Η Λογοτεχνία στον Αστικό Χώρο

Αναζήτηση

Αναζήτηση στα περιεχόμενα λογοτεχνικών πόλεων

Ο Κλήδονας

Πρώτο καλοκαίρι στη Θεσσαλονίκη. Ποιος σκέφτηκε ότι σήμερα είναι παραμονή του Άι Γιαννιού του Αφανιστή; Ότι απόψε ανάβουν φωτιές κι αύριο ανοίγουν τον κλήδονα και ρίχνουν το λιωμένο μολύβι στο κρύο νερό;
Κι όμως η Δέσποινα τʾ Ανανία, που ʾθελε να μάθει αν θα στεφανωθεί τον Κώστα, από μέρες το σκέφτεται. Έπιασε τις φιληνάδες της την Ευδοξία, τη Χαρίκλεια, τη Χρυσαυγή και τα μιλήσανε. Δοκιμάσανε να τα κουβεντιάσουν με τις μεγάλες. Ούτε να τʾ ακούσουν εκείνες.
– Τι καμώματα είνʾ αυτά; Μας τσιτσιρίζει η προσφυγιά. Φωτιά καίει στα σπλάχνα μας ο καημός για τους χαμένους άντρες μας. Μας δέρνουν οι πέντε άνεμοι του ξεριζωμού, κι εσείς μιλάτε για κλήδονα; Σα δε ντρεπούσαστε…
Ύστερα πιάσανε τις γιαγιάδες. Αυτές στην αρχή ξαφνιάστηκαν.
– Πράματα είναι τούτα; Σε ξένον τόπο!
– Έλα, καλέ νενέ, παρακαλεί η εγγονή την κόνα Μαλαματένια. Έλα, πες στην κόνα Λέγκω, στην κόνα Αναστασία. Ο κλήδονας θα σας θυμίσει την πατρίδα… τα νιάτα σας… Θα ξεχάσετε και λίγο τα ντέρτια της προσφυγιάς.
«Λέγε, λέγε το κοπέλι, κάνει τη γριά και θέλει». Έτσι αποφασίστηκε νʾ ανοίξουν τον κλήδονα στο σπίτι της Γιωργής. Εκεί έμενε κι η Στάσα η νιόπαντρη. Τον αδελφό της Γιωργής, τον Κώστα, αγαπά η Δέσποινα.

Απʾ τα ξημερώματα της Παραμονής τʾ Άι Γιαννιού, πριν απʾ τη δουλειά, και πριν πάει σκολειό, στείλανε την Ανθούλα στη βρύση μʾ ένα χωματένιο κουμνί να το γεμίσει νερό.
– Τσιμουδιά, ακούς; αμίλητο πρέπει να ʾναι.
Την Παραμονή βγήκανε η Ευδοξία κι η Χρυσαυγή όξω απʾ τα κάστρα και φέρανε λυγαριές. Ύστερα πήγανε στις φιληνάδες τους για τα σημάδια. Στο τζαμί, στο σκολειό Αλλιάνς, στο Δημοτικό της Κασσάνδρου. Το κάθε κορίτσι έδωσε κι από ένα σημάδι. Μια χάντρα, μια δαχτυλήθρα, ένα κουμπί, μια ψεύτικη καρφίτσα, ένα σκουλαρίκι. Ό,τι είχε.
Αφού ρίξανε τα σημάδια στʾ αμίλητο νερό, σκέπασαν το κουμνί μʾ ένα κόκκινο πανί και τύλιξαν γύρω απʾ το λαιμό του λυγαριές. Το βράδυ το βάλανε στα κεραμίδια, στʾ αγιάζι. Να το γητέψει η νύχτα και τʾ άστρα. Το πήρανε πρωί πρωί πριν το ματιάσει ο ήλιος.

Απʾ τʾ απόγεμα της Παραμονής τα παιδιά της προσφυγιάς βάλθηκαν να κουβαλάνε ξυλαράκια, χόρτα, χαρτιά. Μόλις βράδιασε ανάψανε στους δρόμους φωτιές, κι άρχισαν να πηδάνε αγόρια και κορίτσια. Δίνανε κι οι μαγαζάτορες παλιόκασες, παλιοπάνερα να ταΐζουν τις φωτιές. Μόλις κλείσανε τα μαγαζιά, άρχισαν να πηδάνε κι αυτοί.

Την πιο μεγάλη φωτιά την ανάψανε τα παιδιά στην αυλή του τζαμιού. Πηδούσαν μικρά και μεγάλα και δε σταματούσαν. Αναψοκοκκίνιζαν τα μάγουλα των κοριτσιών απʾ τις φλόγες και τη χαρά της βραδιάς. Ανεβοκατέβαιναν τρεμουλιαστά σε κάθε πήδημα τα στηθάκια. Μαζευτήκανε και κάτι κρεμανταλάδες της γειτονιάς. Ίσαμε κει πάνω τα σάλτα στη φωτιά. Άρχισαν και τα πειράγματα.
– Φτάνει πια. Κοντεύει δέκα η ώρα. Κι αύριο έχουμε να πάμε στη δουλειά. Άντε, και του χρόνου στα σπίτια μας, τους διώξανε οι γυναίκες.

Την άλλη μέρα, ύστερα απʾ τη λειτουργία, μαζευτήκανε τα κορίτσια στο σπίτι της Στάσας. Απʾ τα χαράματα η Γιωργή στο πόδι. Να τελειώσει τις δουλειές. Να προφτάσει τον κλήδονα. Το ίδιο η μητέρα της η κόνα Αναστασία. Το ίδιο κι οι άλλες.
Στρώσανε στην αυλή μια κουρελού. Στη μέση η δεκάχρονη Μαργαρίτα, η μοναχοκόρη της Ειρήνης και του Στέργιου. Μπροστά της το σκεπασμένο κουμνί με τα σημάδια. Γύρω γύρω τα κορίτσια.
Η Χρυσαυγή βγάζει τη λυγαριά απʾ το λαιμό του κουμνιού και λέει.

Ανοίξετε τον κλήδονα στʾ Άι Γιαννιού τη χάρη
Κι όπου ʾχει την τύχη την καλή, θα βρει το παλικάρι.

Πρόσεξε, συμβουλεύει τη Μαργαρίτα η κόνα Αναστασία, που κάτι ξέρει από κλήδονα, πρόσεξε. Ό,τι πιάσει το χέρι σου, αυτό θα βγάλεις. Όχι να διαλέγεις. Ακούς; Τίμια πράματα.
Της σκεπάσανε το κεφάλι και το μούτρο μʾ ένα άσπρο τούλι κι αρχίσανε τα στιχάκια.

Αυτό το «αχ» σα θα σου πω,
τρέμουν τα καλντερίμια.
Τρέμουν στη Σμύρνη τα τσαρσιά,
στην Πόλη τα γεφύρια.

Η Μαργαρίτα χώνει το χέρι στο κουμνί και βγάζει μια παραμάνα.
Ήτανε της Σμυρνιάς της Λευτερίτσας που αγαπούσε τον Αντρέα τον Πολίτη. Όλες χειροκροτήσανε. Εκείνη κατέβασε τα μάτια κι έγινε κόκκινη σαν παπαρούνα.
Αρχίζει πάλι η Χρυσαυγή.

Εχάθηκες, και ποιον να δω; και ποιον να απαντήσω;
Και ποια πουλάκια ʾγω να βρω, για σένα να ρωτήσω;

Βγάζει η Μαργαρίτα ένα δαχτυλιδάκι. Ήτανε της Αντιγόνης, που ο αρραβωνιαστικός της έμεινε αιχμάλωτος.
Όλες σωπάσανε. Εκείνη δε μπόρεσε να κρατηθεί. Αρχίζει τα κλάματα και φεύγει.
– Βρε, μήπως και το κάνατε επίτηδες; ρωτάει η κόνα Αναστασία.
– Τι επίτηδες; λέει η Χρυσαυγή. Και πού ξέρει η Μαργαρίτα του καθενός τα σημάδια;

Χρυσοχόου Ιφιγένεια, Ξεριζωμένη γενιά. Το χρονικό της προσφυγιάς στη Θεσσαλονίκη, Φιλιππότη, Αθήνα 1981, σελ. 79-81.