Εξώφυλλο

Ανθολογίες

Ανθολογία Αρχαϊκής Λυρικής Ποίησης

Επιμ. Σωτήρης Τσέλικας

ΣΗΜΩΝΙΔΗΣ Ο ΑΜΟΡΓΙΝΟΣ

απ. 7 West

χωρὶς γυναικὸς θεὸς ἐποίησεν νόον
τὰ πρῶτα. τὴν μὲν ἐξ ὑὸς τανύτριχος,
τῆι πάντ᾽ ἀν᾽ οἶκον βορβόρωι πεφυρμένα
ἄκοσμα κεῖται καὶ κυλίνδεται χαμαί·
5 αὐτὴ δ᾽ ἄλουτος ἀπλύτοις ἐν εἵμασιν
ἐν κοπρίηισιν ἡμένη πιαίνεται.
τὴν δ᾽ ἐξ ἀλιτρῆς θεὸς ἔθηκ᾽ ἀλώπεκος
γυναῖκα πάντων ἴδριν· οὐδέ μιν κακῶν
λέληθεν οὐδὲν οὐδὲ τῶν ἀμεινόνων·
10 τὸ μὲν γὰρ αὐτῶν εἶπε πολλάκις κακόν,
τὸ δ᾽ ἐσθλόν· ὀργὴν δ᾽ ἄλλοτ᾽ ἀλλοίην ἔχει.
τὴν δ᾽ ἐκ κυνός, λιτοργόν, αὐτομήτορα,
ἣ πάντ᾽ ἀκοῦσαι, πάντα δ᾽ εἰδέναι θέλει,
πάντηι δὲ παπταίνουσα καὶ πλανωμένη
15 λέληκεν, ἢν καὶ μηδέν᾽ ἀνθρώπων ὁρᾶι.
παύσειε δ᾽ ἄν μιν οὔτ᾽ ἀπειλήσας ἀνήρ,
οὐδ᾽ εἰ χολωθεὶς ἐξαράξειεν λίθωι
ὀδόντας, οὐδ᾽ ἂν μειλίχως μυθεόμενος,
οὐδ᾽ εἰ παρὰ ξείνοισιν ἡμένη τύχηι,
20 ἀλλ᾽ ἐμπέδως ἄπρηκτον αὑονὴν ἔχει.
τὴν δὲ πλάσαντες γηΐνην Ὀλύμπιοι
ἔδωκαν ἀνδρὶ πηρόν· οὔτε γὰρ κακὸν
οὔτ᾽ ἐσθλὸν οὐδὲν οἶδε τοιαύτη γυνή·
ἔργων δὲ μοῦνον ἐσθίειν ἐπίσταται.
25 κὤταν κακὸν χειμῶνα ποιήσηι θεός,
ῥιγῶσα δίφρον ἄσσον ἕλκεται πυρός.
τὴν δ᾽ ἐκ θαλάσσης, ἣ δύ᾽ ἐν φρεσὶν νοεῖ·
τὴν μὲν γελᾶι τε καὶ γέγηθεν ἡμέρην·
ἐπαινέσει μιν ξεῖνος ἐν δόμοις ἰδών·
30 «οὐκ ἔστιν ἄλλη τῆσδε λωΐων γυνὴ
ἐν πᾶσιν ἀνθρώποισιν οὐδὲ καλλίων»·
τὴν δ᾽ οὐκ ἀνεκτὸς οὐδ᾽ ἐν ὀφθαλμοῖς ἰδεῖν
οὔτ᾽ ἄσσον ἐλθεῖν, ἀλλὰ μαίνεται τότε
ἄπλητον ὥσπερ ἀμφὶ τέκνοισιν κύων,
35 ἀμείλιχος δὲ πᾶσι κἀποθυμίη
ἐχθροῖσιν ἶσα καὶ φίλοισι γίνεται·
ὥσπερ θάλασσα πολλάκις μὲν ἀτρεμὴς
ἕστηκ᾽, ἀπήμων, χάρμα ναύτηισιν μέγα,
θέρεος ἐν ὥρηι, πολλάκις δὲ μαίνεται
40 βαρυκτύποισι κύμασιν φορεομένη.
ταύτηι μάλιστ᾽ ἔοικε τοιαύτη γυνὴ
ὀργήν· φυὴν δὲ πόντος ἀλλοίην ἔχει.
τὴν δ᾽ ἔκ †τε σποδιῆς† καὶ παλιντριβέος ὄνου,
ἣ σύν τ᾽ ἀνάγκηι σύν τ᾽ ἐνιπῆισιν μόγις
45 ἔστερξεν ὦν ἅπαντα κἀπονήσατο
ἀρεστά· τόφρα δ᾽ ἐσθίει μὲν ἐν μυχῶι
προνὺξ προῆμαρ, ἐσθίει δ᾽ ἐπ᾽ ἐσχάρηι.
ὁμῶς δὲ καὶ πρὸς ἔργον ἀφροδίσιον
ἐλθόντ᾽ ἑταῖρον ὁντινῶν ἐδέξατο.
50 τὴν δ᾽ ἐκ γαλῆς, δύστηνον οἰζυρὸν γένος·
κείνηι γὰρ οὔ τι καλὸν οὐδ᾽ ἐπίμερον
πρόσεστιν οὐδὲ τερπνὸν οὐδ᾽ ἐράσμιον.
εὐνῆς δ᾽ ἀδηνής ἐστιν ἀφροδισίης,
τὸν δ᾽ ἄνδρα τὸν περῶντα ναυσίηι διδοῖ.
55 κλέπτουσα δ᾽ ἔρδει πολλὰ γείτονας κακά,
ἄθυστα δ᾽ ἱρὰ πολλάκις κατεσθίει.
τὴν δ᾽ ἵππος ἁβρὴ χαιτέεσσ᾽ ἐγείνατο,
ἣ δούλι᾽ ἔργα καὶ δύην περιτρέπει,
κοὔτ᾽ ἂν μύλης ψαύσειεν, οὔτε κόσκινον
60 ἄρειεν, οὔτε κόπρον ἐξ οἴκου βάλοι,
οὔτε πρὸς ἰπνὸν ἀσβόλην ἀλεομένη
ἵζοιτ᾽. ἀνάγκηι δ᾽ ἄνδρα ποιεῖται φίλον·
λοῦται δὲ πάσης ἡμέρης ἄπο ῥύπον
δίς, ἄλλοτε τρίς, καὶ μύροις ἀλείφεται,
65 αἰεὶ δὲ χαίτην ἐκτενισμένην φορεῖ
βαθεῖαν, ἀνθέμοισιν ἐσκιασμένην.
καλὸν μὲν ὦν θέημα τοιαύτη γυνὴ
ἄλλοισι, τῶι δ᾽ ἔχοντι γίνεται κακόν,
ἢν μή τις ἢ τύραννος ἢ σκηπτοῦχος ἦι,
70 ὅστις τοιούτοις θυμὸν ἀγλαΐζεται.
τὴν δ᾽ ἐκ πιθήκου· τοῦτο δὴ διακριδὸν
Ζεὺς ἀνδράσιν μέγιστον ὤπασεν κακόν.
αἴσχιστα μὲν πρόσωπα· τοιαύτη γυνὴ
εἶσιν δι᾽ ἄστεος πᾶσιν ἀνθρώποις γέλως·
75 ἐπ᾽ αὐχένα βραχεῖα· κινεῖται μόγις·
ἄπυγος, αὐτόκωλος. ἆ τάλας ἀνὴρ
ὅστις κακὸν τοιοῦτον ἀγκαλίζεται.
δήνεα δὲ πάντα καὶ τρόπους ἐπίσταται
ὥσπερ πίθηκος· οὐδέ οἱ γέλως μέλει·
80 οὐδ᾽ ἄν τιν᾽ εὖ ἔρξειεν, ἀλλὰ τοῦτ᾽ ὁρᾶι
καὶ τοῦτο πᾶσαν ἡμέρην βουλεύεται,
ὅκως τι κὠς μέγιστον ἔρξειεν κακόν.
τὴν δ᾽ ἐκ μελίσσης· τήν τις εὐτυχεῖ λαβών·
κείνηι γὰρ οἴηι μῶμος οὐ προσιζάνει,
85 θάλλει δ᾽ ὑπ᾽ αὐτῆς κἀπαέξεται βίος,
φίλη δὲ σὺν φιλέοντι γηράσκει πόσει
τεκοῦσα καλὸν κὠνομάκλυτον γένος.
κἀριπρεπὴς μὲν ἐν γυναιξὶ γίνεται
πάσηισι, θείη δ᾽ ἀμφιδέδρομεν χάρις.
90 οὐδ᾽ ἐν γυναιξὶν ἥδεται καθημένη
ὅκου λέγουσιν ἀφροδισίους λόγους.
τοίας γυναῖκας ἀνδράσιν χαρίζεται
Ζεὺς τὰς ἀρίστας καὶ πολυφραδεστάτας·
τὰ δ᾽ ἄλλα φῦλα ταῦτα μηχανῆι Διὸς
95 ἔστιν τε πάντα καὶ παρ᾽ ἀνδράσιν μενεῖ.
Ζεὺς γὰρ μέγιστον τοῦτ᾽ ἐποίησεν κακόν,
γυναῖκας· ἤν τι καὶ δοκέωσιν ὠφελεῖν
ἔχοντι, τῶι μάλιστα γίνεται κακόν·
οὐ γάρ κοτ᾽ εὔφρων ἡμέρην διέρχεται
100 ἅπασαν, ὅστις σὺν γυναικὶ †πέλεται,
οὐδ᾽ αἶψα Λιμὸν οἰκίης ἀπώσεται,
ἐχθρὸν συνοικητῆρα, δυσμενέα θεῶν.
ἀνὴρ δ᾽ ὅταν μάλιστα θυμηδεῖν δοκῆι
κατ᾽ οἶκον, ἢ θεοῦ μοῖραν ἢ ἀνθρώπου χάριν,
105 εὑροῦσα μῶμον ἐς μάχην κορύσσεται.
ὅκου γυνὴ γάρ ἐστιν οὐδ᾽ ἐς οἰκίην
ξεῖνον μολόντα προφρόνως δεκοίατο.
ἥτις δέ τοι μάλιστα σωφρονεῖν δοκεῖ,
αὕτη μέγιστα τυγχάνει λωβωμένη·
110 κεχηνότος γὰρ ἀνδρός, οἱ δὲ γείτονες
χαίρουσ᾽ ὁρῶντες καὶ τόν, ὡς ἁμαρτάνει.
τὴν ἣν δ᾽ ἕκαστος αἰνέσει μεμνημένος
γυναῖκα, τὴν δὲ τοὐτέρου μωμήσεται·
ἴσην δ᾽ ἔχοντες μοῖραν οὐ γινώσκομεν.
115 Ζεὺς γὰρ μέγιστον τοῦτ᾽ ἐποίησεν κακόν,
καὶ δεσμὸν ἀμφέθηκεν ἄρρηκτον πέδην,
ἐξ οὗ τε τοὺς μὲν Ἀΐδης ἐδέξατο
γυναικὸς εἵνεκ᾽ ἀμφιδηριωμένους
………………………………………………

Κάθε γυναίκας χώρια τον νουν έκαμε

ο θεός πρώτα· από γουρούνα τριχωτήν

αυτήν που όλα στο σπίτι έχει στο βόρβορο

και κυλισμένα χιλιανάκατα χαμαί·

κι άλουτη η ίδια μ᾽ άπλυτα φορέματα 5

κάθεται και παχαίνει στην ακαθαρσιά.

Την άλλη ο θεός γυναίκα, την παμπόνηρη,

την έχει κάμει απ᾽ αλωπού· κι από κακά

δεν της ξεφεύγει και από τ᾽ άλλα τίποτε·

συχνά το κακό λέγει, πότε το καλό, 10

πότ᾽ έτσι κάτι παίρνει, πότ᾽ αλλιώτικα.

Την άλλην από σκύλαν έκαμε ζουρλή,

που όλα ν᾽ ακούσει θέλει, νά ᾽βρει τ᾽ άπαντα·

παντού τηρά, γυρίζει και παντού μιλεί,

κι αν δεν θωρεί κανένα μπρος της άνθρωπο. 15

Και να τη φοβερίσεις, τούτη δεν σωπά,

και με την πέτρα να της σπας τα δόντια της

κι αν της γλυκομιλήσεις και παρακαλείς.

Και με τους ξένους αν καθίσει πούποτε,

πάντα σαλιάζει, πάντ᾽ ατέλειωτα λαλεί. 20

Από πηλό την άλλη οι θεοί έπλασαν

και την πάντρεψαν, την κουτήν· ούτε κακό

ούτε καλό γυναίκα τέτοια νοιάζεται·

και μόνο να μπουκώνει ξέρει το φαγί

κι αν ο θεός χειμώνα κάμει πάγκακο, 25

δεν σέρνει το σκαμνί της πρόσω στην ιστιά.

Την δίγνωμη γυναίκ᾽ από την θάλασσα

την έπλασε· μια μέρα λάμπει και γελά

και ξένοι αν την ιδούν, θα την παινέσουνε

«δεν είν᾽ άλλη γυναίκα σ᾽ όλη την στεριά 30

καλύτερη από τούτην ούτε πι᾽ όμορφη».

την άλλη μέρα δεν κοτάς να την ιδείς,

μηδέ να την κοντέψεις· αγριεύει σου

καθώς την σκύλα, που βυζαίνει τα σκυλιά·

αγέλαστη είναι σ᾽ όλους και σιχαίνονται 35

να την ιδούν κι οι φίλοι, όσο κι οι εχθροί·

καθώς συχνά σαν πήκτρα στέκ᾽ η θάλασσα

κι ακύμαντη, καμάρι μέγα των ναυτών,

το καλοκαίρι· μα συχνά μανίζεται

και κύματα φουσκώνει και βαρυκτυπά· 40

τέτοια γυναίκα μοιάζει με τη θάλασσα.

Την άλλη από γαϊδούραν έκαμε ψαρή,

που μόλις με τα λόγια και το σκούντημα

στρέγει να κάμει τ᾽ αρεσκόμενο τ᾽ ανδρός· 45

και στο κελάρι τρώγει τον περίδρομο·

ταχύ και βράδυ τρώγει μες στο μαγερειό·

και στην αγάπη δεν έχει προτίμηση·

φίλος της είν᾽ καθένας, ξένος ή δικός.

Την άλλη από νυφίτσα, γενεά πρόστυχη· 50

γλυκάδ᾽ αυτή δεν έχει, δέν εχει καλό,

δεν έχει χάρη μηδέ στάλα πάνω της·

και ωστόσο δεν χορταίνει χάδια και αγκαλιά

και τον δικό της άνδρ᾽ αηδιάζει τον.

Κι είναι και κλέφτρα και πολλή κάνει ζημιά 55

στους γείτονες· τους τρώγει και τα πρόσφορα.

Την άλλην η φοράδα γέννησε η χαδού,

που τες χοντροδουλειές δεν καταδέχεται·

δεν ᾽γγίζει μύλο, μηδέ κόσκινο ποτέ,

δεν βγάζει τα σκουπίδια από το σπίτι της, 60

στον φούρνο δεν ζυγώνει, φεύγει τον καπνό,

κι αν έχει ανάγκη, προσγελά στον άντρα της·

λούζεται κάθε μέρα δυο και τρεις φορές

και για να λάμπει, μ᾽ αλοιφές αλείφεται,

και στα μαλλιά της, κτενισμένα μια χαρά,

πάντα φορεί λουλούδια και στολίσματα. 65

Καλή είν᾽ αυτή η γυναίκα γι᾽ άλλους να χασκούν,

αμή για τον δικό της κακό γίνεται,

εξόν αν είν᾽ κανένας άρχοντας τρανός,

που αναγαλλιάζει σ᾽ τούτα τα φερσίματα. 70

Από μαϊμού την άλλην έπλασ᾽ ο θεός

και συφορά στους άνδρες την εφίλεψε.

Ασχημομούρα τούτη, όπου κι αν περνά,

όλου του κόσμου γίνεται περίγελο·

κοντόλαιμη, καμπούρα και κοντοστουμπού, 75

μόλις σαλεύει· τρισαλί στον άμοιρο,

που τέτοιο σκιάχτρο τ᾽ αγκαλιάζει σκοτεινά!

Όλες τις τέχνες ξεύρει σαν τον πίθηκο

κι όλους τους τρόπους· δεν χαμογελά ποτέ,

ποτέ καλό δεν κάνει κι όλο διαλογίζεται, 80

τούτο μονάχα μέρα νύκτα μελετά,

το πώς κακό να κάμει περισσότερο.

Την άλλη τέλος από μέλισσα· χαρά

σ᾽ εκείνον που την πάρει· πάντ᾽ ανέγκλητη,

το σπίτι στολίζει, μεγαλώνει του το βιος· 85

γερνάει αγαπημένη με τον άνδρα της,

αφού γεννήσει τίμια κι όμορφη γενιάν·

μες σ᾽ όλες τες γυναίκες ξεχωρίζεται

κι ουράνια χάρη την θωριά της περιχεί.

με θηλυκά δεν στρέγει αυτή να κάθεται 90

π᾽ άσκημα λόγια και πομπές κρυφομιλούν.

Τέτοιες γυναίκες ο θεός χαρίζει τες

τες γνωστικές στους άνδρες και τες πιο καλές.

Αμή οι γυναίκες είν᾽ το ξώπρωτο κακό 96

κι αν φαίνεται καμιά τους λίγ᾽ ωφέλιμη,

για κείνον που την έχει γίνεται κακό.

Γιατί ποτέ του δεν περνά καλόκαρδος

ολάκερη μια μέραν όποιος παντρευτεί· 100

κι αν πέσει φτώχια μες στο σπίτι, γρήγορα

δεν θα την διώξει, θα ᾽χει την μαζί κι αυτή…

Κι όποια γυναίκα φαίνεται πιο φρόνιμη 108

κείνη είν᾽ απ᾽ όλες η χειρότερη ζημιά.

Τι σαν ο άνδρας χάσκει, τότ᾽ οι γείτονες

γελούν, θωρώντας πως την έπαθε κι αυτός.

Καθείς καλοφημίζει την γυναίκα του

και την γυναίκα τ᾽ άλλου την κακολογά·

κι ίδια πως έχομ᾽ όλοι, δεν το ξέρομε.

 

Χώρια το νου κάθε γυναίκας πήρε κι έπλασε

πρώτα ο θεός: Απ᾽ τη γουρούνα τη μακρότριχη

τη μια, που στην καταρροή του σπιτικού της

όλα είναι ρέμπελα και σέρνονται κατάχαμα

κι άλουστη η ίδια, μ᾽ απλυσιά στα ρούχα της,

στη βρόμα απάνω της καθίζει και παχαίνει.

Άλλη απ᾽ την έξυπνη αλεπού ο θεός την έπλασε,

γυναίκα που όλα τα σκαρφίζεται η πανούργα

κι από τα κακά ή καλά δεν της ξεφεύγει τίποτα,

αυτά καλά τ᾽ άλλα κακά γράφει–ξεγράφει,

κι άλλοτε αλλιώς, με τα φεγγάρια δυστροπεύει.

Άλλη από μάνα σκυλομάνα γοργοπόδαρη,

τα πάντα αυτιάζεται και στρέφει να γροικήσει

και γυροφέρνει εδώθε–εκείθε αλαφιασμένη

κι όλ᾽ αλυχτά, ψυχή κοντά της ας μη φαίνεται,

ούτε και παίρνει από φοβέρες να ημερέψει.

Και πέτρα ακόμη αν της τινάξει και της σπάσει

κάποιος τα δόντια ή γαληνά κι αν τη μαυλίσει,

μακάρι και σε ξένους να καθίζει ανάμεσα,

τα υστερικά της ουρλιαχτά ποτέ δεν πνίγει.

Άλλη πλασμένη από πηλόν της γης οι Ολύμπιοι

τη δώκαν τ᾽ άλαλου τ᾽ αντρός· κουτή η γυναίκα,

ήρα από στάρι δεν μπορεί να ξεχωρίσει,

να τρώγει, αυτή ᾽ναι η μοναχή δουλειά που ξέρει·

κι αν πιάσει βαρυχειμωνιά θεού, κοντύτερα

στη θράκα σέρνει το σκαμνί και τουρτουρίζει.

Άλλη από θάλασσα, γυναίκα διπλοπρόσωπη·

θεού χαρά και γελαστή την πρώτη μέρα,

την είδε ο ξένος του σπιτιού και τη μακάρισε:

«τέτοια γυναίκα που είδα εγώ δεν είναι δεύτερη

στην οικουμένη, σαν αυτή ή καλύτερή της.»

Την άλλη μέρα να τη δεις δεν υποφέρεται

κι αν τη σιμώσεις πιο κοντά τότε σκυλιάζει,

καθώς η σκύλα στα νιογέννητα κουτάβια της,

γίνεται αζύγωτη κι αγλύκαντη και δείχνει

όμοια σε φίλους και σ᾽ εχθρούς αγριεμένη·

ωσάν τη θάλασσα κι αυτή πότε ατρικύμιστη

άβλαβη στέκει, των ναυτών χαρά μεγάλη

καλοκαιριάτικα, και πότε μανιασμένη

κύμα το κύμα απανωτά βαριά χτυπιέται·

πολύ της μοιάζει στην οργή τέτοια γυναίκα,

παρόμοια αλλάζει τη θωριά του και το πέλαγος.

Άλλη από τη σταχτερή γαϊδούρα τη χιλιόδαρτη

που στανικώς και με φοβέρες μόλις στέργει

να κάμει μια φορά και τ᾽ αφεντός το θέλημα·

κι όπου σταθεί, σ᾽ όποια κρυψώνα, νύχτα–μέρα

τρώγει, και στρώνοντας την τάβλα ξανατρώγει.

Κι αν έρθει η ώρα για κρεβάτωμα, ξαπλώνει

κι όποιος απάνω της ριχτεί καλοδεχούμενος.

Άλλη απ᾽ τη γάτα, ελεεινή γενιά, τρισάθλια·

σ᾽ αυτή δε βρίσκεις προκοπή ή και καλοσύνη,

μια χάρη καν να τη χαρείς ή να σε θέλξει.

Άμαθη από ηδονή, της πας και δε σου στέκεται

κι αν στέκει, ζάλη κι αναγούλια σε γεμίζει.

Κλέβει και φέρνει χίλια ντράβαλα στους γείτονες,

και τα σφαχτάρια απ᾽ τις θυσίες καταβροχθίζει.

Άλλη φοράδα αβρή με πλούσια χαίτη γέννησε·

δε χώνει στα έργα της μιζέριας την ουρά της,

δεν ξέρει απ᾽ άγγιγμα χερόμυλου ή και κόσκινου

και μήτε βγάζει έξω από την πόρτα τη βρομιά της,

τρέμει του φούρνου την καπνιά και δεν ζυγώνει·

τον άντρα αν πιάνει φίλον, έχει την ανάγκη του.

Καθημερινώς τη λίγη σκόνη μπανιαρίζεται

και δυο και τρεις φορές, βάζει τ᾽ αρώματα

και θε μου, αν κάμει και χτενίσει και τη χαίτη της

να πέφτει ως κάτω και με φιόρα τη στολίσει.

Είναι πανόραμα ομορφιάς τέτοια γυναίκα

γι᾽ άλλους, μα ρήμαγμα τ᾽ αντρός της που την έχει,

πάρεξ αν είναι βασιλιάς, αν είναι τύραννος,

που αυτών με τέτοια είναι η ψυχή τους φαντασμένη.

Άλλη απ᾽ τη μαϊμού, γυναίκα τερατόμορφη·

ο Δίας δεν έδωκε χειρότερη στον άντρα.

Χάρος τα μούτρα της· διαβαίνει μες στην πόλη

και γίνεται όλου του λαού γύρω περίγελως·

κοντολαιμιάρα, με μικρούτσικα πατήματα,

χωρίς γοφούς, εκεί κι ο κώλος της· ταλαίπωρος

ο άντρας και πώς να τη χαρεί στην αγκαλιά του!

Μα ξέρει αυτή χίλια τερτίπια και κουνήματα

σαν τη μαϊμού· κι αν τη γελάσουν, δεν τη νοιάζει·

μήτε κι αν κάμει κάποιου χάρη, μόν᾽ αδιάκοπα

ένα μονάχα μελετά κι ένα σοφίζεται,

στην αδικία την πιο μεγάλη να χιμήξει.

Άλλη απ᾽ τη μέλισσα· καλότυχος ο άντρας της,

αυτήν μονάχα κατηγόρια δεν την πιάνει,

πετά βλαστάρι και γεράζει μεγαλώνοντας

δίπλα σε ταίρι που αγαπά και που αγαπιέται,

ωραία γενιά κι ονομαστή πίσω του αφήνοντας.

Των γυναικών η κεφαλή ᾽ναι αυτή η γυναίκα

κι αυτήν μονάχα περιζώνει η θεία χάρη.

Ποτέ δεν κάθεται μες στο γυναικομάνι

ν᾽ ακούει των άλλων γυναικών τα προστυχόλογα.

Τέτοιες συντρόφισσες τ᾽ αντρός είν᾽ αψεγάδιαστες

που ο Δίας τις χάρισε, περίσσια μυαλωμένες.

Μα τ᾽ άλλα σχέδια τα γυναίκεια είναι και θα ᾽ναι,

με τη συνέργεια του Διός, αντρών κατάρα.

Γιατί ο Δίας μια συμφορά έπλασε μεγάλη,

τη γυναικεία, που όποιος την έχει —αχρείαστη να ᾽ναι —

μοιάζει ευλογία και καταντά θεομηνία.

Μια μέρα καν δεν την περνά με καλοκάρδιση

όποιος βρεθεί ζευγαρωμένος με γυναίκα,

δύσκολα τέτοια λοιμική διώχνει απ᾽ το σπίτι του,

κακόν συγκάτοικον, κατάρα του διαβόλου.

Κι εκεί που παίρνει να ευφρανθεί η καρδιά τ᾽ αντρός της,

από ᾽να χάρισμα θεού ή χάρη ανθρώπινη,

τότε του βρίσκει μια αφορμή να τον κεντρίσει.

Έχεις γυναίκα κι ένας φίλος σού κοπιάζει,

πώς να τον μπάσεις θαρρετά μέσα στο σπίτι σου,

που ακόμα κι όποια παρασταίνει την παρθένα,

εκείνη πρώτη θα βρεθεί να σ᾽ τα φορέσει;

Τ᾽ αντράκι χάσκει κι από κάτω η γειτονιά του

κρυφογελά, κάνοντας χάζι που την έπαθε.

Το γυναικάκι του καθένας καμαρώνει

και τη συμβία τ᾽ αλλουνού τη βρίσκει σκάρτη.

Βράζομε σ᾽ ίδια καζανιά και δεν το ξέρομε.

Γιατί ο Δίας την καταδίκη αυτή μας έστειλε,

χαλκά μας πέρασε, σφιχτά τους δυο μάς δένει,

από παλιά που η Κατωγής αυτούς τους δέχτηκε,

για μια γυναίκα οι δυο στρατοί δεκατισμένοι

………………………………………………