό άφωνο, αντίστοιχο του μέσου γκαι του δασέος χ.
Μεταβολές του κ στις διαλέκτους· 1. στην Ιων. το κ αντικαθιστά το χ, όπως κιθών, δέκομαι, κύθρη αντί χιτών, δέχομαι, χύτρα· αντικαθιστά το π, όπως κου κοτε κως κ.λπ., αντί που ποτε πως, κ.λπ.· ομοίως και ἴσκε = ἔσπεν, ἵππος, Λατ. equus. 2. στη Δωρ. το κ εναλλάσσεται με το τ, όπως ὅκα ἄλλοκα τῆνος αντί ὅτε ἄλλοτε κεῖνος.
κᾶ, Δωρ. αντί Ιων. κε, Αττ. ἄν, σε Αριστοφ. κ.λπ.
κάββᾰλε, Επικ. αντί κατέβαλε, γʹ ενικ. αορ. βʹ του καταβάλλω.
καββάς, Επικ. αντί καταβάς, μτχ. αορ. βʹ του καταβαίνω.
Κάβειροι, οἱ, οι Κάβειροι, θεότητες που λατρεύονταν σε Λήμνο και Σαμοθράκη και θεωρούνταν γιοι του Ηφαίστου, από την ικανότητά τους στην κατεργασία μετάλλων, σε Ηρόδ.
κάγ, Επικ. αντί κατά πριν από το γ, κὰγ γόνυ αντί κατὰ γόνυ, σε Ομήρ. Ιλ.
κάγκᾰνος, -ον (καίω), ο κατάλληλος προς καύση, κατάξερος, σε Όμηρ., Θεόκρ.
καγχάζω, μεταγεν. τύπος αντί καχάζω, σε Βάβρ.
καγχᾰλάω, γελώ δυνατά, ηχηρά, μεγαλόφωνα, Λατ. cachinnari, σε Επικ. τύπους, γʹ πληθ. καγχαλόωσι, σε Ομήρ. Ιλ.· μτχ. καγχαλόων, -όωσα, σε Όμηρ. (όπως το καγχάζω, ηχομιμ. λέξη).
κάγχρυς, μεταγεν. τύπος του κάχρυς.
κἀγώ[ᾱ], κράση αντί καὶ ἐγώ.
κάδ, Επικ. αντί κατά πριν από το δ, κὰδ δώματα, σε Ομήρ. Οδ.· κὰδ δύναμιν, σε Ησίοδ.· κὰδ δ' ἔβαλε, με τμήση αντί κατέβαλε δέ, σε Ομήρ. Οδ.
κἀδάπανα, κράση αντί καὶ ἀδάπανα.
καδδρᾰθέτην, Επικ. αντί κατεδραθέτην, γʹ δυϊκ. αορ. βʹ του καταδαρθάνω.
καδδῦσαι, Επικ. αντί καταδῦσαι, θηλ. μτχ. αορ. βʹ του καταδύω.
κᾰδίσκος, , υποκορ. του κάδος, κάλπη ή ψηφοδόχος· υπήρχαν δύο, στις οποίες οι δικαστές έριχναν τις καταδικαστικές ή τις αθωωτικές αντίστοιχα ψήφους τους, σε Αριστοφ.
Καδμεῖος, , -ον, Καδμείος, ο καταγόμενος από τον Κάδμο, σε Ησίοδ., Τραγ.· ποιητ. Καδμέϊος, σε Πίνδ., Σοφ.· Ιων. αντί Καδμήϊος, , -ον· Καδμεῖοι, οἱ, οι Καδμείοι ή οι παλαιοί κάτοικοι των Θηβών, σε Όμηρ. κ.λπ.· επίσης Καδμειῶνες, σε Ομήρ. Ιλ.· ἡ Καδμεία, η ακρόπολη των Θηβών, σε Ξεν.· παροιμ., Καδμεία νίκη, η νίκη που επιφέρει τον χαμό των ίδιων των νικητών (από το μύθο των Σπαρτῶν ή από την ιστορία του Πολυνείκη και Ετεοκλή), σε Ηρόδ.
Καδμηίς, -ίδος, θηλ. του Καδμεῖος, σε Ομηρ. Ύμν., Ησίοδ.· επίσης σε Αττ., Θουκ.
καδμο-γενής, -ές (γίγνομαι), αυτός που γεννήθηκε από τον Κάδμο, σε Τραγ.
Κάδμος, , ο Κάδμος, σε Ομήρ. Οδ., Ησίοδ.· γιος του βασιλιά της Φοινίκης Αγήνορα, αδερφός της Ευρώπης, ιδρυτής των Βοιωτικών Θηβών. Ο Κάδμος έφερε από τη Φοινίκη το παλαιό ελλ. αλφάβ. των δεκαέξι γραμμάτων, απ' όπου ονομάστηκαν και Καδμήϊα ή Φοινικήϊα γράμματα (σε Ηρόδ).· αυτά αργότερα αυξήθηκαν με την προσθήκη άλλων οκτώ γραμμάτων, των επονομαζόμενων Ιωνικών, η, ω, θ, φ, χ, ζ, ξ, ψ.