Γραφικό

Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
των H.G. Liddell & R. Scott

(εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "Ψ"

Βρέθηκαν 202 λήμματα [1 - 20]
Ψ, ψ, ψεῖ, τό, άκλιτο, το εικοστό τρίτο γράμμα του ελλ. αλφαβ.· ως αριθμός, ψʹ = 700, ͵ψ = 700.000. Το γράμμα ψ είναι διπλό σύμφωνο, σύνθετο από το χειλικό πή φ με σ = πσ, φσ· το γράμμα ψ, που αποδίδεται στον Σιμων., υιοθετήθηκε στην Αθήνα στα χρόνια του άρχοντα Ευκλείδη (Ολυμπ. 94. 2) μαζί με τα γράμματα η, ω, ξ.
ψαίρω, μόνο στον ενεστ. (ψάωI. μτβ., τρίβω, ψηλαφώ, αγγίζω απαλά· οἶμον αἰθέρος ψαίρει, αγγίζει, ξύνω ελαφρά τον αέρα, σε Αισχύλ. II. αμτβ., κινούμαι ελαφρώς, πάλλομαι, τινάζομαι, θροΐζω, σε Λουκ.
ψαιστός, , -όν, ρημ. επίθ. του ψαίω, τὰ ψαιστά (ενν. πόπανα), γλυκίσματα από κοπανισμένο κριθάρι, που τα χρησιμοποιούσαν στις θυσίες, σε Αριστοφ.
ψαίστωρ, -ορος, (ψάω), αυτός που αποσπογγίζει, σε Ανθ.
ψᾰκάζω, μέλ. -άσω (ψακάς), ψεκάζω, ψιχαλίζω, στάζω, ραίνω, σε Αριστοφ.· απρόσ., ψακάζει, ψιχαλίζει.
ψᾰκάς, έπειτα ψεκάς, -άδος, (ψάωI. κάθε μικρό κομμάτι που αποχωρίζεται διά της τριβής, κόκκος, τεμάχιο, κομμάτι, ψίχουλο· ἀργυρίου μηδὲ ψακάς, δηλ. ούτε κόκκος αργυρίου, σε Αριστοφ.· ως περιληπτικό, ψάμμου ψεκάς, κόκκος άμμου, σε Ανθ. II. 1. μικρή σταγόνα βροχής· και ως περιληπτικό, ψιχάλα, ψιλή βροχή· ὕσθησαν αἱ Θῆβαι ψακάδι, σε Ηρόδ.· ψακὰς δὲ λήγει, οι σταγόνες σταματούν, δηλ. έρχεται καταιγίδα, σε Αισχύλ.· γενικά, βροχή, σε Ευρ.· ψακάδι φοινίας δρόσου, με ράντισμα από ματωμένη δροσιά, σε Αισχύλ. 2. κωμικό όνομα γι' αυτόν που του φεύγει το σάλιο ενώ μιλάει, σε Αριστοφ.
ψᾰλῐδό-στομος, -ον, αυτός που έχει στόμα σαν ψαλίδα, λέγεται για τον κάβουρα, σε Βατραχομ.
ψᾰλίζω (ψαλίς), κόβω με ψαλίδι, ψαλιδίζω, σε Βάβρ.
ψάλιον[ᾰ], τό, 1. μέρος του χαλινού του ίππου, είδος αλυσίδας κάτω από το σαγόνι του αλόγου, σε Ξεν.· ψαλίοις ἐδάμασε πώλους, σε Ευρ. 2. γενικώς, αλυσίδα, χαλινός, χαλινάρι, σε Αισχύλ.· μεταφ., λέγεται για άνθρωπο, ψάλιον οἰκετῶν, στον ίδ. (άγν. προέλ.).
ψᾰλίς, -ίδος, , I. ψαλίδι, Λατ. forfex, σε Ανθ. II. κτίριο με μυτερή πέτρινη σκεπή, θόλος, Λατ. fornix, σε Σοφ. (άγν. προέλ.).
ψάλλω, μέλ. ψᾰλῶ, αόρ. αʹ ἔψηλα, παρακ. ἔψαλκα (ψάωI. αγγίζω με δύναμη, μαδώ, τραβώ, σύρω, αποσπώ, σε Αισχύλ.· τόξου νευρὰν ψάλλω, τεντώνω χορδή τόξου και την αφήνω να ηχήσει, σε Ευρ.· βέλος ἐκ κέραος ψάλλω, ρίχνω βέλος από τόξο με κλαγγή, σε Ανθ.· ομοίως, σχοῖνος μιλτοχαρὴς ψαλλομένη, το κόκκινο σχοινί του ξυλουργού, το οποίο τεντώνεται και μετά ξαφνικά αφήνεται, έτσι που να σχηματίσει ερυθρά γραμμή πάνω σε σανίδα, στο ίδ. II. 1. χτυπώ έγχορδο όργανο με τα δάκτυλα, χωρίς πλήκτρα, σε Ηρόδ., Αριστοφ., Πλάτ. 2. έπειτα παίζω κιθάρα, σε Κ.Δ.
ψάλμα, τό, μελωδία που παράγεται από έγχορδο όργανο, ψαλμός, σε Ανθ.
ψαλμός, , I. δυνατό άγγιγμα ή τέντωμα, τράβηγμα με τα δάχτυλα· ψαλμός, λέγεται για τόξο, σε Ευρ. II. 1. κυρίως λέγεται για μουσικές χορδές, ήχος άρπας, σε Πίνδ., Αισχύλ. 2. έπειτα, άσμα που τραγουδιέται με άρπα, ψαλμός, ωδή, ύμνος, άσμα, σε Κ.Δ.
ψαλμο-χᾰρής, -ές, αυτός που παίρνει χαρά από το παίξιμο της άρπας, της κιθάρας, σε Ανθ.
ψάλτρια, (ψάλλω), γυναίκα που παίζει άρπα, αρπίστρια, κιθαρίστρια, σε Πλάτ. κ.λπ.
ψάμᾰθος[ψᾰ], , 1. ποιητ. μορφή του ψάμμος, άμμος, άμμος θάλασσας, σε Όμηρ., Σοφ. κ.λπ.· στον πληθ., νῆα ἐπὶ ψαμάθοις, πάνω στην άμμο, σε Όμηρ. 2. παροιμ., λέγεται για πλήθος που δεν μπορεί να μετρηθεί, ὅσα ψάμαθός τε κόνις τε, σε Ομήρ. Ιλ.· στον πληθ., κόκκοι άμμου, στο ίδ.
ψᾰμᾰθ-ώδης, -ες (εἶδος), = ψαμμώδης, αμμώδης, σε Ομηρ. Ύμν.
ψαμμᾰκόσιοι (όχι ψαμμοκ-), -αι, , κωμ. λέξη σχηματισμένη από τα ψάμμος, ἑκατόν, κατά αναλογία των απόλυτων αριθμητικών διακόσιοι, τριακόσιοι (από τα δὶς ἑκατόν, τρὶς ἑκατόν), λέγεται για να δηλώσει πλήθος που δεν μπορεί να μετρηθεί, σε Εύπολ.· με την ίδια σημασία επίσης ο εξογκωμένος τύπος ψαμμᾰκοσιο-γάργᾰροι, -αι, , πολλά, αναρίθμητα, σε Αριστοφ.
ψάμμη, Δωρ. ψάμμα, , = ψάμμος, σε Ηρόδ., Αισχύλ.
ψάμμῐνος, , -ον (ψάμμος), αυτός που έχει φτιαχτεί από άμμο, αμμώδης, σε Ηρόδ.