Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΘΕΟΚΡΙΤΟΣ

Εἰδύλλια (1.64-1.99)


ΘΥΡΣΙΣ
Ἄρχετε βουκολικᾶς, Μοῖσαι φίλαι, ἄρχετ᾽ ἀοιδᾶς.

65 Θύρσις ὅδ᾽ ὡξ Αἴτνας, καὶ Θύρσιδος ἁδέα φωνά.
πᾷ ποκ᾽ ἄρ᾽ ἦσθ᾽, ὅκα Δάφνις ἐτάκετο, πᾷ ποκα, Νύμφαι;
ἦ κατὰ Πηνειῶ καλὰ τέμπεα, ἢ κατὰ Πίνδω;
οὐ γὰρ δὴ ποταμοῖο μέγαν ῥόον εἴχετ᾽ Ἀνάπω,
οὐδ᾽ Αἴτνας σκοπιάν, οὐδ᾽ Ἄκιδος ἱερὸν ὕδωρ.
70 ἄρχετε βουκολικᾶς, Μοῖσαι φίλαι, ἄρχετ᾽ ἀοιδᾶς.

τῆνον μὰν θῶες, τῆνον λύκοι ὠρύσαντο,
τῆνον χὠκ δρυμοῖο λέων ἔκλαυσε θανόντα.
ἄρχετε βουκολικᾶς, Μοῖσαι φίλαι, ἄρχετ᾽ ἀοιδᾶς.

πολλαί οἱ πὰρ ποσσὶ βόες, πολλοὶ δέ τε ταῦροι,
75 πολλαὶ δὲ δαμάλαι καὶ πόρτιες ὠδύραντο.
ἄρχετε βουκολικᾶς, Μοῖσαι φίλαι, ἄρχετ᾽ ἀοιδᾶς.

[ἦνθ᾽ Ἑρμᾶς πράτιστος ἀπ᾽ ὤρεος, εἶπε δὲ «Δάφνι,
τίς τυ κατατρύχει; τίνος, ὠγαθέ, τόσσον ἔρασαι;»
ἄρχετε βουκολικᾶς, Μοῖσαι φίλαι, ἄρχετ᾽ ἀοιδᾶς.]

80 ἦνθον τοὶ βοῦται, τοὶ ποιμένες, ᾡπόλοι ἦνθον·
πάντες ἀνηρώτευν τί πάθοι κακόν. ἦνθ᾽ ὁ Πρίηπος
κἤφα «Δάφνι τάλαν, τί τὺ τάκεαι; ἁ δέ τυ κώρα
πάσας ἀνὰ κράνας, πάντ᾽ ἄλσεα ποσσὶ φορεῖται.
85 ζαλῶ σ᾽, ᾇ δύσερώς τις ἄγαν καὶ ἀμήχανος ἐσσί.
84 ἄρχετε βουκολικᾶς, Μοῖσαι φίλαι, ἄρχετ᾽ ἀοιδᾶς.

[βούτας μὲν ἐλέγευ, νῦν δ᾽ αἰπόλῳ ἀνδρὶ ἔοικας.]
ᾡπόλος, ὅκκ᾽ ἐσορῇ τὰς μηκάδας οἷα βατεῦνται,
τάκεται ὀφθαλμὼς ὅτι οὐ τράγος αὐτὸς ἔγεντο.
ἄρχετε βουκολικᾶς, Μοῖσαι φίλαι, ἄρχετ᾽ ἀοιδᾶς.

90 καὶ τὺ δ᾽ ἐπεί κ᾽ ἐσορῇς τὰς παρθένος οἷα γελᾶντι,
τάκεαι ὀφθαλμὼς ὅτι οὐ μετὰ ταῖσι χορεύεις.»
[τὼς δ᾽ οὐδὲν ποτελέξαθ᾽ ὁ βουκόλος, ἀλλὰ τὸν αὑτῶ
ἄνυε πικρὸν ἔρωτα, καὶ ἐς τέλος ἄνυε μοίρας.]
ἄρχετε βουκολικᾶς, Μοῖσαι, πάλιν ἄρχετ᾽ ἀοιδᾶς.

95 ἦνθέ γε μὰν ἁδεῖα καὶ ἁ Κύπρις γελάοισα,
λάθρη μὲν γελάοισα, βαρὺν δ᾽ ἀνὰ θυμὸν ἔχοισα,
κεἶπε «τύ θην τὸν Ἔρωτα κατεύχεο, Δάφνι, λυγίζειν·
ἦ ῥ᾽ οὐκ αὐτὸς Ἔρωτος ὑπ᾽ ἀργαλέω ἐλυγίχθης;»
ἄρχετε βουκολικᾶς, Μοῖσαι, πάλιν ἄρχετ᾽ ἀοιδᾶς.


ΘΥΡΣΙΣ
(ΩΔΗ)
Αρχίστε, Μούσες μου καλές, βουκολικό τραγούδι.
65Ο Θύρσις απ᾽ την Αίτνα εγώ κι αυτή η φωνή του Θύρσι·
Πού ήστε όταν μαραίνονταν ο Δάφνις, πού κι οι Νύμφες;
Στου Πηνειού τις λαγκαδιές, στου Πίνδου τα λαγκάδια;
Μηδέ στης Αίτνας την κορφή μηδέ στο ρέμα του Άκι.
70Αρχίστε, Μούσες μου καλές, βουκολικό τραγούδι.

Εκείνον τον εθρήνησαν και λύκοι και τσακάλια
εκείνον και τον έκλαψε στο λόγγο το λιοντάρι.
Αρχίστε, Μούσες μου καλές, βουκολικό τραγούδι.

Βόδια πολλά στα πόδια του, ταύροι πολλοί θρηνούσαν,
75πολλές γελάδες και πολλές πολλές δαμαλοπούλες.
Αρχίστε, Μούσες μου καλές, βουκολικό τραγούδι.

80Ήρθαν βουκόλοι κι ήρθανε γιδοβοσκοί τριγύρω
κι αναρωτούσαν όλοι τους σαν τί κακό έχει πάθει.
Ήρθε κι αυτός ο Πρίαπος, ήρθε κι εκείνος κι είπε:
«Πώς έτσι απομαραίνεσαι, δυστυχισμένε Δάφνι;
Η κόρη εκείνη π᾽ αγαπάς περνοδιαβαίνει τώρα
σε βρύσες με τα κρύα νερά και σε πυκνά λαγκάδια.
85Τί σε ζαλίζω; έχεις εσύ δυστυχισμένη αγάπη.»
Αρχίστε, Μούσες μου καλές, βουκολικό τραγούδι.

«Τις γίδες πού βατεύονται γιδοβοσκός θωρώντας
λιγώνεται απ᾽ τη ζήλεια του που δεν εγίνη τράγος.»
Αρχίστε, Μούσες μου καλές, βουκολικό τραγούδι.

90«Και συ θωρώντας τα όμορφα κοράσια να γελάνε
λιγώνεσαι απ᾽ τη ζήλεια σου που δεν τα συντροφεύεις».
Αρχίστε, Μούσες μου καλές, βουκολικό τραγούδι.

95Ήρθεν ακόμα κι η γλυκιά και γελαστή Αφροδίτη
κι ήταν στην όψη γελαστή, μα δολερή η καρδιά της·
κι είπε : «Καυχόσουν πως λυγάς τον Έρωτα συ, Δάφνι,
μα ο τρομερός ο Έρωτας σ᾽ ελύγησεν εσένα».
Μούσες, και πάλι αρχίσετε βουκολικό τραγούδι.