Εξώφυλλο

Ανθολογίες

Ανθολογία Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

των Θ.Κ. Στεφανόπουλου, Στ. Τσιτσιρίδη, Λ. Αντζουλή, Γ. Κριτσέλη

ΠΟΛΥΒΙΟΣ

210. – Ἱστορίαι 2, 56, 1-16

Στο απόσπασμα που ακολουθεί ο Πολύβιος στρέφεται κατά του ιστορικού Φύλαρχου, συγγραφέα ενός έργου με τον τίτλο Ἱστορίαι που κάλυπτε τα έτη 272-220/19 π.Χ. Ο Φύλαρχος εκπροσωπούσε τη λεγόμενη σχολή της "τραγικής ιστοριογραφίας", εισηγητής της οποίας θεωρείται ο Δούρις από τη Σάμο (περ. 340-περ. 260 π.Χ.). Στόχος του είδους αυτού ιστορικής γραφής ήταν «να προκαλέσει ηδονή μέσα από τη συγκίνηση με ζωηρές λεπτομέρειες» (F. W. Walbank). Η τάση να υιοθετείται η τραγωδία ως πρότυπο ιστορικής γραφής σχετίζεται πιθανώς με την προσπάθεια να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση -μέσα από νέους τρόπους παρουσίασης της πραγματικότητας- στον ρόλο της τύχης μέσα σε ένα κόσμο που μεταβαλλόταν με ταχείς ρυθμούς και προκαλούσε αισθήματα ανασφάλειας στους ανθρώπους. Τη διάκριση της ποίησης από την ιστορία είχε συζητήσει ήδη ο Αριστοτέλης στην Ποιητική του (βλ. Κείμενο 138).

[2.56.1] ἐπεὶ δὲ τῶν κατὰ τοὺς αὐτοὺς καιροὺς Ἀράτῳ γεγραφότων παρ᾽ ἐνίοις ἀποδοχῆς ἀξιοῦται Φύλαρχος, [2.56.2] ἐν πολλοῖς ἀντιδοξῶν καὶ τἀναντία γράφων αὐτῷ, χρήσιμον ἂν εἴη, μᾶλλον δ᾽ ἀναγκαῖον ἡμῖν, Ἀράτῳ προῃρημένοις κατακολουθεῖν περὶ τῶν Κλεομενικῶν, μὴ παραλιπεῖν ἄσκεπτον τοῦτο τὸ μέρος, ἵνα μὴ τὸ ψεῦδος ἐν τοῖς συγγράμμασιν ἰσοδυναμοῦν ἀπολείπωμεν πρὸς τὴν ἀλήθειαν. [2.56.3] καθόλου μὲν οὖν ὁ συγγραφεὺς οὗτος πολλὰ παρ᾽ ὅλην τὴν πραγματείαν εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν εἴρηκε. [2.56.4] πλὴν περὶ μὲν τῶν ἄλλων ἴσως οὐκ ἀναγκαῖον ἐπιτιμᾶν κατὰ τὸ παρὸν οὐδ᾽ ἐξακριβοῦν· ὅσα δὲ συνεπιβάλλει τοῖς ὑφ᾽ ἡμῶν γραφομένοις καιροῖς —ταῦτα δ᾽ ἔστι τὰ περὶ τὸν Κλεομενικὸν πόλεμον— ὑπὲρ τούτων ἀναγκαῖόν ἐστιν ἡμῖν διευκρινεῖν. [2.56.5] ἔσται δὲ πάντως ἀρκοῦντα ταῦτα πρὸς τὸ καὶ τὴν ὅλην αὐτοῦ προαίρεσιν καὶ δύναμιν ἐν τῇ πραγματείᾳ καταμαθεῖν. [2.56.6] βουλόμενος δὴ διασαφεῖν τὴν ὠμότητα τὴν Ἀντιγόνου καὶ Μακεδόνων, ἅμα δὲ τούτοις τὴν Ἀράτου καὶ τῶν Ἀχαιῶν, φησὶ τοὺς Μαντινέας γενομένους ὑποχειρίους μεγάλοις περιπεσεῖν ἀτυχήμασι, καὶ τὴν ἀρχαιοτάτην καὶ μεγίστην πόλιν τῶν κατὰ τὴν Ἀρκαδίαν τηλικαύταις παλαῖσαι συμφοραῖς ὥστε πάντας εἰς ἐπίστασιν καὶ δάκρυα τοὺς Ἕλληνας ἀγαγεῖν. [2.56.7] σπουδάζων δ᾽ εἰς ἔλεον ἐκκαλεῖσθαι τοὺς ἀναγινώσκοντας καὶ συμπαθεῖς ποιεῖν τοῖς λεγομένοις, εἰσάγει περιπλοκὰς γυναικῶν καὶ κόμας διερριμμένας καὶ μαστῶν ἐκβολάς, πρὸς δὲ τούτοις δάκρυα καὶ θρήνους ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν ἀναμὶξ τέκνοις καὶ γονεῦσι γηραιοῖς ἀπαγομένων. [2.56.8] ποιεῖ δὲ τοῦτο παρ᾽ ὅλην τὴν ἱστορίαν, πειρώμενος ‹ἐν› ἑκάστοις ἀεὶ πρὸ ὀφθαλμῶν τιθέναι τὰ δεινά. [2.56.9] τὸ μὲν οὖν ἀγεννὲς καὶ γυναικῶδες τῆς αἱρέσεως αὐτοῦ παρείσθω, τὸ δὲ τῆς ἱστορίας οἰκεῖον ἅμα καὶ χρήσιμον ἐξεταζέσθω. [2.56.10] δεῖ τοιγαροῦν οὐκ ἐκπλήττειν τὸν συγγραφέα τερατευόμενον διὰ τῆς ἱστορίας τοὺς ἐντυγχάνοντας οὐδὲ τοὺς ἐνδεχομένους λόγους ζητεῖν καὶ τὰ παρεπόμενα τοῖς ὑποκειμένοις ἐξαριθμεῖσθαι, καθάπερ οἱ τραγῳδιογράφοι, τῶν δὲ παραχθέντων καὶ ῥηθέντων κατ᾽ ἀλήθειαν αὐτῶν μνημονεύειν πάμπαν, ‹κ›ἂν πάνυ μέτρια τυγχάνωσιν ὄντα. [2.56.11] τὸ γὰρ τέλος ἱστορίας καὶ τραγῳδίας οὐ ταὐτόν, ἀλλὰ τοὐναντίον. ἐκεῖ μὲν γὰρ δεῖ διὰ τῶν πιθανωτάτων λόγων ἐκπλῆξαι καὶ ψυχαγωγῆσαι κατὰ τὸ παρὸν τοὺς ἀκούοντας, ἐνθάδε δὲ διὰ τῶν ἀληθινῶν ἔργων καὶ λόγων εἰς τὸν πάντα χρόνον διδάξαι καὶ πεῖσαι τοὺς φιλομαθοῦντας, [2.56.12] ἐπειδήπερ ἐν ἐκείνοις μὲν ἡγεῖται τὸ πιθανόν, κἂν ψεῦδος, διὰ τὴν ἀπάτην τῶν θεωμένων, ἐν δὲ τούτοις τἀληθὲς διὰ τὴν ὠφέλειαν τῶν φιλομαθούντων. [2.56.13] χωρίς τε τούτων τὰς πλείστας ἡμῖν ἐξηγεῖται τῶν περιπετειῶν, οὐχ ὑποτιθεὶς αἰτίαν καὶ τρόπον τοῖς γινομένοις, ὧν χωρὶς οὔτ᾽ ἐλεεῖν εὐλόγως οὔτ᾽ ὀργίζεσθαι καθηκόντως δυνατὸν ἐπ᾽ οὐδενὶ τῶν συμβαινόντων. [2.56.14] ἐπεὶ τίς ἀνθρώπων οὐ δεινὸν ἡγεῖται τύπτεσθαι τοὺς ἐλευθέρους; ἀλλ᾽ ὅμως, ἐὰν μὲν ἄρχων ἀδίκων χειρῶν πάθῃ τις τοῦτο, δικαίως κρίνεται πεπονθέναι· ἐὰν δ᾽ ἐπὶ διορθώσει καὶ μαθήσει ταὐτὸ τοῦτο γίνηται, προσέτι καὶ τιμῆς καὶ χάριτος οἱ τύπτοντες τοὺς ἐλευθέρους ἀξιοῦνται. [2.56.15] καὶ μὴν τό γε τοὺς πολίτας ἀποκτιννύναι μέγιστον ἀσέβημα τίθεται καὶ μεγίστων ἄξιον προστίμων· καίτοι γε προφανῶς ὁ μὲν τὸν κλέπτην ἢ μοιχὸν ἀποκτείνας ἀθῷός ἐστιν, ὁ δὲ τὸν προδότην ἢ τύραννον τιμῶν καὶ προεδρίας τυγχάνει παρὰ πᾶσιν. [2.56.16] οὕτως ἐν παντὶ τὸ τέλος κεῖται τῆς διαλήψεως ὑπὲρ τούτων οὐκ ἐν τοῖς τελουμένοις, ἀλλ᾽ ἐν ταῖς αἰτίαις καὶ προαιρέσεσι τῶν πραττόντων καὶ ταῖς τούτων διαφοραῖς.

[2,56,1] Μερικοί θεωρούν πως από τους σύγχρονους με τον Άρατο1 συγγραφείς αξιόπιστος είναι ο Φύλαρχος. [2] Επειδή συχνά έχω διαφορετική γνώμη και γράφω τα αντίθετα από αυτόν θα ήταν χρήσιμο ή, καλύτερα, αναγκαίο για μένα, μια και προτίμησα να βασιστώ στην αυθεντία των απομνημονευμάτων του Αράτου για τα γεγονότα του Κλεομενικού πολέμου,2 να μην αφήσω ανεξέταστο και ανεξήγητο το σημείο τούτο, για να μην επιτρέψουμε στο ψέμα να εξισώνεται στα ιστορικά συγράμματα με την αλήθεια. [3] Ο Φύλαρχος λοιπόν σ᾽ όλο του γενικά το ιστορικό έργο έχει γράψει ένα σωρό άσκοπα και άστοχα πράγματα. [4] Δεν είναι όμως ίσως ανάγκη να τον επικρίνω τώρα για τ᾽ άλλα ούτε να τα υποβάλω σε έλεγχο, αλλά όσα από τα γραφόμενά του συμπίπτουν με την περίοδο που εξιστορώ -και αυτά είναι τα γεγονότα του Κλεομενικού πολέμου- είναι αναγκαίο να τα διερευνήσω. [5] Θα είναι αυτά οπωσδήποτε αρκετά για να κατανοήσει κανένας το σκοπό και το κύρος όλου του ιστορικού έργου του. [6] Θέλοντας, λόγου χάρη, να δείξει ζωηρά την ωμότητα του Αντιγόνου3 και των Μακεδόνων και, ακόμη, του Αράτου και των Αχαιών, λέει πως οι Μαντινείς, όταν υποδουλώθηκαν, έπεσαν σε μεγάλες συμφορές και η πιο μεγάλη πόλη της Αρκαδίας πάλεψε με τέτοια δεινά, ώστε τράβηξε την προσοχή όλων των Ελλήνων και τους έκανε να κλάψουν. [7] Επιθυμώντας πολύ να προκαλέσει τον οίκτο των αναγνωστών και να τους κάνει συμμέτοχους στις δυστυχίες τούτες, παρουσιάζει αγκαλιάσματα γυναικών και μαλλιά ξέπλεκα και γυμνωμένα στήθη και, ακόμη, δάκρυα και θρήνους ανδρών και γυναικών, που οδηγούνται στη σκλαβιά ανακατεμένοι με τα παιδιά και τους γέρους γονείς τους. [8] Και το επαναλαμβάνει σ᾽ όλη του την ιστορία, προσπαθώντας σε κάθε περίπτωση να βάζει εμπρός στα μάτια των αναγνωστών του σκηνές δυστυχίας. [9] Ας αφήσω όμως τη φαυλότητα και τα γυναικεία χαρακτηριστικά του έργου του και ας εξετάσω τη φύση και τη χρησιμότητα της Ιστορίας. [10] Ο ιστορικός λοιπόν δεν πρέπει να ταράζει τους αναγνώστες με τραγικές εικόνες ούτε να αναζητεί τους λόγους, που είπαν ίσως οι πρωταγωνιστές, ούτε να απαριθμεί τις πιθανές συνέπειες των γεγονότων που αναφέρει, όπως οι τραγικοί ποιητές, αλλά να μνημονεύει δίχως παραλείψεις όσα έγιναν και ειπώθηκαν αληθινά, έστω κι αν είναι εντελώς ασήμαντα. [11] Και τούτο, γιατί ο σκοπός της ιστορίας και της τραγωδίας δεν είναι ο ίδιος, μα ο αντίθετος: ο τραγικός ποιητής πρέπει με τους πιο αληθοφανείς λόγους να συγκινήσει και να θέλξει τους θεατές, ενώ ο ιστορικός είναι υποχρεωμένος με έργα και λόγια αληθινά να διδάξει και να πείσει οριστικά τους φιλομαθείς αναγνώστες. Στην τραγωδία έχει τον πρώτο λόγο το πιθανό, [12] κι αν ακόμα είναι ψέμα, για να βρεθούν οι θεατές στο χώρο του θαυμαστού, ενώ στην ιστορία την πρώτη θέση έχει η αλήθεια, για να ωφεληθούν οι φιλομαθείς. [13] Εκτός όμως από τούτα ο Φύλαρχος μας αναφέρει τις περισσότερες συμφορές δίχως να εκθέτει τα αίτια και τη φύση των αιτίων. Χωρίς όμως αυτά δεν μπορεί να αισθανθεί εύλογη συμπάθεια κανένας ούτε να οργιστεί δίκαια για ό,τι συμβαίνει. [14] Γιατί ποιος δεν θεωρεί φοβερό να δέρνονται άνθρωποι ελεύθεροι; Στην περίπτωση όμως που ένας έκανε την αρχή και κατόπιν το έπαθε ο ίδιος, η κρίση είναι πως στάθηκε δίκαιο το πάθημα του. Και αν το ίδιο πάλι γίνεται για διόρθωση και σωφρονισμό, τιμούμε κιόλας κι ευγνωμονούμε όσους χτυπούν ελεύθερους ανθρώπους. [15] Και, για να χρησιμοποιήσουμε άλλο παράδειγμα, ο φόνος των πολιτών θεωρείται το φοβερότερο αδίκημα, άξιο για τις μεγαλύτερες ποινές. Κι όμως είναι φανερό πως όποιος σκότωσε κλέφτη ή μοιχό είναι αθώος, κι όλοι τιμούν και δίνουν την πρώτη θέση σ᾽ εκείνον που σκοτώνει τύραννο ή προδότη. [16] Έτσι σε κάθε περίπτωση δεν κρίνονται οι πράξεις σύμφωνα με τα αποτελέσματά τους, αλλά ανάλογα με τις αιτίες και τις προθέσεις εκείνων που τις διαπράττουν, και τη διαφορά ανάμεσα σε αυτές.

 

(μετάφραση Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος

 

1 Ο Άρατος από τη Σικυώνα (270-213 π.Χ.) υπήρξε ηγετική πολιτική και στρατιωτική φυσιογνωμία της Αχαϊκής συμπολιτείας. Είχε γράψει "απομνημομεύματα" (ὑπομνήσεις) με περιεχόμενο έντονα φιλοαχαϊκό.

2 Ο Πολύβιος αναφέρεται στον πόλεμο που κήρυξε το 228 π.Χ. η Αχαϊκή συμπολιτεία με επικεφαλής τον Άρατο εναντίον των Σπαρτιατών υπό τον βασιλιά Κλεομένη τον Γ᾽ ύστερα από την πρόκληση του τελευταίου να καταλάβει το ιερό της Αθηνάς στη Βελβίνα.

3 Πρόκειται για τον Αντίγονο Δώσωνα, βασιλιά της Μακεδονίας κατά τα έτη 229-221 π.Χ., ο οποίος κατά τον "Κλεομενικό πόλεμο" είχε συμμαχήσει με τους Αχαιούς εναντίον των Σπαρτιατών και νίκησε τον Κλεομένη στη μάχη της Σελλασίας το 222 π.Χ.