Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "τρόπαιον"

Βρέθηκε 1 λήμμα
τρόπαιον, αρχ. Αττ. τροπαῖον, τό, τρόπαιο, Λατ. tropaeum, σε Τραγ. κ.λπ.· δηλ. πρόχειρο θριαμβευτικό μνημείο που εγειρόταν για την ήττα του εχθρού (τροπή II) ως σύμβολο νίκης, αποτελούμενο από όπλα του εχθρού, τα οποία αναρτούνταν σε δέντρα ή στήνονταν σε ξύλινους στύλους· η συνήθης φράση ήταν στῆσαι ή στήσασθαι τρόπαιον, στήνω τρόπαια, σε Ευρ., Θουκ.· ἱδρῦσαι, σε Ευρ.· με γεν. προσ., τροπαῖα τῶν πολεμίων, τρόπαιο κερδισμένο από τον εχθρό, στον ίδ.· ομοίως, τροπαῖ' ἔστησε τῶν ἐμῶν χερῶν, σε Σοφ.· επίσης στῆσαι τροπαῖα κατὰ ή ἀπὸ τῶν πολεμίων, Λατ. triumphare de aliquo, σε Οράτ.