Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "χαίρω"

Βρέθηκε 1 λήμμα
χαίρω, (√ΧΑΡ), γʹ πληθ. προστ. χαιρόντων, Επικ. παρατ. χαῖρον, Ιων. χαίρεσκον, μέλ. χαιρήσω, Επικ. αναδιπλ. απαρ. κεχᾰρησέμεν, μεταγεν. επίσης χᾰρῶ, αόρ. αʹ ἐχάιρησα, παρακ. κεχάρηκα, Επικ. μτχ. αιτ. κεχᾰρηόταΜέσ. (με την ίδια σημασία), μέλ. χᾰρήσομαι, Επικ. κεχᾰρήσομαι, Επικ. γʹ ενικ. αορ. αʹ χήρατο, Επικ. γʹ πληθ. αναδιπλ. αορ. βʹ κεχάροντο, γʹ ενικ. και πληθ. ευκτ. κεχάροιτο, -οίατοΠαθ. (με την ίδια σημασία), αόρ. βʹ ἐχάρην [ᾰ], Επικ. χάρην, μτχ. χαρείς, παρακ. κεχάρημαι, μτχ. κεχαρμένος, γʹ ενικ. και πληθ. υπερσ. κεχάρητο, -ηντο· I. χαίρομαι, είμαι χαρούμενος, είμαι ευτυχισμένος, σε Όμηρ. κ.λπ.· χαίρω θυμῷ ή ἐν θυμῷ, χαίρω φρεσὶν ᾗσι, στον ίδ.· με δοτ. πράγμ., χαίρομαι με κάτι, είμαι ευτυχισμένος με κάτι, παίρνω ευχαρίστηση από κάποιο πράγμα, σε Όμηρ. κ.λπ.· ομοίως, χαίρειν ἐπί τινι, σε Σοφ., Ξεν.· με μτχ., χαίρω τὸν μῦθον ἀκούσας, χαίρομαι που τον έχω ακούσει, σε Ομήρ. Ιλ.· χαίρεις ὁρῶν, σε Ευρ.· χαίρω φειδόμενος, σε Αριστοφ.· με μτχ. ενεστ., το χαίρω μερικές φορές έχει τη σημασία του φιλέω, χαίρουσι χρεώμενοι, σε Ηρόδ. κ.λπ. II. με άρνηση, οὐ χαιρήσεις, δεν θα χαρείς, δηλ. δεν θα μείνεις ατιμώρητος, θα μετανιώσεις, σε Αριστοφ.· ομοίως σε Όμηρ., οὐδέ τιν' οἴω Τρώων χαιρήσειν, σε Ομήρ. Ιλ.· ομοίως με ερωτηματ., σὺ χαιρήσειν νομίζεις; σε Πλούτ.· βλ. κατωτ. IV.2. III. προστ., χαῖρε, δυϊκ. χαίρετον, πληθ. χαίρετε, είναι μια συνηθισμένη μορφή χαιρετισμού· 1. σε συνάντηση φίλων, γειά σου!, Λατ. salve, σε Όμηρ., Αττ.· κῆρυξ Ἀχαιῶν, χαῖρε..., Απάντηση χαίρω, δέχομαι το χαιρετισμό σου, σε Αισχύλ. 2. όταν κάποιος φεύγει και αποχωρίζεται από φίλο, έχε γειά! γειά σου!, Λατ. vale, σε Ομήρ. Οδ., Αττ. 3. η έννοια του αποχωρισμού ή της απομάκρυνσης εμφανίζεται επίσης στο γʹ ενικ. πρόσ. χαιρέτω, ας πάει στο καλό! εἴτε ἐγένετο ἄνθρωπος εἴτε ἐστὶ δαίμων, χαιρέτω, στην ερώτηση αν γεννήθηκε άνθρωπος ή είναι θεός, ας το αφήσουμε στην άκρη, σε Ηρόδ.· χαιρέτω βουλεύματα, σε Ευρ. IV. 1. μτχ. χαίρων, χαρούμενος, ευχαριστημένος, ευτυχισμένος, σε Όμηρ.· ομοίως, κεχαρηκώς, σε Ηρόδ. 2. δίπλα σε άλλο ρήμα, με την έννοια του ασφαλή, χωρίς τιμωρία, ατιμωρητί, Λατ. impune, χαίρων ἀπαλλάττει, σε Ηρόδ.· με άρνηση, οὐ χαίρων, Λατ. haud impune, όχι χωρίς κόστος για κάποιον, οὐ χαίροντες ἐμὲ γέλωτα θήσεσθε, σε Ηρόδ.· οὔ τι χαίρων ἐρεῖς, σε Σοφ.· βλ. ανωτ. II. 3. με την ίδια σημασία ως προστ. (βλ. ανωτ. III), σὺ δέ μοι χαίρων ἀφίκοιο, σε Ομήρ. Οδ.· ἀλλ' ἑρπέτω χαίρουσα, άφησέ τη να πάει χαρούμενη, σε Σοφ.V. 1. το απαρ. χρησιμοποιείται για να δηλώσει όπως η λέξη χαῖρεχαιρετισμό (βλ. ανωτ. III. 1), χαίρειν δὲ τὸν κήρυκα προὐννέπω, λέω στον κήρυκα καλώς όρισες, σε Σοφ.· στην αρχή επιστολών το απαρ. τίθεται μόνο (τα λέγει ή κελεύει παραλείπονται, όπως σε Λατ. S. = salutem αντί S.D. = salutem dicit), Κῦρος Κυαξάρῃ χαίρειν, σε Ξεν. 2. με αρνητική σημασία, όπως χαιρέτω, ἐᾶν χαίρειν τινά ή τι, βγαίνω από το μυαλό κάποιου, απομακρύνομαι, απαρνιέμαι, σε Ηρόδ., Αριστοφ. κ.λπ.· πολλὰ χ. κελεύειν τινά, σε Αριστοφ.· ομοίως με δοτ. προσ., πολλὰ χαίρειν ξυμφοραῖς καταξιῶ, σε Αισχύλ.· φράσαι χαίρειν Ἀθηναίοισι, σε Αριστοφ.