Εξώφυλλο

Ανθολογίες

Ανθολογία Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

των Θ.Κ. Στεφανόπουλου, Στ. Τσιτσιρίδη, Λ. Αντζουλή, Γ. Κριτσέλη

ΘΕΟΦΡΑΣΤΟΣ

145. – Περὶ φυτικῶν ἱστοριῶν 9, 10, 1-4

Ο Θεόφραστος όχι μόνο ανέλαβε μετά την αναχώρηση του δασκάλου του Αριστοτέλη από την Αθήνα (λίγο πριν από τον θάνατό του, το 322 π.Χ.) τη διεύθυνση τον Περίπατου, αλλά συνέχισε το έργο του δασκάλου του σε όλους τους τομείς. Διεύρυνε μάλιστα -ακολουθώντας και την τάση της εποχής για αυτονόμηση των επιστημών- το ενδιαφέρον του σε νέους επιστημονικούς τομείς (βοτανική, ορυκτολογία κ.ά.). Δυστυχώς από το σύνολο του επιστημονικού του έργου έχουν σωθεί ακέραια μόνο δύο έργα βοτανικής, από τα οποία το πρώτο (χρονολογικά) φέρει τον τίτλο Περὶ φυτικῶν ἱστοριῶν. Η δομή του έργου είναι προσεκτικά σχεδιασμένη, κατ᾽ αρχήν σε δύο κύρια μέρη: το πρώτο ασχολείται με βασικές έννοιες και γενικά ζητήματα (βιβλίο Ι και IIμέχρι το κεφ. 4), ενώ το δεύτερο, που περιλαμβάνει το υπόλοιπο έργο, ασχολείται με τα επιμέρους φυτά. Στο δεύτερο αυτό μέρος τα φυτά εξετάζονται κατά κατηγορία: τα ήμερα δένδρα (βιβλίο IIκεφ. 5-8), τα άγρια δένδρα (III), τα ξύλα και η επεξεργασία τους (IV-V), οι θάμνοι (VI), τα ποώδη και τα όσπρια (VII), τα δημητριακά (VIII), οι ρίζες και οι φαρμακευτικές τους χρήσεις (IX). Από τα 550 είδη φυτών που αναφέρει ο Θεόφραστος τα περισσότερα βέβαια δεν τα γνώριζε από αυτοψία, αλλά από άλλες πηγές. Στην κατηγορία αυτή ανήκει και η παρατιθέμενη περιγραφή του ελλέβορου, ενός ποώδους φυτού που θεωρούνταν ότι θεράπευε την τρέλα (ἐλλεβορίζω σήμαινε "χορηγώ ελλέβορο", "θεραπεύω από την τρέλα"). Στο έργο του ο Θεόφραστος συνδυάζει την εμπειρική γνώση και τη φιλοσοφική σκέψη (όσον αφορά στη μεθοδολογία). Τις βασικές αρχές για τη μελέτη των φυτών τις παρέλαβε από τον Αριστοτέλη, αλλά ο ίδιος διατύπωσε τις βασικές έννοιες της βοτανικής και περιέγραψε με αρκετά λεπτομερή και συγκεκριμένο τρόπο τα μέρη των φυτών, δίνοντας ιδιαίτερο βάρος στα φύλλα και τις ρίζες.

[9.10.1] ὁ δὲ ἐλλέβορος ὅ τε μέλας καὶ ὁ λευκὸς ὥσπερ ὁμώνυμοι φαίνονται· περὶ δὲ τῆς ὄψεως διαφωνοῦσιν· οἱ μὲν γὰρ ὁμοίους εἶναι, πλὴν τῷ χρώματι μόνον διαφέρειν τὴν ῥίζαν τοῦ μὲν λευκὴν τοῦ δὲ μέλαιναν· οἱ δὲ τοῦ μὲν μέλανος τὸ φύλλον δαφνῶδες τοῦ δὲ λευκοῦ πρασῶδες, τὰς δὲ ῥίζας ὁμοίας πλὴν τῶν χρωμάτων. οἱ δ᾽ οὖν ὁμοίους λέγοντες τοιάνδε φασὶν εἶναι τὴν μορφήν· καυλὸν μὲν ἀνθερικώδη βραχὺν σφόδρα· φύλλον δὲ πλατύσχιστον, παρόμοιον σφόδρα τῷ τοῦ νάρθηκος, μῆκος δ᾽ ἔχον· εὐθὺ δ᾽ ἐκ τῆς ῥίζης ἠρτημένον καὶ ἐπιγειόφυλλον· πολύρριζον δ᾽ εὖ μάλα ταῖς λεπταῖς καὶ χρησίμοις.

[9.10.2] ἀναιρεῖν δὲ τὸν μὲν μέλανα καὶ ἵππους καὶ βοῦς καὶ ὗς, δι᾽ ὃ καὶ οὐδὲν νέμεσθαι τούτων· τὸν δὲ λευκὸν νέμεσθαι τὰ πρόβατα καὶ ἐκ τούτου πρῶτον συνοφθῆναι τὴν δύναμιν καθαιρομένων ἐκείνων· ὡραῖος δὲ μετοπώρου, τοῦ δ᾽ ἦρος ἄωρος· ἀλλὰ πρὸς τὴν πυλαίαν οἱ ἐκ τῆς Οἴτης συλλέγουσι· πλεῖστος γὰρ ἐνταῦθα φύεται καὶ ἄριστος· μοναχοῦ δὲ φύεται τῆς Οἴτης περὶ τὴν Πυράν.
μίσγεται δὲ πρὸς τὴν πόσιν, ὅπως εὐεμὲς , τὸ τῆς ἐλλεβορίνης σπέρμα· τοῦτο δ᾽ ἐστὶ ποάριον.

[9.10.3] φύεται δὲ ὁ μὲν μέλας πανταχοῦ· καὶ γὰρ ἐν τῇ Βοιωτίᾳ καὶ ἐν Εὐβοίᾳ καὶ παρ᾽ ἄλλοις πολλοῖς· ἄριστος δὲ ὁ ἐκ τοῦ Ἑλικῶνος, καὶ ὅλως τὸ ὄρος εὐφάρμακον. ὁ δὲ λευκὸς ὀλιγαχοῦ· βέλτιστοι δὲ καὶ οἷς χρῶνται μάλιστα τέτταρες ὁ Οἰταῖος ὁ Ποντικὸς ὁ Ἐλεάτης ὁ Μαλιώτης. φασὶ δὲ τὸν Ἐλεάτην ἐν τοῖς ἀμπελῶσι φύεσθαι καὶ ποιεῖν τὸν οἶνον οὕτω διουρητικὸν ὥστε λαγαροὺς εἶναι πάνυ τοὺς πίνοντας.

[9.10.4] ἄριστος δὲ πάντων καὶ τούτων καὶ τῶν ἄλλων ὁ Οἰταῖος. ὁ δὲ Παρνάσιος καὶ ὁ Αἰτωλικός, γίνεται γὰρ καὶ ἐνταῦθα καὶ πολλοὶ καὶ ὠνοῦνται καὶ πωλοῦσιν οὐκ εἰδότες, {οὐχ ὅτε} σκληροὶ καὶ ἄγαν περισκελεῖς. ταῦτα μὲν οὖν ὅμοια ταῖς μορφαῖς ὄντα ταῖς δυνάμεσι διαφέροντα.
καλοῦσι δὲ τὸν μέλανά τινες ἔκτομον Μελαμπόδιον, ὡς ἐκείνου πρῶτον τεμόντος καὶ ἀνευρόντος. καθαίρουσι δὲ καὶ οἰκίας αὐτῷ καὶ πρόβατα συνεπᾴδοντές τινα ἐπῳδὴν καὶ εἰς ἄλλα δὲ πλείω χρῶνται.

[1] Ο μαύρος και ο λευκός ελλέβορος1 φαίνονται να μην έχουν τίποτα κοινό εκτός από το όνομα. Σχετικά με την μορφή τους οι απόψεις διίστανται. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι είναι όμοιοι και ότι μόνο η ρίζα διαφέρει στο χρώμα, του ενός είναι λευκή, του άλλου μαύρη. Άλλοι όμως λένε ότι το φύλλο του μαύρου είναι όπως της δάφνης, ενώ του λευκού όπως του πράσου και ότι οι ρίζες είναι όμοιες, με εξαίρεση το χρώμα. Εκείνοι λοιπόν που λένε ότι είναι όμοιοι υποστηρίζουν ότι η μορφή τους είναι η εξής: το στέλεχος είναι όπως του ασφόδελου και πάρα πολύ κοντό. Το φύλλο είναι πλατύσχιστο και μοιάζει καταπληκτικά με το φύλλο του καλαμιού, μόνο που είναι μακρύ· βγαίνει κατευθείαν από τη ρίζα και έρπει πάνω στο έδαφος. Το φυτό έχει υπερβολικά πολλές λεπτές ρίζες, τις οποίες και χρησιμοποιούν.

[2] Λέγεται ότι ο μαύρος ελλέβορος επιφέρει τον θάνατο και σε άλογα και σε βόδια και σε χοίρους. Γι᾽ αυτό και κανένα από τα συγκεκριμένα ζώα δεν τον τρώει. Αντίθετα, τον λευκό τον τρώνε, λένε, τα πρόβατα, και έτσι διαπιστώθηκε αρχικά η ιδιότητα του, επειδή δρούσε ως καθαρτικό. Ακμάζει το φθινόπωρο, ενώ την άνοιξη είναι παραγινωμένος. Ωστόσο όσοι ζουν στα μέρη της Οίτης τον συλλέγουν για τη σύνοδο των Αμφικτυόνων·2 γιατί εκεί φύεται άφθονος και άριστος. Στην περιοχή της Οίτης φύεται μόνο γύρω από την Πυρά.

Για να προκαλείται ευκολότερα έμετος, αναμειγνύεται με το πινόμενο υγρό ο σπόρος της ελλεβορίνης· η ελλεβορίνη είναι μικρή πόα.

[3] Ο μαύρος ελλέβορος φύεται παντού. Συγκεκριμένα, στη Βοιωτία, στην Εύβοια και σε πολλά άλλα μέρη. Άριστος είναι ο προερχόμενος από τον Ελικώνα -το βουνό είναι γενικά πλούσιο σε θεραπευτικά βότανα. Ο λευκός φύεται σε πολύ λίγα μέρη. Ο καλύτερος και ο ευρύτατα χρησιμοποιούμενος προέρχεται από μία από τις εξής τέσσερις περιοχές: από την Οίτη, από τον Πόντο, από την Ελέα και από την Μαλιώτιδα. Λένε μάλιστα ότι ο προερχόμενος από την Ελέα φυτρώνει στους αμπελώνες και κάνει το κρασί τόσο διουρητικό ώστε όσοι το πίνουν να γίνονται κάτισχνοι.

[4] Άριστος όλων, και αυτών και των υπολοίπων, είναι ο προερχόμενος από την περιοχή της Οίτης. Ο προερχόμενος από τον Παρνασσό και την Αιτωλία -γιατί ευδοκιμεί και σ᾽ αυτές τις περιοχές και πολλοί μην ξέροντας και τον αγοράζουν και τον πωλούν- είναι σκληρός και ιδιαίτερα τραχύς. Αυτά λοιπόν τα φυτά είναι όμοια στη μορφή, διαφέρουν όμως στις ιδιότητές τους.

Μερικοί ονομάζουν τον μαύρο ελλέβορο «έκτομον Μελαμπόδιον», διότι πρώτος, υποτίθεται, ο Μελάμπους3 τον έκοψε (ἔτεμε) και τον ανακάλυψε. Με αυτόν κάνουν επίσης καθαρμούς σπιτιών και προβάτων απαγγέλλοντας συγχρόνως ένα ξόρκι και τον χρησιμοποιούν και σε αρκετά άλλα.

 

(μετάφραση Θ. Κ. Στεφανόπουλος)

 

1 Άλλοι ταυτίζουν τον αρχαίο ελλέβορο με το χριστουγεννιάτικο τριαντάφυλλο (αρχίζει να ανθίζει τέλος Δεκεμβρίου) και άλλοι με τη σκάρφη. Οι αρχαίοι απέδιδαν στον ελλέβορο ποικίλες θεραπευτικές ιδιότητες (θεραπεία από την τρέλα, καθαρτική ή εκτρωτική δράση κ.ά.). Σε υπερβολικές δόσεις προκαλούσε δηλητηριάσεις.

2 Οι δώδεκα Αμφικτύονες, που εκπροσωπούσαν φύλα και όχι πόλεις, συνέρχονταν δύο φορές τον χρόνο, την άνοιξη και το φθινόπωρο, για να εκπληρώσουν τα λατρευτικά τους καθήκοντα και να διαβουλευθούν για θέματα που απασχολούσαν το κοινόν τους. Αρχικά η σύνοδος ελάμβανε χώρα στις Θερμοπύλες, αργότερα στους Δελφούς.

3 Μυθικός μάντης που εθεράπευσε -σύμφωνα με μια παράδοση χρησιμοποιώντας τον ελλέβορο- τις τρεις κόρες του βασιλιά του Άργους Προίτου, οι οποίες είχαν καταληφθεί από μανία.