Εξώφυλλο

Αριάδνη

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας

της Δήμητρας Μήττα

ΔΕΣΜΟΙ

 

Προβιά

 

Η προβιά παραπέμπει στον ποιμένα βασιλιά και σε εποχές που πηγή πλούτου για τον βασιλιά ήταν τα κοπάδια του και η κλοπή ζώων που απαύξανε την περιουσία του. Επίσης, η χρυσή προβιά παραπέμπει στον τρόπο με τον οποίο συλλεγόταν ο χρυσός από τα νερά ποταμών: «οι εγχώριοι αρύονται δέρματα αιγών κείραντες και καθιέντες εις το ύδωρ» (Etym. Mag.), έριχναν, δηλαδή, γιδοπροβιές στα νερά του ποταμού και αγκίστρωναν τα ψήγματα του πολύτιμου μετάλλου στην τριχωτή πλευρά τους.

Σύμφωνα με μια εκδοχή του μύθου η συγκεκριμένη προβιά, το δέρας, προέκυψε ως εξής: Αν και ο Ατρέας είχε τάξει το ωραιότερο ζώο του κοπαδιού του στην Άρτεμη, ωστόσο, όταν βρήκε στο κοπάδι του ένα αρνί με χρυσόμαλλο δέρας δεν το θυσίασε στη θεά αλλά κράτησε για λογαριασμό του το δέρας και το φύλαξε μέσα σε λάρνακα. Κρυφά το παρέδωσε η σύζυγός του Αερόπη στον εραστή της Θυέστη, ο οποίος το ανέδειξε σε σύμβολο εξουσίας, καθώς πρότεινε να ανακηρυχθεί βασιλιάς των Μυκηνών αυτός που θα παρουσίαζε ένα χρυσόμαλλο δέρμα. Ο Ατρέας, μη γνωρίζοντας την κλοπή του δέρατος από τη γυναίκα του, δέχτηκε. Ο Θυέστης νίκησε. Όμως με παρέμβαση του Δία μέσω του Ερμή, ο Ατρέας συμφώνησε να κρατήσει την εξουσία ο Θυέστης, εκτός αν ο ήλιος έδυε στην Ανατολή. Το θαύμα συντελέστηκε, ο Ατρέας έγινε βασιλιάς των Μυκηνών και ο Θυέστης εξορίστηκε.

Σύμφωνα με άλλη εκδοχή του μύθου η προβιά είχε δοθεί από τον ίδιο τον Ερμή στον Ατρέα. Η εμπλοκή του ποιμένα θεού Ερμή στον μύθο παραπέμπει στον μύθο της αρπαγής της εγγονής του Μίνωα και της Πασιφάης Απημοσύνης από τον Ερμή. Σύμφωνα με τον μύθο, ο θεός ερωτεύτηκε το κορίτσι, αλλά αυτή συνέχεια του ξεγλιστρούσε. Για να την πιάσει, ο Ερμής έστρωσε φρεσκοδαρμένα τομάρια στον δρόμο απ' όπου θα περνούσε η κοπέλα κουβαλώντας νερό. Η κοπέλα γλίστρησε και ο Ερμής την έπιασε. Ο μύθος παραπέμπει στον αρχέγονο μύθο του κατακλυσμού, που έχει συνδεθεί με τελετουργίες για τη σπορά και την αρχή του νέου χρόνου, του ετήσιου κύκλου των εργασιών της κοινότητας. Με τον ίδιο τρόπο μπορούμε να κατανοήσουμε τον μύθο εκείνο σύμφωνα με τον οποίο οι Μούσες, κατά τη διάρκεια της πορείας τους υπό βροχή από τον Ελικώνα στον Παρνασσό, βρίσκουν κατάλυμα στο παλάτι του βασιλιά Πυρηνέα στη Δαυλίδα, ο οποίος πρόσφερε φιλοξενία, με απώτερο σκοπό να τις βιάσει (Οβ., Μεταμ. 5.275 κ.ε.).

 

Νερά κοντά στα ιερά της Άρτεμης

 

Ο Παυσανίας μιλά και για μια κρήνη κοντά στο άγαλμα της Αρτέμιδος στην Κόρινθο· επάνω υψώνεται ένας Βελλερεφόντης και το νερό τρέχει από την οπλή του ίππου Πήγασου (2.3.5). Στην Τροιζήνα επίσης ο Σάρων ίδρυσε ιερό για την Άρτεμη Σαρωνίδα κοντά σε μια τελματώδη και ρηχή θάλασσα (Παυσ. 2.30.7). Στη Βοιωτία, στον δρόμο για τα Μέγαρα υπήρχε μια πηγή στην οποία ο Ακταίων είδε την Άρτεμη να λούζεται (Παυσ. 9.2.3), στη Μεθώνη ιερό της Αρτέμιδος και πηγάδι με νερό ανάμικτο με πίσα (Δ, 35, 8), στην Ολυμπία βωμός για θυσίες στον Αλφειό και την Αρτέμιδα (5.14.6), ενώ οι Λετρίνοι λατρεύουν την Αλφαία Άρτεμη από το ιερό της οποίας και σε απόσταση 6 σταδίων υπάρχει λίμνη που δεν ξεραίνεται (6.22.8-11). Κοντά στην πόλη των Πατρών υπήρχε το ιερό της Τρικλαρίας Αρτέμιδος στην οποία θυσιάζονταν κάθε χρόνο ένας νέος και μια νέα, για να κατευνασθεί η οργή της εναντίον του Μελάνιππου και της Κομαιθώς που είχαν ενωθεί ερωτικά μέσα στο ιερό της. Ο ποταμός που περνούσε κοντά από το ιερό της ονομαζόταν Αμείλιχος. Ύστερα όμως από τον κατευνασμό της θεάς με την άφιξη στον τόπο του αγάλματος του Διονύσου της Τροίας από τον Ευρύπυλο σταμάτησε το κακό και οι ανθρωποθυσίες και ο ποταμός μετονομάστηκε σε Μείλιχο (7.19). Στην περιοχή των Τρικολώνων λατρευόταν η Άρτεμη με το επίθετο Καλλίστη σε ιερό με πηγή (8.35.8), στη συμβολή των ποταμών Λύμαξ και Νέδα υπήρχε το ιερό της Ευρυνόμης που ο λαός της Φιγαλίας θεωρούσε επίθετο της Άρτεμης (8.41.4-5), στη Στύμφαλο λατρευόταν η Στυμφαλία Άρτεμις, όπου επίσης κυριαρχούν τα νερά.

Ο Walter Burkert επισημαίνει ότι περισσότερα είναι τα ιερά της Δήμητρα που συνδέονται με νερά (Ελληνική μυθολογία και τελετουργία. Δομή και ιστορία. Mετ. Ηλέκτρα Ανδρεάδη. Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 1993, σελ. 196). Αντίθετα, η Υvette Morizot και ο René Ginouvès επισημαίνουν τη σύνδεση της Άρτεμης με το νερό, την οποία συγκεκριμενοποιούν μέσα από μια εξέταση ιερών με πηγές, πηγάδια, λίμνες, έλη, επισημαίνοντας τη γονιμοποιοό ενέργεια του νερού στιε ισροτελεστίες μύησης, κυρίως τις προγαμιαίες, αλλά και σε κάθε είδους μιάσματα (Υvette Morizot, «Artemis, l' eau et la vie humaine»· René Ginouvès, «L' eau dans les sanctuaires medicaux», L' eau, la sante et la maladie dans le monde grec, BCH, Supplement 28, σ. 201-216).

 

Καρυάτις Άρτεμις

 

τρίτη δὲ ἐκ τῆς ὁδοῦ τῆς εὐθείας ἐκβολὴ κατὰ τὰ δεξιὰ ἐς Καρύας ἄγει καὶ ἐς τὸ ἱερὸν τῆς Ἀρτέμιδος. τὸ γὰρ χωρίον Ἀρτέμιδος καὶ Νυμφῶν ἐστιν αἱ Κάρυαι καὶ ἄγαλμα ἕστηκεν Ἀρτέμιδος ἐν ὑπαίθρῳ Καρυάτιδος· χοροὺς δὲ ἐνταῦθα αἱ Λακεδαιμονίων παρθένοι κατὰ ἔτος ἱστᾶσι καὶ ἐπιχώριος αὐταῖς καθέστηκεν ὄρχησις. (Παυσ. 3.10.7)

Άρτεμη και Ατρείδες

 

Σηκώθη [ο Αγαμέμνων], περιέβαλε το στήθος με χιτώνα,

στα λαμπρά πόδια πέδιλα επρόσδεσεν ωραία,

δέρμα μεγάλου λέοντος εφόρεσε στους ώμους

ξανθό μακρύ κι εφούκτωσε το δυνατό κοντάρι.

Ομοίως και ο Μενέλαος - ουδέ στα βλέφαρά του

εκάθιζ΄ ύπνος - τρόμαζε μη πάθουν οι Αργείοι,

που εξ αφορμής του απέραντα πελάγ΄ είχαν περάσει

και πόλεμον απότολμον εκίνησαν στην Τροίαν.

Στους πλατείς ώμους φόρεσε δέρμα στικτό της πάρδου,

χάλκινο κράνος έβαλε στην κεφαλήν κι επήρε

την λόγχην εις το χέρι του κι επήγε να σηκώσει

τον αδελφόν του, κι ήτο αυτός των βασιλέων πρώτος

εις τους Αργείους, και ως θεόν τον ετιμούσαν όλοι.

(Ιλ., Κ 21-33, μετ. Ι. Πολυλάς)

 

Καρυᾶτις και καρυατίζω

 

Η λέξη καρυᾶτις, πέρα από το να είναι ένα επίθετο για την Άρτεμη (Παυσ. 3.10.7), δηλώνει και το λακωνικό όρχημα προς τιμή της Άρτεμης (Πολυδ. 4. 104). Αντίστοιχα, το ρήμα καρυατίζω σημαίνει ορχούμαι το συγκεκριμένο όρχημα:

10. Οι Λακεδαιμόνιοι, οίτινες θεωρούνται ως οι ανδρειότεροι των Ελλήνων, εδιδάχθησαν παρά του Πολυδεύκους και Κάστορος να καρυατίζουν - είνε δε τούτο είδος ορχήσεως, το οποίον χορεύεται εις τας Καρύας της Λακωνικής - και πράττουν τα πάντα ρυθμικώς· και εις αυτόν ακόμη τον πόλεμον πορεύονται με ρυθμόν και κανονίζουν το βήμα των κατά τον ήχον του αυλού, ο οποίος δίδει και το πρώτον σύνθημα προς την μάχην. Κατώρθωναν δε να νικούν πάντοτε, οδηγούμενοι υπό της μουσικής και της ευρυθμίας.Αλλά και τώρα ακόμη δύνασαι να ίδης τους εφήβους των να εξασκούνται περισσότερον εις τον χορόν παρά εις την οπλομαχητικήν. Όταν παύσουν αγωνιζόμενοι εις το παγκράτιον και αλληλοκτυπούμενοι, αι ασκήσεις των τελειώνουν εις χορόν. Ο αυλητής κάθηται εις το μέσον αυτών και αυλεί και κροτεί με τον πόδα, οι δε νέοι ακολουθούν αλλήλους εις γραμμήν και χορεύοντες λαμβάνουν διαφόρους στάσεις κινούμενοι ρυθμικώς, άλλοτε μεν πολεμικάς, άλλοτε δε ερωτικάς και βακχικάς. 11. Και το άσμα, με το οποίον συνοδεύουν την όρχησιν, είνε επίκλησις προς την Αφροδίτην και τους Έρωτας, τους οποίους καλούν να λάβουν μέρος εις το άσμα και την όρχησιν αυτών, το δε άλλο άσμα - διότι δύο άσματα τραγουδούν - διδάσκει και πώς πρέπει να χορεύουν· εμπρός παιδιά το πόδι, λέγει το τραγούδι, κι' ας βράση ο χορός. Λουκιανός, περί Ορχήσεως 10-11, μετ. Ιωάννης Κονδυλάκης)

 

Καρυάτιδες

 

Ο Λακτάντιος στα σχόλιά του στη Θηβαΐδα του Στάτιου (ρωμαίος ποιητής του 1ου αι. μ.Χ.) αναφέρει ότι τα κορίτσια που χόρευαν στις Καρύες για την Άρτεμη, αυτοκτόνησαν κάποια στιγμή από φόβο μήπως τους συμβεί κάτι -κρεμάστηκαν από κλαδί παρακείμενης καρυδιάς. Η αφήγηση του Λακτάντιου αφορμάται ίσως από ένα περιστατικό που αναφέρει ο Παυσανίας και το οποίο διαδραματίστηκε κατά τον Β' Μεσσηνιακό πόλεμο (685-668 π.Χ.). Στις Καρυές, στον δρόμο από τη Σπάρτη στην Τεγέα, υπήρχε υπαίθριο ιερό αφιερωμένο στην Άρτεμη και τις Νύμφες. Εκεί τελούνταν θυσία ή γιορτή με χορούς από τα κορίτσια της Λακωνίας. Ο Αριστομένης (μορφή των αρχών του 5ου αι. π.Χ.), πρωταγωνιστής της εξέγερσης των Μεσσηνίων εναντίον των Σπαρτιατών εισβολέων έστησε ενέδρα στο ιερό και απήγαγε τις Καρυάτιδες, τις οποίες οι στρατιώτες του προσπάθησαν να βιάσουν προφανώς κάτω από την επίδραση κρασιού:

[…] στην πρόθεσή του [του Αριστομένη] να εισβάλει νύχτα στη Σπάρτη εμποδίστηκε από τα φαντάσματα της Ελένης και των Διοσκούρων. Όμως, μια μέρα μετά έστησε ενέδρα και συνέλαβε από τις παρθένες που χόρευαν στις Καρυές προς τιμή της Άρτεμης εκείνες που οι πατεράδες τους υπερείχαν στον πλούτο και τα αξιώματα. Τις κουβάλησε σε μια μεσσηνιακή πολίχνη και έπειτα ξεκουραζόταν, αφού εμπιστεύτηκε τη φύλαξή τους σε άνδρες του λόχου του. Τότε, οι νεότεροί τους, μεθυσμένοι, όπως πιστεύω, και απερίσκεπτοι οπωσδήποτε, προσπάθησαν να βιάσουν τις παρθένες και δεν έδιναν καμιά σημασία στον Αριστομένη που προσπαθούσε να τους εμποδίσει, γιατί επιχειρούσαν πράξη εντελώς ασυνήθιστη στους Έλληνες. Έτσι, αναγκάστηκε να σκοτώσει ο ίδιος τους πιο μεθυσμένους από αυτούς. Τις αιχμάλωτες τις ανέλαβε προσωπικά και τις απελευθέρωσε παρθένες, όπως ήταν πριν τις αιχμαλωτίσει. (Παυσ. 4.16.9).

Δεν αποκλείεται στη διήγηση του ιστορικού γεγονότος να παρεισέφρησαν στοιχεία που ανήκουν στον ιδρυτικό μύθο της λατρείας. Επεισόδια που συγκροτούν τους ιδρυτικούς μύθους εφηβικών τελετουργιών, η αρπαγή και ο βιασμός, μπορούν να ενταχθούν σε μια παραϊστορική διήγηση, που σκοπός της είναι η ιδεολογική υπεράσπιση μιας πολιτικής ενέργειας. Ιστορικά γεγονότα συμπλέκονται με μυθικά συμβάντα και τελετουργίες μύησης των εφήβων σε μια ιδεολογική αποτίμηση. Όσο για τη συσχέτιση των Καρυάτιδων με τα αρχιτεκτονικά στοιχεία στήριξης του θριγκού ενός οικοδομήματος μπορεί να οφείλεται στη φήμη που είχαν οι νεαρές Σπαρτιάτισσες.

 

 

 

Θεομαχία. Ποσειδώνας, Απόλλωνας, Άρτεμη, Ήρα

 

Σ' εκείνον τότε ο τοξευτής απάντησεν ο Φοίβος:

«Ω Ποσειδών, για φρόνιμον, θαρρώ, που δεν θα μ' έχεις,

αν για τους άμοιρους θνητούς με σένα πολεμήσω·

που ωσάν τα φύλλα πρόσκαιροι πότε φωτιά γεμάτοι

χαίρονται τους καρπούς της γης, και πότε να μαραίνουν

τους βλέπεις ώσπου σβήνονται· κι εμείς από την μάχην

ας παύσομε, και μόνοι τους ας πολεμούν εκείνοι».

Είπεν αυτά κι εστράφη αλλού· το σέβας τον κρατούσε

επάνω στον πατράδελφον το χέρι να σηκώσει.

Κι η αδελφή του των θεριών θεά προσκυνημένη,

Άρτεμις, η αγριοκάτοικη, πολύ τον αποπήρε:

«Φεύγεις, τοξότη, άφησες του Ποσειδώνος όλην

την νίκην και τον έκαμες αδίκως να καυχάται·

ανόητε το τόξο αυτό φορείς εις τα χαμένα·

να μη σ΄ ακούσω στο εξής στο δώμα του πατρός μας

να το καυχάσαι, ως έκανες, εμπρός των αθανάτων,

που είσαι καλός ν΄ αντισταθείς εσύ στον Ποσειδώνα».

Είπε και δεν απάντησεν ο μακροβόλος Φοίβος,

κι η σεβασμία του Διός ομόκλινη εχολώθη

και την τοξεύτραν Άρτεμιν ονείδισε και είπε:

«Ω σκύλ΄ αδιάντροπη, τολμάς συ να σταθείς εμπρός μου;

Κακά μετριέσαι συ μ' εμέ και ας είσαι τοξοφόρα,

αφού σε διόρισεν ο Ζευς λεοντάρι στες γυναίκες,

και να φονεύεις σου 'δωκεν όποιαν εσύ θελήσεις.

Καλύτερό σου στα βουνά αγρίμια κι ελαφίνες

να ρίχνεις ή να μάχεσαι με τους καλύτερούς σου.

Και αν πάλιν θέλεις πόλεμον, δοκίμασε να μάθεις

συ που μ' εμέ συγκρίνεσαι, πόσ' είμαι ανώτερή σου».

Είπε και αυτής τα χέρια με το ζερβί της πιάνει

με τ' άλλο την τοξοσκευήν της παίρνει από τους ώμους

και στα ριζαύτια την κτυπά γελώντας με τα βέλη·

κι εστρέφετ΄ όλη κι έπεφταν τα βέλη απ' την φαρέτραν.

Κλαίοντας έφυγε η θεά, καθώς πετά τρυγόνα

από γεράκι φεύγοντας εις χαραμάδα βράχου,

ότι γι' αυτήν δεν έφθασεν η ώρα του θανάτου·

ομοίως έφυγε η θεά και αφήκε αυτού τα βέλη.

[…]

κι εσύναζε η Λητώ τα κυρτωμένα τόξα,

που ήσαν πεσμένα εδώ κι εκεί στον στρόβιλον της σκόνης.

Κι έφυγ' εκείνη παίρνοντας της κόρης της τα τόξα·

και τούτ' ήλθε στον Όλυμπον στο δώμα του Κρονίδη,

και στου πατρός τα γόνατα εκάθισε να κλαίει,

κι έτρεμεν όλο επάνω της τ' αμβρόσιον ένδυμά της.

Την δέχθηκε στον κόλπον του κι εγέλασε ο πατέρας,

κι ερώτα: «Ποίος των θεών σου 'καμε αυτά, παιδί μου,

ως να 'χε σ' έβρει φανερά κάποιο κακό να πράξεις;»

Σ' αυτόν η καλοστέφανη αντείπε κυνηγήτρα:

«Η Ήρα σου η λευκόχερη με έπληξε, πατέρα,

και την διχόνοιαν έσπειρεν αυτή στους αθανάτους».

(Όμ., Ιλ. Φ 461-513, μετ. Ι. Πολυλάς)

 

Ορφικοί ύμνοι

 

Στην Άρτεμη

 

Θυμίαμα μάννα (κόκκος λιβάνου)

Άκουσε με, βασίλισσα πολυονόματη, του Δία

σεμνή κόρη Τιτανίδα, πολυθόρυβη, τοξεύτρια,

ένδοξη, που σ' όλους λάμπεις Δίκτυννα θεά, και δάδα

κρατάς, προστάτρια τοκετών, που τις ετοιμόγεννες

βοηθάς, ενώ του τοκετού αγνοείς εσύ τους πόνους.

εσύ που τις ζώνες λύνεις κι αγαπάς τον οίστρο κι είσαι

κυνηγός κι απ' τις φροντίδες της ζωής μας απαλλάσσεις,

γοργοκίνητη, τοξεύτρια, φίλη των αγροτών,

νυχτόβια, καταφύγιο, καταδεκτική, λυτρώτρια,

αρσενικόμορφη όρθια, συ είσαι που επιταχύνεις

τους τοκετούς, θεά που τα τέκνα των ανθρώπων

τρέφεις, εσύ αγροδίαιτη, γήινη, θεριοφόνα,

καλότυχη, που των βουνών τα δάση διαφεντεύεις,

τοξεύεις λάφια, η σεβαστή βασίλισσα των πάντων,

σεμνή, βλαστάρι πάντοτε πανέμορφο, συχνάζεις

στους δρυμούς, σε συνοδεύουν σκύλοι, ποικιλόμορφη

Κυδωνιάδα. Κόπιασε σ' όλους τους μύστες φίλη,

θεά σωτήρια, ευπρόσιτη, φέρνοντας καρπούς ωραίους

απ' τη γη και την ειρήνη την ποθητή, κι ακόμη

την καλλιπλόκαμη υγεία· και είθε στων βουνών να στέλνεις

τις αψηλές τις κορυφές τις ασθένειες και τους πόνους.

(απόδοση, με μικρές προσαρμογές, Π.Δ. Νικολαΐδη-Ασιλάνη)

 

Στην Προθυραία

 

Θυμίαμα δυόσμος

Άκου με πολυονόματη, πανσεβάσμια θέαινα,

που στις ωδίνες βοηθάς κα προσβλέπεις με συμπάθεια

στις λεχώνες. Συ ο σωτήρας είσαι θηλυκών, που μόνον

εσύ πονάς για τα παιδιά και με στοργή τα βλέπεις,

και τη γέννα επιταχύνεις και στις λύπες των ανθρώπων

σπεύδεις βοηθός σαν να είσαι των θυρών προστάτρια.

Εσύ είσαι φύλακας και καταδεκτική και αγαπάς πολλούς να τρέφεις

και σε όλους είσαι προσηνής. Συ τα σπίτια προστατεύεις

όλων και στα συμπόσια χαίρεσαι. Και λύνεις τις ζώνες

και είσαι αφανής, μα φαίνεσαι στα έργα όλων· συμπάσχεις

στα κοιλοπονήματα και χαίρεσαι άμα η γέννα

είναι εύκολη και γρήγορη. Είσαι η Ειλείθυια και σε φοβερές ανάγκες

λύνεις τους πόνους, γιατί μόνον εσένα καλούν οι λεχώνες

για ανακούφιση της ψυχής τους. Γιατί εσύ κάνεις τις γυναίκες

να λησμονούν του τοκετού τους πόνους. Ώ Άρτεμη Ειλείθυια

και σεβάσμια Προθυραία, άκουσέ με,

μακαρία, και χάριζε απογόνους και να είσαι

βοηθός· και να διασώζεις, καθώς εκ φύσεως εγεννήθης

και είσαι πάντοτε ή σωτηρία όλων.

(απόδοση, με μικρές προσαρμογές, Π.Δ. Νικολαΐδη-Ασιλάνη)

 

Στη Σελήνη

 

Άκου, θεά βασίλισσα, που φέρεις το φως, σεβαστή σελήνη,

με ταύρου κέρατα, νυχτοπερπατούσα Μήνη,

που πλανιέσαι, δαδοφόρα κόρη, στ' άστρα όλη νύχτα,

που είσαι το πιο λαμπρό αστέρι, η Μήνη, που μεγαλώνεις

και λιγοστεύεις, θηλυκή και αρσενική που φωτίζεις

και αγαπάς τους ίππους, μητέρα του χρόνου, που φέρεις καρπούς,

λαμπερή, σκυθρωπή, καταυγάζεις και γνοιάζεσαι τις γέννες·

βλέπεις τα πάντα· σου αρέσει να αγρυπνάς· αστέρια

πανώρια σε συνοδεύουν, χαίρεσαι στη νυχτερινή ησυχία,

στην καλότυχη τη νύχτα. Είσαι λαμπρή, δίνεις χαρά,

φέρεις σε πέρας τις δουλειές και είσαι το καμάρι της νύχτας.

Είσαι η μακρόπεπλη βασίλισσα των άστρων και τρέχεις κυκλικά, ώ κόρη,

και σοφία είσαι γεμάτη και το πιο λαμπρό άστρο.

Έλα, μακαρία, με χαρά, λάμπουσα με το δικό σου

φέγγος και σώσε, ώ κόρη, τους ικέτες σου τους νέους.

(απόδοση, με μικρές προσαρμογές, Π.Δ. Νικολαΐδη-Ασιλάνη)

 

Ομηρικοί ύμνοι στην Άρτεμη

 

(α)

Μούσα, ύμνησε την Άρτεμη, την αδερφή του μακρορίχτη θεού,

την παρθένα που σκορπάει τα βέλη της, την ομότροφη του Φοίβου,

που ζεύοντας τ' άλογά της στον κατάφυτο με σχοίνα Μέλητα

γοργά οδηγεί μέσα από τη Σμύρνη το ολόχρυο αμάξι της

στην αμπελοφυτεμένη Κλάρο, όπου ο αργυρότοξος Φοίβος

κάθεται και περιμένει την μακρορίχτρα που ρίχνει τα βέλη της.

Κι εσύ και όλες μαζί οι θεές να χαίρεστε με το τραγούδι·

όμως εγώ εσένα πρώτα κι από σένα άρχισα να τραγουδώ

κι από σένα αρχίζοντας θα συνθέσω κι άλλον ύμνο.

(Μετ. Θ. Γ. Μαυρόπουλος)

 

(β)

Τραγουδώ την Άρτεμη τη χρυσόβελη και πολυθόρυβη,

τη σεβαστή παρθένα, την ελαφοτοξεύτρια, που ρίχνει τα βέλη της,

τη δίδυμη αδελφή του χρυσόσπαθου Απόλλωνα,

αυτήν που μέσα σε σκοτεινά βουνά και σε ανεμόδαρτες κορυφές

χαίρεται με το κυνήγι και τεντώνει τα ολόχρυσα τόξα της

εξαπολύοντας βέλη στεναχτικά· τραντάζονται

οι κορυφές των υψηλών βουνών και αντηχούν τα ολοΐσκιωτα δάση

φοβερά από τις φωνές των αγριμιών· φρικιάζει η στεριά

και η γεμάτη ψάρια θάλασσας· ωστόσο εκείνη με δυνατή ψυχή

τριγυρίζει παντού κι εξαφανίζει τα γένη των αγριμιών.

Όταν πια ευχαριστηθεί η κυνηγήτρα των αγριμιών

κι ευχαριστήσει το νου της, χαλαρώνει τα εύκαμπτα

τόξα της και πάει στο μεγάλο ναό του αγαπημένου αδερφού,

του Φοίβου, στον πλούσιο τόπο των Δελφών, να ετοιμάσει

τον όμορφο χορό για τις Μούσες και για τις Χάριτες. Εκεί

κρεμάει τα τεντωμένα τόξα της και τα βέλη της κι έχοντας

χαριτωμένα στολίδια γύρω στο κορμί της τραβάει μπροστά

κάνοντας την κορυφαία του χορού· κι αυτές αθάνατη φωνή

βγάζοντας υμνούν την ομορφόποδη Λητώ, πως γέννησε παιδιά

που είναι τα καλύτερα παιδιά στις σκέψεις και στα έργα.

Να έχετε χαρές, παιδιά του Δία και της ομορφόμαλλης Λητώς·

κι εγώ και σ' άλλο τραγούδι ου εσάς θα μνημονεύσω.

(Μετ. Θ. Γ. Μαυρόπουλος)

 

Προσευχή στην Άρτεμη - Εκάτη - Σελήνη

 

Ρήγισσα των δασών που ζεις στα όρη

και στων βουνών τις ερημιές λατρεύουν

εσένα μόνο, τα δυσοίωνα στρέψε

σημεία των οιωνών προς το καλύτερο.

Μεγάλη εσύ θεά μέσα στα δάση

και τ' άλση τα ιερά, λαμπρό στολίδι

της νύχτας, άστρο πάμφωτο, ο δικός σου

ο γυρισμός φωτίζει όλον τον κόσμο·

τρίμορφη Εκάτη, έλα, βοήθησέ με

σ' ό,τι πασκίζω να πετύχω, κάνε

πιο μαλακό το φέρσιμο να γίνει

του Ιππόλυτου του αγέρωχου, τα λόγια

που θα του πω καλότροπα ν' ακούσει.

Γλύκανε την αγλύκαντη καρδιά του·

μάθε του την αγάπη και ν' αντέχει

τις φλόγες που ο έρωτας φουντώνει.

Το μυαλό του συμμάζεψε· στο νόμο

της Αφροδίτης να γυρίσει ο άσπλαχνος,

ο άγριος κι αμάλαγος. Σε τούτο

βάλε τη δύναμή σου και μακάρι

με πρόσωπο καθάριο να προβαίνεις

και τα λαμπρά σου κέρατα να διώχνουν

τα σύννεφα· στο νυχτωμένο αιθέρα

να οδηγείς το αμάξι σου και μήτε

της Θεσσαλίας τα μάγια να μπορούνε

να σε τραβήξουν κάτω, μήτε δόξα

βοσκός κανένας από σε να λάβει.

Έλα που σε καλώ· τις προσευχές μου

με διάθεση καλή στέρξε ν' ακούσεις.

(Σενέκας, Ιππόλυτος ή Φαίδρα, μετ. Τάσος Ρούσσος, στ. 406-425)

 

Κερυνίτις έλαφος

 

Σαν τρίτο άθλο τον διέταξε να φέρει ζωντανό στις Μυκήνες το ελάφι από το όρος Κερύνεια. Αυτό το ελάφι βρισκόταν στην Οινόη, είχε χρυσά κέρατα και ήταν αφιερωμένο στην Άρτεμη· γι' αυτόν τον λόγο, και επειδή ο Ηρακλής δεν ήθελε ούτε να το σκοτώσει ούτε να το πληγώσει, το κυνήγησε για έναν ολόκληρο χρόνο. Όταν το ζώο, κουρασμένο από την καταδίωξη, κατέφυγε στο βουνό που το έλεγαν Αρτεμίσιο, και από εκεί στον ποταμό Λάδωνα, την ώρα που πήγαινε να τον περάσει, το χτύπησε με τα βέλη του και το έπιασε, το έβαλε στους ώμους του και το μετέφερε γρήγορα μέσα από την Αρκαδία. Συνάντησε, όμως, τυχαία την Άρτεμη μαζί με τον Απόλλωνα, η οποία ζητούσε να του το πάρει και τον κατηγορούσε ότι σκόπευε να το σκοτώσει. Εκείνος, όμως, δικαιολογήθηκε επικαλούμενος την ανάγκη και ρίχνοντας την ευθύνη στον Ευρυσθέα, καταπράυνε την οργή της θεάς και μετέφερε ζωντανό το ζώο στις Μυκήνες. (Απολλόδωρος 2.5.3)

 

Άρτεμις Δίκτυννα

 

Ω κόρη της Λητώς,

Δίχτυννα εσύ βουνίσια,

προς την αυλή σου, προς του ωριόστυλου,

ναού τη χρυσοστόλιστη γρηπίδα,

έρχομαι, αγνή παρθένα,

της ιέρειας της αγνής εγώ δουλεύτρα·

(Ευρ., Ιφ. εν Τ. 126-131)