Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "ἀργός"

Βρέθηκαν 3 λήμματα [1 - 3]
Ἄργος, -εος, τό, όνομα διαφόρων ελληνικών πόλεων, από τις οποίες γνωστότερη είναι αυτή της Πελοποννήσου, την οποία ο Όμηρ. αποκαλεί Ἄργος Ἀχαιϊκόν, για να τη διακρίνει από το Ἄργος Πελασγικόν. Με το πρώτο όνομα ο Όμηρ. εννοεί ολόκληρη την Αργολίδα (ή και την Πελοπόννησο), με το δεύτερο ολόκληρη τη Θεσσαλία.
ἀργός, , -όν, I. αστραφτερός, λαμπερός, γυαλιστερός, Λατ. nitidus, σε Ομήρ. Ιλ.· λευκός, σε Αριστ. (Από τη σημασία αυτή προέρχονται οι λέξεις ἄργυρος, ἄργῑλος). II. πόδας ἀργοί, ως επίθ. των κυνηγετικών σκύλων, ταχυκίνητος, γοργοπόδαρος, καθώς κάθε γρήγορη κίνηση προκαλεί ένα είδος αστραπής στα μάτια, που βλέπουν κάτι ως λαμπερό ή αστραφτερό, σε Όμηρ.
ἀργός, όν (συνηρ. του ἀ-εργόςI. 1. αυτός που δεν καλλιεργεί τη γη, που ζει χωρίς να μοχθεί, σε Ηρόδ.· συνεκδοχικά γενικά, ανενεργός, ράθυμος, αδρανής, οκνηρός, τεμπέλης, σε Σοφ. κ.λπ.· με γεν. πράγμ., ελεύθερος, απαλλαγμένος από κάτι, σε Ευρ., Πλάτ.· επίσης, ἀργότεραι ἐς τὸ δρᾶν, σε Θουκ. 2. λέγεται για τη γη, αυτή που μένει ακαλλιέργητη, χέρσα, σε Ξεν. II. Παθ., ατέλεστος, αυτός που έχει μείνει ανεκτέλεστος, Λατ. infectus, σε Σοφ., Ευρ.· οὐκ ἐν ἀργοῖς, όχι ανάμεσα σε αυτά που παραμελήθηκαν, σε Σοφ.