Εξώφυλλο

Ανεμόσκαλα
Συμφραστικοί Πίνακες Λέξεων για Μείζονες Νεοέλληνες Ποιητές

Σκαρφαλώνοντας λέξεις όπως μιαν ανεμόσκαλα. Γιώργος Σεφέρης, «“Νότες” για ένα ποίημα» (ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΩΝ, Β΄)
Για τη ζωή και το έργο του Το ποιητικό του έργο
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης

Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1824-1879)

  • Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης. Ελαιογραφία Σπ. Προσαλέντη. Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, τ. 2, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1991, σ. 141. Αθήνα, Συλλογή Ελένης Καραπαναγιώτη. Πηγή: Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού: Ελληνική Ιστορία

  • Εξώφυλλο του μεταθανάτιου αφιερωματικού τεύχους του περ. Εστία, 231 (1880).

  • Η Μαδουρή. Από το αφιερωματικό στον Βαλαωρίτη μεταθανάτιο τεύχος του περ. Εστία 231 (1880)

  • Α. Βαλαωρίτης, Στ. Παδοβάς, Κ. Λομβάρδος, Αθήνα, 1864. Φωτογραφία των αντιπροσώπων των Ιονίων Νήσων στην Εθνοσυνέλευση μετά την Ένωση. Πηγή: Αριστοτέλους Βαλαωρίτου, Βίος και έργα. Επιμ. Ι. Α. Βαλαωρίτου, τόμος Α΄. Αθήνα: Βιβλιοθήκη Μαρασλή, Τύποις Π. Δ. Σακελαρίου, 1907, σ. 88.

  • Ο Παλαμάς και ο Σικελιανός στον τάφο του Βαλαωρίτη, Λευκάδα 1925. Στις 7 Ιουνίου 1925 στη Λευκάδα γιορτάστηκαν τα 100χρονα από τη γέννηση του Βαλαωρίτη με λαμπρές τελετές, με αποκορύφωση την αποκάλυψη της προτομής του από τον γλύπτη Δημητριάδη αλλά και τις απαγγελίες πανηγυρικών ποιημάτων από τον Κωστή Παλαμά («Αριστοτέλης Βαλαωρίτης») και τον Άγγελο Σικελιανό («Ωδή στο Βαλαωρίτη»).

  • Αναμνηστικό γραμματόσημο για τα 100 χρόνια από τον θάνατο του ποιητή

  • Προτομή του ποιητή. Έργο του Φωκίωνα Ρωκ (1886 - 1941). Αθήνα, Εθνικός Κήπος. Φωτογραφία του Δημήτρη Σφήκα (2008)

Παιδική ηλικία και νεότητα

Σαν τί μεγάλη καταχνιά στη Σίβιστα στη ράχη;

Ο Βλαχαγγέλης πολεμά κι ο Χρήστος Βαλαώρας.

Ο Χρήστος Βαλαωρίτης, που εμφανίζεται στους παραπάνω στίχους να πολεμά στα Σίβιστα ―κωμόπολη της Ευρυτανίας― ανάμεσα στους πρώτους αρματολούς που έλαβαν τα όπλα εναντίον των Τούρκων τα χρόνια από το 1684 ώς το 1715 [Β΄, 434[1]], είναι ο «γενάρχης» της οικογένειας Βαλαωρίτη. «Οι Βαλαωρίται, αφού επί τινά χρόνον ετήρησαν διά των όπλων το αρματολίκιον του Βάλτου, λαβόντες […] γαίας εις αμοιβήν της καταστραφείσης περιουσίας, προσέφυγον […] εις Λευκάδα, όπου και διέμειναν» [Β΄, 435]. Εκεί γεννιέται ο Αριστοτέλης, στα 1824, πέντε χρόνια μετά την βίαιη καταστολή μιας επανάστασης των Λευκαδιτών εναντίον των Βρετανών, στην κυριαρχία των οποίων βρίσκεται το νησί από το 1810. Και τότε η οικογένεια Βαλαωρίτη είχε συνεισφέρει στον αγώνα: ένας θείος του ποιητή, ο Ευστάθιος Βαλαωρίτης, είχε συλληφθεί από τους Άγγλους ως υποκινητής της στάσης. Αλλά το 1824 είναι πλέον η εποχή του μεγάλου αγώνα: η χρονιά της καταστροφής των Ψαρών, η χρονιά που στο Παρίσι ο Κάλβος εκδίδει τις πρώτες του Ωδές. Ο σολωμικός Ύμνος, η πρώτη ελληνική έκδοση του οποίου γίνεται στο Μεσολόγγι το 1825, θα πρέπει να είναι από τα πρώτα παιδικά του ακούσματα. Μέσα σ' αυτές περίπου τις συνθήκες διαμορφώνεται ο μετέπειτα «πολυτάραχος βουλευτής ποιητής» (Παλαμάς 1924), και οδηγείται αναπότρεπτα σε μια «συγχώνευση της πολιτικής ιδέας μετά του ποιητικού αισθήματος» (Παπαθεοδώρου 2009). Η ποίησή του μοιάζει να είναι η τελευταία, και ίσως η πιο έντονα, τοποθετημένη σε ένα πλαίσιο εθνορομαντικής ιδεολογίας. Γιατί ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης ακολουθεί τα στάδια του εθνικού αγώνα ώς το τέλος. Σε ένα από τα τελευταία κεφάλαιά του, της ένωσης των Επτανήσων με την Ελλάδα, πρωταγωνιστεί και ο ίδιος σα να το θεωρεί οικογενειακό του καθήκον: να φέρει σε πέρας την αποστολή που ανέλαβαν ο Χρήστος Βαλαώρας και ο Ευστάθιος Βαλαωρίτης. Να την υπηρετήσει τουλάχιστον, ως πολιτικός και ως ποιητής.

Η Λευκάδα. Χαρακτικό των Stanfield & E. Finden. Λονδίνο 1833 [πηγή: Wikimedia Commons]

Στη Λευκάδα ζει τα παιδικά του χρόνια ώς το 1838 οπότε εγκαθίσταται στην Κέρκυρα προκειμένου να φοιτήσει στην Ιόνιο Ακαδημία ως οικότροφος του ελληνιστή Ι. Οικονομίδη. Οι σπουδές του εκεί, με καθηγητή ανάμεσα σε άλλους τον Κ. Ασώπιο, διαρκούν ώς το 1841. Αυτή την εποχή επισκέπτεται την Ελλάδα και την Ιταλία, όπου το 1842 γνωρίζεται με τον μετέπειτα πεθερό του, τον λόγιο Αιμίλιο Τυπάλδο. Κυριευμένος από ένα συναίσθημα νοσταλγίας της πατρίδας ή συμμετέχοντας σε μια παράδοση λυρικού λόγου νοσταλγίας του ελληνικού νησιού, γράφει στη μητέρα του:

Λευκάδα; Ω! Ποια ανάμνησις! Παρήλθ' εκείνος ο καιρός, οπότε πλησιάζων την παραλίαν της Κέρκυρας μακρόθεν σε ησπαζόμην φίλτατη μου πατρίς [Α΄, 23].

«Παρήλθε» πράγματι εκείνος ο καιρός κι αυτός που έρχεται είναι η εποχή των σπουδών στην Ευρώπη. Ολοκληρώνει τις εγκύκλιες σπουδές του στη Γενεύη και το 1844 βρίσκεται στο Παρίσι για να σπουδάσει νομικά. Επιστρέφει στη Λευκάδα το 1846 και συνεχίζει τις σπουδές του στη νομική στο πανεπιστήμιο της Πίζας. Στη Βενετία, το 1847, συλλαμβάνεται για αντιαυστριακή δράση, απαλλάσσεται με παρέμβαση του Κ. Τυπάλδου και απελαύνεται στη Νεάπολη. Ολοκληρώνει τις σπουδές του στην Πίζα το 1848, όπου ως φοιτητής έχει ξεχωρίσει και για τη συμμετοχή του στο φοιτητικό κίνημα υπέρ της ιταλικής απελευθέρωσης. Επιστρέφει στη Λευκάδα αλλά τα επόμενα χρόνια κάνει αρκετά μικρά ή μεγάλα ταξίδια στην Ιταλία. Σε ένα από αυτά, το 1852, στη Βενετία, παντρεύεται με την Ελοϊσία Τυπάλδου-Πρετεντέρη και από το 1853 το ζευγάρι εγκαθίσταται οριστικά στη Λευκάδα.

Αριστοτέλης και Ελοϊσία Βαλαωρίτη. Από την έκδοση: Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, ο αρματολός της λύρας 1824-1879.

Στο μεταξύ, το 1847, εκδίδεται στην Αθήνα με τη φροντίδα του Οικονομίδη η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Στιχουργήματα. Τα τέσσερα ποιήματα που περιέχει δεν θα συμπεριληφθούν από τον ποιητή σε μετέπειτα ανατύπωση του έργου του, γεγονός που έχει ερμηνευθεί σχεδόν ως αποκήρυξή τους. Τα νεανικά πρωτόλεια, που φέρουν τη γενική αφιέρωση «εις την πατρίδα μου», δεν φανερώνουν παρά την εξ αρχής βαθιά σύζευξη της ποιητικής του Βαλαωρίτη με το ιδανικό της πατριδολατρίας. Δεν έχει έρθει ακόμα η σημαντική στιγμή για την ποίησή του.

Ο Λευκάτας (Κάβο Δουκάτο) ή ακρωτήριο της Σαπφούς, Λευκάδα. Σε αυτό το ακρωτήριο είναι αφιερωμένο το τρίτο ποίημα από την πρωτόλεια συλλογή Στιχουργήματα, αλλά και μια προηγούμενη ανέκδοτη μορφή του, σε καθαρεύουσα, με τίτλο «Ύμνος εις την Λευκάταν». Από την έκδοση Lear, Edward. Views in the Seven Ionian Islands. A facsimile of the original edition published in 1863 by the Artist. Oldham: Hugh Broadbent. Πηγή: Travelogues. Με το βλέμμα των περιηγητών.

Τα Μνημόσυνα και η Κυρά Φροσύνη ή η προετοιμασία ενός υποψήφιου «εθνικού ποιητή»

Η ενασχόληση με την πολιτική όμως είναι ήδη έντονη. Η δράση του στην Ευρώπη έχει κιόλας φανερώσει τον φιλελεύθερο προσανατολισμό του και, παρόλο που στις εκλογές του 1852 στη Λευκάδα στηρίζει ακόμα τον πατέρα του ―μέλος του κυβερνητικού συνδυασμού της Αγγλικής Προστασίας―, υποκινεί ήδη την κατηγορία της συμπαράταξης με την φιλελεύθερους ριζοσπάστες, ως ένθερμος υποστηρικτής της ένωσης της Επτανήσου με την Ελλάδα. Η κατηγορία δεν αργεί, βάσει της δραστηριότητας του, να μετατραπεί, το 1854, σε καταγγελία οργάνωσης εξέγερσης στην Ήπειρο εναντίον των Οθωμανών, γεγονός που προκαλεί σύγκρουση στην ήδη κακή σχέση του με τον Άγγλο Αρμοστή των Επτανήσων, Henry George Ward, και τον αναγκάζει να επιστρέψει στη Βενετία, αυτοεξόριστος, για ένα χρόνο.

Η διετία 1855-56 σημαδεύεται από μια σειρά οικογενειακών θανάτων: του πρώτου παιδιού, της Μαρίας, που πεθαίνει το 1855 σε ηλικία δύο ετών (η δεύτερη κόρη του, επίσης Μαρία, πεθαίνει το 1866 ενώ η τρίτη η Ναθαλία το 1875 στη Βενετία), του πατέρα και της μητέρας του, που πεθαίνουν και οι δυο σε μικρό χρονικό διάστημα το 1856.

Οι χρόνοι παρέρχονται και ο θάνατος εχάραξεν ήδη επί του μετώπου μου τας πρώτας του ρυτίδας. Ήρπασεν ανηλεώς από των χειλέων μου το πρώτον άνθος της αγάπης μου!… Αισθάνομαι ακόμη επί της καρδίας μου όλον το βάρος του χώματος, το οποίον έρριψα επί της Μαρίας μου! Εις τρεις μήνας έθαψα την μητέρα μου και τον πατέρα… Έμεινα ορφανός!… [«Αιμιλίω τω Τυπάλδω ο υιός αυτού ανατίθησιν», πρόλογος στη συλλογή Μνημόσυνα (1857)]

Κι όπως θα συμβεί κι άλλες φορές στην νεοελληνική ποίηση, η περίσταση θα αποδειχθεί κατάλληλη για να αποκαλύψει δίπλα στο «λυρισμό του εμείς» το «λυρισμό του εγώ», και μάλιστα, στην περίπτωση του Βαλαωρίτη, σε απόλυτη σύμπραξη. Δέκα χρόνια μετά την πρώτη ποιητική του εμφάνιση, το 1857, στα Μνημόσυνα, ο θρήνος για τα προσφιλή πρόσωπα συνυφαίνεται με το εθνορομαντικό στοιχείο μέσω της προσθήκης του ύμνου ηρωικών θανάτων πλάι στο θρήνο για τους οικείους: δίπλα στο «Νανάρισμα»-θρήνο και το «Ψυχοσάββατο», το ποίημα «Ο Δήμος και το καριοφίλι του». Φανερώνεται ήδη μια σαφής επιρροή του Βαλαωρίτη από το δημοτικό τραγούδι, σταθερό και καίριο χαρακτηριστικό της ποιητικής του που εκδηλώνεται κυρίως σε επίπεδο εκφραστικής αλλά και μετρικής αξιοποίησης. Είναι επίσης σαφής μια ιδιαίτερη προτίμηση από το κύκλο των δημοτικών τραγουδιών: δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ήδη το πρώτο ποίημα της πρώτης συλλογής τιτλοφορείται «Ο κλέφτης». Το ποίημα «Ο Δήμος και το καριοφίλι του» θα μπορούσε να φέρει τον υπότιτλο του ποιήματος, για τον κλέφτη Δήμο πάλι, με το οποίο ο Σπ. Τρικούπης το 1821 ανοίγει την περίοδο της επαναστατικής ποίησης: «ποίημα κλέφτικον». Αλλά και ποίημα, τρόπον τινά ―αλληγορικά―, «οικογενειακόν», που ταιριάζει να συγκαταλεγεί στα επιμνημόσυνα ποιήματα που εμπνέει ο θάνατος των οικείων προσώπων, φόρος τιμής στους πιο μακρινούς προγόνους, όπως ο Χρήστος Βαλαώρας του τραγουδιού. Από τους εθνικούς ήρωες επιλέγονται οι ελάσσονες: εκτός από το Δήμο, μια ανώνυμη σκλάβα ή ο Σαμουήλ ως απλός καλόγερος και «τελευταίος των Σουλιωτών πολέμαρχος», που κλείνει τον κύκλο που ανοίγει ο «τελευταίος ημών αυτοκράτωρ» Κωνσταντίνος Παλαιολόγος :

Ο θάνατος του αυτοκράτορος εξέπληξε την οικούμενην˙ η θυσία ενός καλογήρου έμεινε θαμμένη εις το σκότος του παρελθόντος. Ο πολυτελής μανδύας απέκρυψε διά της λάμψεώς του το ευτελές και πενιχρόν ράσον. [Β΄, 25]

 

Την ίδια χρονιά εκλέγεται για πρώτη φορά βουλευτής Λευκάδας στη Βουλή των Ιονίων Νήσων. Εκεί, στη Βουλή της Κέρκυρας, μαθαίνει την είδηση του θανάτου του Σολωμού και προσθέτει στην ενδεκάδα των Μνημοσύνων του ένα ακόμα γραμμένο για τον ποιητή, το «Η δάφνη και τ' αηδόνι». Σε γράμμα στη γυναίκα του γράφει: «Ο Θεός να δώσει τα ανέκδοτά του έργα να ανταποκριθώσιν εις τας περί αυτών προσδοκίας» [Α΄, 40]. Δύο χρόνια αργότερα τις διαψευσμένες προσδοκίες εκφράζει δημόσια ένας συμπατριώτης του, ο Σπ. Ζαμπέλιος, στο μελέτημά του για τη νεοελληνική ποίηση Πόθεν η κοινή λέξις τραγουδώ (1859). Μια γενικότερη αμφιβολία σημαδεύει για μεγάλο διάστημα τη φήμη τού ώς τότε αδιαφιλονίκητου εθνικού ποιητή Σολωμού. Ο ίδιος ο Βαλαωρίτης θα περιοριστεί σε μια ιδιωτική αλλά ιδιαιτέρως αιχμηρή κριτική των Ευρισκομένων πριν την έκδοσή τους, μόλις λίγους μήνες μετά τον θάνατο του Σολωμού: «Εψεύσθησαν αι ελπίδες του έθνους» [Α΄, 285]. Την ίδια στιγμή είναι απολύτως έτοιμος να θέσει και να υποστηρίξει την υποψηφιότητά του στον αγώνα της διαδοχής. Το τελευταίο από τα επιμνημόσυνα ποιήματα της συλλογής του Βαλαωρίτη, που «ως άλλος επιτύμβιος λίθος σφραγίζει τα Μνημόσυνα» [Βαλαωρίτης 1857: 154] θα αποδειχθεί στο φως της ιστορίας κίνηση τυπική διεκδίκησης του τίτλου του εθνικού ποιητή: με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, ένα αφιερωματικό ποίημα γραμμένο «εις μνήμην», ο Παλαμάς και ο Σικελιανός θα δηλώσουν παρόν στην επέτειο των εκατό χρόνων από τη γέννηση του Βαλαωρίτη («Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1824-1924)» και «Ωδή στο Βαλαωρίτη» αντίστοιχα) και ο Σικελιανός, μόνος πια και αδιαμφισβήτητος διεκδικητής του τίτλου του εθνικού ποιητή, στην κηδεία του Παλαμά το 1943. Η διαφορά βέβαια της ποιητικής του Σολωμού και του Βαλαωρίτη είναι ήδη απολύτως αισθητή: ο Βαλαωρίτης «είναι ποιητής βασικά αντίθετος με τον Σολωμό» [Καραντώνης 1979: 44]. Αν λοιπόν ο Ύμνος ήταν το μέσο της αναγνώρισης για τον Σολωμό, για τον Βαλαωρίτη απομένει να ανακαλυφθεί ο δρόμος που θα οδηγήσει στην αναγνώριση της δικής του ποιητικής αισθητικής ως αντάξιας του τίτλου του εθνικού ποιητή.

Στην πραγματικότητα ο Βαλαωρίτης έχει ήδη ανακαλύψει τα «όπλα» με τα οποία θα υπηρετήσει την ελληνική ποίηση:

Η δόξα, η νυν και τον νουν και την καρδίαν μου κατέχουσα, ουδέν διαφέρει της τότε πρεσβευομένης υπ' εμού, ότε έγραφον τα Μνημόσυνα, διότι στηρίζεται εις αλήθειαν προς εμέ αναμφίλεκτον ότι θεμέλιον της νέας Ελληνικής ποιήσεως πρέπει να είναι η πιστή εξιστόρησις των παθημάτων και των μαρτυρίων του έθνους, η διηνεκής του Ελληνισμού προς τον ξενισμόν πάλη [Β΄, 299].

Το παραπάνω απόσπασμα από τα «Προλεγόμενα» της πρώτης του μεγάλης σύνθεσης, που εκδίδει το 1859 με τον τίτλο Κυρά Φροσύνη, σηματοδοτεί μια σταθερή, ώς το τέλος της ποιητικής του διαδρομής, πορεία. Αφηγούμενος ποιητικά το γνωστό περιστατικό του πνιγμού της Ηπειρώτισσας Φροσύνης, επειδή δεν ανταποκρίθηκε στον έρωτα του Αλή Πασά ο Βαλαωρίτης θέλει να εκφράσει όλο το δράμα του καταπιεζόμενου έθνους και να υπερασπίσει τον αγώνα του εναντίον του «ξενισμού». «Μου εμπήκε στο κεφάλι να δώσω εις το έθνος μου ένα ποίημα όπου να έχει χαρακτήρα ελληνικό», γράφει στον Λασκαράτο, και υπό αυτό το σκεπτικό η ποιητική στροφή προς την αξιοποίηση της ιστορίας που εισηγείται η Κυρά Φροσύνη είναι στη συνείδηση του Βαλαωρίτη «κάτι τι καινούριο» και «ωφέλιμο».

Το εσώφυλλο της πρώτης έκδοσης το 1859: Η κυρά Φροσύνη. Το σήμαντρον. Κέρκυρα: τυπ. Ερμής Αντ. Τερζάκη.

Η κορύφωση της «πάλης» εναντίον του «ξενισμού»: η ένωση με την Αθήνα στο κέντρο της πολιτικής και της ποιητικής ενός «γεφυροποιού»

Τα επόμενα χρόνια η προσοχή και η δράση του Βαλαωρίτη είναι απολύτως προσανατολισμένα στο ζήτημα της Ένωσης που μπαίνει στην οξύτερη και πιο αποφασιστική του φάση. Η προσήλωσή του αποδίδει καρπούς: τον Απρίλιο του 1964 ο Βαλαωρίτης πραγματοποιεί ένα θριαμβικό ταξίδι από τη Ζάκυνθο στον Πειραιά και από κει στην Αθήνα, για πρώτη φορά μετά την Ένωση. Η δυναμική του προσωπικότητα και η μεγάλη ρητορική του δεινότητα εκτοξεύουν στα ύψη τη δημοτικότητά του ως πολιτικού και τον καθιστούν ιδιαιτέρως δημοφιλή. Και ασφαλώς δεν είναι τυχαίο ότι ο τίτλος του εθνικού ποιητή τού αποδίδεται για πρώτη φορά ακριβώς αυτή την εποχή, το 1863, από τον κερκυραϊκό σύλλογο «Αναγέννησις». Ως ένας από τους πολιτικούς σχεδιαστές της Ένωσης ο Βαλαωρίτης είναι σε απολύτως προνομιακή θέση προκειμένου να διεκδικήσει ένα ακόμα μεγαλύτερο τρόπαιο: την ποιητική αναγνώριση από το εθνικό κέντρο.

Αναμνηστική πλάκα στην είσοδο του Ιονίου Κοινοβουλίου, για την Ένωση των Ιονίων Νήσων με το Ελληνικό κράτος.

Ο πετυχημένος χαρακτηρισμός του «γεφυροποιού» που του αποδίδει ο Σαββίδης (1988: 10) επιβεβαιώνει έναν τίτλο που έχει ήδη κερδίσει: του πλέον «αναγνωρισμένου σύνδεσμου της επτανησιακής σχολής με την αθηναϊκή» (Κ.Θ. Δημαράς 20009: 414-416). Παρά την απόσταση που διατηρεί από την ποίηση των Επτανήσιων, ο Βαλαωρίτης κομίζει στην αθηναϊκή ποίηση τη δημοτική γλώσσα: χρησιμοποιεί πάντα την καθαρεύουσα στον πολιτικό του λόγο, ακόμα και στους προλόγους των ποιητικών του συλλογών, αποδεικνύεται όμως ένθερμος υποστηρικτής της δημοτικής ως ποιητικής γλώσσας σχεδόν από το ξεκίνημά του. Από την άλλη η άρση του αποκλεισμού της δημοτικής από τους ποιητικούς διαγωνισμούς ήδη το 1862 είναι ενδεικτική της σταδιακής αλλαγής του κλίματος στην Αθήνα και αποδεικνύεται μια σύμπτωση ιδιαιτέρως ευνοϊκή για τον Βαλαωρίτη.

Την εποχή που φτάνει ο Βαλαωρίτης στην Αθήνα η κορυφαία στιγμή του ρομαντισμού έχει παρέλθει και σταδιακά δίνει τη θέση της στην κάμψη και την παρακμή. Η ποίηση του Βαλαωρίτη, ρομαντική στη βάση της, και άρα οικεία στο ποιητικό πρότυπο της λεγόμενης πρώτης αθηναϊκής σχολής, με την ηρωική διάθεση που καλλιεργεί και την άντληση της θεματολογίας της από την ιστορία επιχειρεί να καταφέρει ένα χτύπημα στο είδος του ρομαντισμού που σημαίνει πεισιθάνατη ψύχωση και εκφράζεται από τους τελευταίους εκπροσώπους της αθηναϊκής σχολής. Η απόσταση από τους Επτανήσιους είναι τόση που αυτή την εποχή προκαλεί τις επικρίσεις της άλλης πλευράς: το 1868 σε δύο σάτιρες του Παναγιώτη Πάνα υπογραμμίζεται η απόκλιση της ποιητικής του Βαλαωρίτη από την ποιητική των Επτανησίων, όπως αυτή ορίζεται από το κυρίαρχο μοντέλο της σολωμικής ποίησης. Ασφαλώς ο Βαλαωρίτης δεν αποτελεί φορέα του επτανησιακού πνεύματος, ούτε βέβαια και εκπρόσωπο της αθηναϊκής σχολής. Το γεγονός λοιπόν ότι η σύγκλιση επτανησιακής και αθηναϊκής σχολής γίνεται από έναν αιρετικό δεν είναι τυχαίο: το επιτρέπει η χρονική στιγμή κατά την οποία επιτυγχάνεται η «γεφύρωση»: «οι αντιθέσεις ανάμεσα στη λογιοσύνη της Επτανήσου και της Αθήνας είχαν από καιρό αρχίζει να ξεθωριάζουν και ο δρόμος προς μια νέα σύνθεση (αυτή που εκδηλώθηκε κυρίως μετά το 1880) είχε αρχίσει να γίνεται ορατός» [Σταυροπούλου 1996: 174].

Δ. Τσόκος, «Αθανάσιος Διάκος», 1861 [πηγή: Wikimedia Commons].

Οι μεγάλες συνθέσεις αυτής της εποχής, Αθανάσης Διάκος και Αστραπόγιαννος ―που γράφονται την περίοδο 1865-1866 και τυπώνονται το 1867―, αποδεικνύουν την επιμονή του Βαλαωρίτη προς την ποιητική ανάπλαση της ιστορίας: «Ιστορία λοιπόν, τουτέστιν αλήθεια, είναι η κυριωτέρα βάσις της εθνικής ποιήσεως». Η ιστορία λοιπόν ενός ακόμα μάρτυρα της εθνικής ελευθερίας, του Αθανασίου Διάκου, συγκαταλέγεται στο «Εθνικό Μαρτυρολόγιο» του Βαλαωρίτη, ενώ με τον Αστραπόγιαννο ―σύνθεση που αφηγείται τη ζωή του γνωστού κλέφτη― ο ποιητής επιστρέφει στον κύκλο των κλέφτικων τραγουδιών: Ο κεντρικός ήρωας, θανάσιμα πληγωμένος, ζητά από το αφοσιωμένο του πρωτοπαλίκαρο, τον Λαμπέτη, να του κόψει το κεφάλι για να μην γίνει τρόπαιο στα χέρια των εχθρών· ο Λαμπέτης υπακούει: κόβει το κεφάλι του Αστραπόγιαννου και, καταδιωκόμενος απ' τον εχθρό, το κουβαλάει για μέρες στο δισάκι του ώσπου να του δοθεί η ευκαιρία ενός έντιμου ενταφιασμού. Ο αναγνώστης παρακολουθεί την περιπέτεια του Λαμπέτη, καθώς οι σάρκες του κρανίου λιώνουν αποκαλύπτοντας το απογυμνωμένο κρανίο σε μια από τις πιο φρικιαστικές ποιητικές περιγραφές της νεοελληνικής ποίησης.

Επικεντρωμένος και πάλι στην ηρωική έκφραση ενός εθνικού ιδεαλισμού ο Βαλαωρίτης. Βρισκόμαστε άλλωστε για μια ακόμα φορά «εν εποχή κυοφορίας πατριωτικής εξεγέρσεως του Έθνους, κατά τα προεόρτια δηλαδή της Κρητικής Επαναστάσεως», ενώ η έκδοση των έργων πραγματοποιείται «εν πλήρη ακμή της Επαναστάσεως, καθ' ην στιγμήν ο Βαλαωρίτης, και ως βουλευτής και ως ιδιώτης, και εν τη Βουλή και έκτος αυτής, ενεργώς δρα υπέρ των αγωνιζόμενων αδελφών» [Α΄, 116]. Ο ρόλος λοιπόν του «γεφυροποιού» αυτή την εποχή θα μπορούσε να έχει πολλαπλές σημασίες σε σχέση με τη δράση του Βαλαωρίτη, πολιτική και ποιητική: από τους πολιτικούς πρωταγωνιστές της επίτευξης της Ένωσης των Επτανήσων με την Ελλάδα, συνδετικός κρίκος της επτανησιακής και της αθηναϊκής ποιητικής σχολής, δραστήριος αρωγός της Κρητικής Επανάστασης. Ωστόσο οι χειρισμοί του επίσημου κράτους ως προς την τελευταία υπόθεση, του κρητικού ζητήματος, τον απογοητεύουν. Επιλογικά, στην περίοδο αυτή της θριαμβικής πολιτικής πορείας που υπήρξε ιδιαιτέρως παραγωγική και ποιητικά, δεν θα πρέπει να αγνοήσουμε τα ψήγματα της πολιτικής απογοήτευσης που στην επόμενη φάση θα κορυφωθεί. Μας ειδοποιεί ο ίδιος ο Βαλαωρίτης ήδη στα «Προλεγόμενα» του Διάκου συγκρίνοντας την επαναστατημένη Ελλάδα και το ελληνικό Βασίλειο:

Τότε ωκεανός πολυτάραχος, αλλ' αχανής, τώρα λίμνη τεθολωμένη και νεκρά ύδατα. Τότε ήλιος διαλάμπων εν μέσω πορφυροχρόων νεφελών, τώρα λυχνία ημίσβεστος, αμυδράν εκπέμπουσα λάμψιν. Υπό την έποψιν ταύτην η κατάρτισις του Ελληνικού Βασιλείου υπήρξεν αληθής δολοφονία της μεγάλης εθνικής ιδέας. Εφυλακίσθη το γένος εντός στενοχώρου ειρκτής. [Β΄, 323]

Το τέλος του δημόσιου βίου και η ζωή στη Μαδουρή

Η θριαμβική πορεία που ξεκίνησε το 1864 στην αθηναϊκή Βουλή, τερματίζεται νωρίς, μόλις το 1868. Η αποχώρηση μάλιστα του Βαλαωρίτη από τον κοινοβουλευτικό στίβο συνοδεύεται από το περιστατικό μιας παρορμητικής αντίδρασης: χειροδικεί κατά τη διάρκεια συνεδρίασης της Βουλής εναντίον δύο βουλευτών του κυβερνητικού κόμματος του Βούλγαρη, των αδερφών Χαράλαμπου και Γεώργιου Ιακωβάτου. Πρόκειται για ένα περιστατικό που μετατρέπει μέρος της αρχικά ενθουσιώδους υποδοχής του σε αποδοκιμασία. Και η δική του όμως απογοήτευση από την πολιτική ζωή της Ελλάδας φαίνεται ολοένα να βαθαίνει. Παραιτείται από το βουλευτικό αξίωμα. Η τροπή της Κρητικής Επανάστασης του 1866 είναι ένα ζήτημα που τον επηρεάζει πολύ. Την οριστική στροφή της ευρωπαϊκής διπλωματίας υπέρ της Τουρκίας και την απαγόρευση στην Ελλάδα να υποστηρίξει το επαναστατικό κίνημα μέσω της απόφασης της συνθήκης των Παρισίων (9-20 Ιανουαρίου 1869) την περιγράφει ως «ράπισμα»:

Το ράπισμα όπερ εδόθη εις την Ελλάδα σήμερον δεν θα της επιτρέψει να ανακύψει τον αυχένα επί πολλά έτη. Όλος λοιπόν ο κοινοβουλευτικός βίος θα είναι μόνον συγκρουσις των κομμάτων προς κατάληψιν της εξουσίας. Πάθη, έριδες, εκδικήσεις θα είναι οι καρποί τοιούτου πολιτικού σταδίου. Δεν είναι αληθές; Εγώ λοιπόν κατ' ουδένα λόγον θέλω να βυθισθώ εντός του βορβόρου τούτου [Α΄, 136].

Στις επόμενες εκλογές, τον Μάιο του 1869, δεν θέλησε πλέον να θέσει υποψηφιότητα. Εγκαθίσταται στο νησάκι Μαδουρή. Εκεί θα ζήσει ώς το τέλος της ζωής του. Ορόσημο στην τελευταία αυτή φάση του βίου του αποτελεί η περίοδος από το τέλος του 1871, όταν το Πανεπιστήμιο του αναθέτει τη σύνθεση ενός ποιήματος για τα αποκαλυπτήρια του αγάλματος του πατριάρχη Γρηγόριου Ε΄. Ήδη η κίνηση της ανάθεσης μπορεί να θεωρηθεί σημαντική νοήματος. Η απαγγελία ωστόσο του ποιήματος «Αδριάς του αοίδιμου Γρηγορίου του Ε΄, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως» λίγους μήνες μετά, την 25η Μαρτίου 1872, ταυτίζεται συμβολικά με τη στιγμή της επίσημης και πανελλήνιας αναγνώρισης του Βαλαωρίτη ως «εθνικού ποιητή».

Γ. Φυτάλης, Ανδριάντας Πατριάρχου Γρηγορίου Ε΄ (στο δεξιό μέρος της πρόσοψης του Πανεπιστημίου Αθηνών), 1872 (δαπάνη Γεωργίου Αβέρωφ).

Πώς μας θωρείς ακίνητος;… Πού τρέχει ο λογισμός σου,

τα φτερωτά σου τα όνειρα;… Γιατί στο μέτωπό σου

να μη φυτρώνουν, γέροντα, τόσες χρυσές αχτίδες,

όσες μας δίδ' η όψη σου παρηγοριές κι ελπίδες;…

Α. Βαλαωρίτης, «Αδριάς του αοίδιμου Γρηγορίου του Ε΄, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως»

Για τον ποιητή Βαλαωρίτη είναι σίγουρα η στιγμή του μεγαλύτερου θριάμβου. Πέρα από τον ενθουσιασμό του μεγάλου κοινού ωστόσο, στον ορίζοντα της άμεσης πρόσληψης του ποιήματος του Βαλαωρίτη προσγράφονται δύο σημαντικές αποδοκιμαστικές κριτικές: του Δ. Βερναρδάκη ―που ελέγχει το ποίημα για τα ρομαντικά χαρακτηριστικά του― και μια ακόμα, ανώνυμη, του Ι. Πολυλά που του προσάπτει ακυρολεξίες και έλλειψη ενάργειας στις ποιητικές του εικόνες (αναδημοσιεύονται στο αφιερωματικό τεύχος της Νέας Εστίας 1259 το 1979)· σε αυτές προσμετρώνται και ποιήματα-παρωδίες, όπως του Κεφαλονίτη Μικέλη Άμβλιχου («Προς τον εθνικόν ποιητήν Αριστοτέλη Βαλαωρίτην. Αμανές»), του Γεώργιου Σουρή με αφορμή τις εκλογές του 1890 («Ο Φασουλής με τον σταυρόν με τη γνωστήν βελλάδα κάμνει μακράν προσφώνησιν στην έξαλλον Ελλάδα», Ο Ρωμηός 6.10.1890) ή του Ιωάννη Αρβανιτόπουλου με τίτλο «Τα Φοιτητικά, μια προσφώνησι στον Πατριάρχη», με αφορμή τις φοιτητικές αναταραχές που έμειναν γνωστές ως «Ορεστειακά» (αναδημοσίευση στο Νουμά 73, 7ης Δεκ. 1903, σ. 6).

Ο Βαλαωρίτης αλληλογραφεί σχετικά με τον Ανδρέα Λασκαράτο:

10 Φεβρ. 1872

Φίλε Λασκαράτε

Το Πανεπιστήμιον με προσεκάλεσεν επισήμως, να προσαγορεύσω δι' ενός διθυράμβου κατά την 25η Μαρτίου τον Ανδριάντα του Πατριάρχου Γρηγορίου.

Εδέχθην την πρόσκλησιν και ελπίζω εις τον Θεόν να μην εντροπιάσω ούτε την μνήμην του μεγάλου της νεωτέρας Ελλάδος αθλητού, ούτε τους φίλους μου».

 

15/27 Φεβρ. 1872

Φίλε Βαλαωρίτη

Σε συγχαίρω διά την Πανεπιστημονική πρόσκληση που έλαβες να προσαγορέψεις τον ανδριάντα του Γληγοράκη.

Δώσ' του κι από μέρους μου τα γκαρδιακά χαιρετίσματά μου και πες του πως του εύχομαι να ξακολουθάη να φανατίζει τους όχλους, όσο ναν τους αποχτηνώση εξ ολοκλήρου, και ναν τους κάμη ακόμη περισσότερο απ' ό,τι είναι δίποδους γαϊδάρους».

[ Α΄, σ. 277]

Στην εκτενή σύνθεση Φωτεινός, το κύκνειο άσμα του Βαλαωρίτη που ξεκινάει το 1879, αναπλάθεται ένα επεισόδιο του 14ου αι. στη φραγκοκρατούμενη Λευκάδα: ο ηλικιωμένος απόμαχος οπλαρχηγός Φωτεινός τιμωρείται προσβλητικά επειδή τόλμησε να πετροβολήσει τα σκυλιά ενός Φράγκου αφέντη, που του χαλούσαν τα σπαρτά. Η προσβολή φέρνει στην επιφάνεια τον επαναστάτη. Η προσωπική εκδίκηση και η αποκατάσταση της τιμής συνδυάζεται με το αίτημα απαλλαγής από τον ξένο δυνάστη. Ο Φωτεινός επαναστατεί και ετοιμάζεται να ξαναβγεί στο βουνό έχοντας στο πλευρό του τον παλιό του συμπολεμιστή Φλώρο Χτενά, τον γιο του τον Μήτρο και τον γιο του Χτενά, τον Λάμπρο. Πριν ξεκινήσουν όλα αρραβωνιάζει την κόρη του με το γιο του φίλου του. Η μέρα του γάμου θα είναι και η μέρα της έναρξης της επανάστασης. Το τι απέγινε μπορούμε μόνο να το υποθέσουμε, ο Βαλαωρίτης πέθανε πριν ολοκληρώσει αυτή τη σύνθεση που κατά γενική ομολογία είναι το καλύτερο έργο του. Στα τρία άσματά της το θέμα της πάλης του ελληνισμού ενάντια στον ξενισμό επανέρχεται με τρόπο δραματικότερο απ' ότι συμβαίνει στις προηγούμενες συνθέσεις.

Ο Γ. Π. Σαββίδης μελετά την ιστορική μέθοδο του Βαλαωρίτη βάσει της πιθανότητας οι πληροφορίες που αντλεί από την ιστορική του πηγή για να κατασκευάσει τον κόσμο της Λευκάδας του 14ου αι., μια πραγματεία του Γερμανού Χοπφ για τον Γρατσιάνο Τζώρτζη, να συνδυάζονται με τις γνώσεις του Βαλαωρίτη για μια άλλη επανάσταση των Λευκαδιτών εναντίον της ξενοκρατίας, αυτής του 1819 εναντίον των Άγγλων. Τότε που ανάμεσα στους στασιαστές εντοπίστηκε και κάποιος με το όνομα Νικόλαος Φωτεινός. Ο Φωτεινός παρουσιάζεται έτσι ως ένα δημιούργημα της «ιστορικής φαντασίας, του εθνικού αισθήματος και της πολιτικής συνείδησης» του Βαλαωρίτη. Η ανάδειξη της πολυτυπίας της ιστορικής μεθόδου του ποιητή συμπληρώνεται εύστοχα με την υπόδειξη μιας πιθανής συστοιχίας της ιστορικής περίστασης του 14ου αι. με τις σύγχρονες του Βαλαωρίτη πολιτικές εξελίξεις γύρω από το ζήτημα της ένταξης της Ηπείρου στην Ελλάδα, που ο Βαλαωρίτης παρακολουθούσε ως ευαισθητοποιημένος δέκτης και μέλος της Κεντρικής Εθνικής Επιτροπής που οργάνωνε ανεπίσημα την επανάσταση στην Ήπειρο, τη Θεσσαλία και την Κρήτη.

Η υπογραφή του Βαλαωρίτη. Από το αφιερωματικό στον Βαλαωρίτη μεταθανάτιο τεύχος του περ. Εστία

Μετά το θάνατο του Βαλαωρίτη η φήμη του «λίγοστεψεν ολίγο» παρατηρεί ήδη ο Καβάφης σε αδημοσίευτη [Εισήγηση για τον Βαλαωρίτη], πιθανώς γύρω στα 1924-1925, στην επέτειο των 100 χρόνων από τη γέννηση του Λευκαδίτη (πρωτοδημοσιεύεται από τον Γ. Π. Σαββίδη στο αφιερωματικό τεύχος της Νέας Εστίας του 1979). Ο ίδιος αποφαίνεται ότι η αναγνώριση του ως ποιητή καλύτερου από τον Σολωμό και η αίγλη που του αποδόθηκε εξαιτίας του άρτιου ποιητικού σώματος που μας κληροδοτεί σε σχέση με τα σολωμικά αποσπάσματα ήταν μόνο πρόσκαιρη. Η θεώρησή του ως άξιου συνεχιστή του Σολωμού ήταν περισσότερο «φιλολογικό κοπλιμέντο». Δεν έμειναν τα πράγματα στο «λιγόστεμα» που παρατηρεί ο Καβάφης, με το πέρασμα του χρόνου, σε διάφορες εκ των υστέρων θεωρήσεις ο Βαλαωρίτης θα πληρώσει ένα ολοένα και πιο ακριβό τίμημα για τις αστοχίες του. Ώς το σημείο να θεωρηθεί ο λόγος του για τον Σολωμό «βλάσφημος» (Πολίτης 19899). Κυρίως όμως η αναγνώριση της ποιητικής του αξίας σκιάζεται πάντα από την αμείλικτη απόφανση της ιστορίας ότι παρέμεινε επιρρεπής «στα ελαττώματα του αθηναϊκού ρομαντισμού: στόμφος, ρητορεία, κενότητα, τα ξαναβρίσκουμε και σ' αυτόν» (Δημαράς 20009: 414). Όσο για τον τίτλο που με τόσο πάθος διεκδίκησε, του εθνικού ποιητή, αυτός δεν του αμφισβητήθηκε ποτέ. Μόνο που ίσως κάποτε να λειτούργησε ως παγίδα μέσα στην οποία «θάβεται ολοένα και πιο βαθιά με τιμές "εθνικού ποιητού"» η «"εδαφικότερη" και πιο ανδρωμένη ποιητική προσωπικότητα του αιώνα του» (Σαββίδης 1988: 9).


Αγγέλα Γιώτη
© 2013 Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας

[1] Ως Α΄και Β΄ συντομογραφείται στο εξής η έκδοση του έργου του Βαλαωρίτη που γίνεται με την επιμέλεια των Γ. Π. Σαββίδη, Νίκης Λυκούργου και Ελένης Τσαντσάνογλου από την εκδόσεις Ίκαρος. Γι' αυτήν και τις υπόλοιπες παραπομπές βλ. τους καταλόγους της «Εργογραφίας» και της «Βασικής βιβλιογραφίας».