Γραφικό

Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
των H.G. Liddell & R. Scott

(εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "Β"

Βρέθηκαν 801 λήμματα [1 - 20]
Β, β, βῆτα, άκλιτο, το δεύτερο γράμμα του ελλ. αλφαβ.· ως αριθμητικό, βʹ = δύο, δεύτερος, ͵β = 2.000. I. Το β είναι το χειλικό άφωνο γράμμα που βρίσκεται μεταξύ του ψιλόπνοου π και του δασύπνοου φ. Η ποικιλία των χρήσεων του β στις διαλέκτους φαίνεται πως οφείλεται περισσότερο στην αμφιβολία ως προς την προφορά του. 1. αντί γ, όπως βληχών αντί γληχών, βλέφαρον Δωρ. γλέφαρον, βουνός - γουνός. 2. αντί μ, βεμβράς αντί μεμβράς, βροτὸς αντί μορτός (Λατ. mortalis). 3. Το β μερικές φορές μπαίνει ανάμεσα στα συμφωνικά συμπλέγματα μλ, και μρ με σκοπό να δώσει έναν πληρέστερο ήχο, όπως στα: ἄμβροτος, μεσημβρία, γαμβρός, μέμβλεται.
βᾶ, συντετμ. τύπος αντί βασιλεῦ, σε Αισχύλ.
βᾰβαί, Λατ. papae!, επιφών. έκπληξης και θαυμασμού, μπα! μπα!, σε Ευρ., Αριστοφ.
βαβαιάξ, επιτετ. τύπος αντί βαβαί, σε Αριστοφ.
βαβύκα, , στη Λακων. αντί γέφυρα, σε Αριστ. παρά Πλούτ.
βάγμα, -ατος, τό (βάζω), ομιλία, σε Αισχύλ.
βάδην[ᾰ], (βαίνω), επίρρ. I. 1. βήμα προς βήμα, Λατ. pedetentim. 2. με βήμα πορείας, σε Ηρόδ., βάδην ταχὺ ἐφέπεσθαι με βήμα ταχύ, σε Ξεν. 3. σταδιακά, βαθμηδόν, όλο και περισσότερο, σε Αριστοφ. II. περπατώντας, βαδίζοντας, αντίθ. προς ίππευση, οδήγηση, πλεύση, σε Αισχύλ.
βᾰδίζω (βάδος, βαίνω), μέλ. Αττ. βαδιοῦμαι, αόρ. αʹ ἐβάδισα, παρακ. βεβάδικα, 1. πηγαίνω αργά, περπατώ, Λατ. ambulare, σε Ομηρ. Ύμν., Ξεν.· πηγαίνω, είμαι σε πορεία, λέγεται για εφίππους, σε Ξεν.· πηγαίνω από τη στεριά, από την ξηρά, σε Δημ. με σύστ. αιτ., βάδον, ὁδὸν βαδίζω, σε Αριστοφ. 2. γενικά, ἐπ' οἰκίας βαδίζω, εισέρχομαι σε οικίες, σε Δημ.· προβαίνω σε συζήτηση, αναλύω επιχείρημα, στον ίδ.· λέγεται για πράγματα, αἱ τιμαὶ ἐπ' ἔλαττον ἐβάδιζον, οι τιμές ελαττώνονταν, στον ίδ.
βάδισις, -εως, , πορεία, περπάτημα, σε Αριστοφ. λέγεται για λαγούς, σε Ξεν.
βάδισμα, -ατος, τό, περπάτημα, βηματισμός, σε Ξεν., Δημ.
βαδισμός, , = βάδισις, σε Πλατ.
βαδιστέον, ρημ. επίθ. του βαδίζω, πρέπει κανείς να βαδίσει ή να περπατήσει, σε Σοφ.· με την ίδια σημασία και στον πληθ., βαδιστέα, σε Αριστοφ.
βαδιστής, -οῦ, (βαδίζω), αυτός που βαδίζει, αυτός που περπατά· ταχὺς βαδιστής, αυτός που περπατά γρήγορα, σε Ευρ.
βαδιστικός, , -όν (βαδίζω), αυτός που είναι ικανός να περπατά, σε Αριστοφ.
βάδος, (βαίνω), περίπατος, βάδον βαδίζειν, σε Αριστοφ.
βάζω, κυρίως στον ενεστ. και παρατ., απαντά μεταξύ άλλων στο γʹ ενικό Παθ. παρακ.· βέβακται, ομιλώ, λέγω, σε Όμηρ.· βάζειν τί τινα, λέω κάτι σε κάποιον· επίσης, τί τινι, σε Αισχύλ.· με δοτ., χαλεποῖς βάζειν ἐπέεσσι, μιλώ με σκληρά λόγια, σε Ησίοδ.Παθ., ἔποςβέβακται, έχει ειπωθεί κάποιος λόγος, σε Ομήρ. Οδ.
βαθέως, επίρρ., βλ. βαθύς II.
βαθίων, βάθιστος, συγκρ. και υπερθ. του βαθύς.
βαθμίς, , γεν. -ίδος και -ῖδος, σκαλοπάτι, σε Ανθ.
βαθμός ή βασμός, (βαίνω), μεταφ., σκαλοπάτι· πρόοδος, βαθμός, σε Κ.Δ.