Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "σύνταξις"

Βρέθηκε 1 λήμμα
σύνταξις, -εως, (συντάσσω),· I. 1. τακτοποίηση από κοινού, διευθέτηση κατά τάξη, συμπαράταξη, οργάνωση, σε Θουκ., Ξεν.· τάξη, σύστημα, τακτοποίηση, σε Δημ. 2. συστηματική πραγματεία, σύγγραμμα, σε Αριστ.· αφήγηση, σε Πολύβ. 3. γραμματική σύνταξη, σύνταξη των μερών του λόγου, σε Λουκ. II. 1. στρατιωτική παράταξη, σώμα στρατιωτών (όπως το σύνταγμαἡ εἰς μυρίους σύνταξις, ένοπλο σώμα που ανέρχεται σε 10.000 άνδρες, σε Ξεν. 2. συνθήκη, συμφωνία, συμβόλαιο, σε Δημ. 3. καθορισμένη συνδρομή, εισφορά, φόρος, συνεισφορά (ευφημ. αντί φόρος), στον ίδ., Αισχίν. 4. πληρωμή, αμοιβή, μισθός, σύνταξη (ευφημ. αντί μισθός), σε Δημ.