Εξώφυλλο

Νόστος:

Ο Αρχαιοελληνικός Μύθος στην Παγκόσμια Λογοτεχνία

Μνήμη Δ. Ν. Μαρωνίτη

Dionisio Solomos

Σαπφώ

Μετάφραση: Λίνος Πολίτης & Γ. Ν. Πολίτης


Τέκνο γης δοξασμένης, όπου ο ξένος βρίσκει την πατρίδα, κι ο βάρβαρος τους Θεούς, αχ, σε τούτον τον πολυτάραχο, σε τούτον τον εφήμερον όχτο του καιρού, όπου βρεθήκαμε, άκουσέ με από τη σφαίρα των τραγουδιών, όπου είναι το βασίλειό σου.
Τη νύχτα απόψε μου φανερώθη η κόρη που ήταν η Μούσα της Λέσβου. Ο νους της ήτανε στην άβυσσο της Μοίρας κι ούτε κοιτάζει τα πέλαγα, τα βουνά, τη φύση ολόγυρα, σα να της ήταν όλη η πλάση ξένη. Μα από τους ουρανούς τους κοντινούς κι απ’ τους απόμακρους, όλα τ’ αστέρια, σ’ όλη τους τη χάρη, τη βλέπαν να πατά και πάλι το πόδι στη γη η θεία δυστυχισμένη· κι από κείνους τους κόσμους κι απ’ όλον τον αιθέρα χύνεται γέλιο άφραστης αγάπης πάνω στο στεφανωμένο κεφάλι το συλλογισμένο και πάνω στο παρθενικό το στήθος, που ήτανε τσακισμένο από τον πόνο, και του απόμεινε μονάχη ελπίδα, μοναχός Θεός, ο βράχος. Ξάφνου σε με, καθώς μ’ αντίκρισε, φέρνει η κόρη το βλέμμα και το χέρι και το λόγο.
Αχ, πόσο είναι γεμάτη η γη από μυστήρια, κι όλα ο τόπος απ’ όπου έρχομαι δεν τα ξεδιαλύνει. Μια μέρα, στο άνθισμα πάνω του τρίτου μου Απρίλη, μέσα στο νυφικό δώμα, όπου γεννήθηκα για τη δυστυχία, κι ενώ θάμαζα που χτυπούσε έτσι αναστατωμένη η καρδιά μου κι έβαζα εκεί το χέρι, πρόβαλε μπρος μου ο ίσκιος μιας γυναίκας, και με ήχο βαθύ κι άγνωστον στις δικές μας γλώσσες: «Πάρε και ζήσε λίγες στιγμές και πολυπικραμένες πάνω στην σαστισμένη γη», έτσι μου ’πε και μου έβαλε το αθάνατο κλωνάρι στην κόμη. Να ’γινε τούτο στ’ όνειρο ή σε όραμα ή αλλού, ο νους δε λησμονάει τη μορφή εκείνη, που ήτανε τρομερή, κι όμως στο πρόσωπο κρατούσε την υψηλή ομορφιά που έδωσε ύστερα στο μάρμαρο ο Φειδίας. Αλλά πότε και ποιός στο τέλος θα μου ξεσκεπάσει την αλήθεια, που τόσες φορές εγώ τη γύρεψα από τόσα πνεύματα, σε τόσες σφαίρες, του κάκου! Έτσι είπε, και μου απόσωσε κι άλλα που τ’ αφήνω.
Μα εσύ, που ανοίγεις πάντα το νου σου, Ψάλτη, σα θεϊκό σύννεφο χρυσό θεούς γεμάτο, εσύ φανέρωσε το στοχασμό σου, και θα ’ναι μέγα δώρο, θα ’ναι παρηγοριά για την αθάνατη την πονεμένη, που μεγαλόψυχα υψώνει το νου στην αλήθεια από την κατοικιά των νεκρών και ζητά να της φανερωθούν τ’ απόκρυφα κι από τον άλλον κόσμο κι από τούτον.1

Διονύσιος Σολωμός. 1960 [1968]. Ιταλικά (Ποιήματα και πεζά). Τόμος Β΄ (Παράρτημα). 2η έκδ. Μετ.: Λίνος Πολίτης με συνεργασία Γ. Ν. Πολίτη. Αθήνα: Ίκαρος.



1. (ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ)
Στ. 14-19.
Κι από κείνους τους κόσμους που τους είχε αγγίσει με το πέταγμα του λογισμού της, κι απ’ όλον τον αιθέρα, κι από κάθε μέρος όπου ήταν ζωντανός ο ουρανός, χύνεται χαμόγελο.
Κι από κείνους τους κόσμους που με το λογισμό τούς είχε φτάσει πετώντας, άφραστης αγάπης χύνεται χαμόγελο που χαιρετά (που φιλά) — —
Κι από κείνους τους κόσμους γέλιο χύνεται αγάπης πάνω στο στεφανωμένο κεφάλι το συλλογισμένο και πάνω στο παρθενικό το στήθος που του πόνου του στάθηκε Θεός ο βράχος και το κύμα.
Στ. 24.
Γρήγορα, Ποιητή, αύριο ή όσο μιλώ — μια μέρα πάνω στο άνθισμα του τέταρτου Απρίλη μου
Μια μέρα πάνω στο άνθισμα της πρώτης νιότης
Στ. 27.
Βάζοντας στην καρδιά το τρεμάμενο και μικρό χέρι
Στ. 28-33.
Όραμα να ήταν ή όνειρο ή πραγματικότητα, πρόβαλε μπρος μου ο ίσκιος μιας γυναίκας, κι αφού μου έβαλε το δάφνινο στεφάνι, «Πάρε», είπε, «και γίνε τρανή και πολυπικραμένη».
«Πάρε, και ζήσε λίγες μέρες και πολυπικραμένες»,
Στ. 33-36.
Πραγματικότητα να ήταν ή όραμα ή όνειρο, ο νους δε λησμονάει εκείνη τη μορφή, που ήτανε τρομερή, κι ωστόσο κρατούσε την υψηλή ομορφιά των φειδιακών γραμμών.
Ποιά να ’ταν εκείνη, γιατί ποτέ τους βαθιούς εκείνους ήχους τους άγνωστους στη δική μας γλώσσα ο νους δε λησμονάει, ούτε τη μορφή που έσπερνε τον τρόμο μέσ’ από τις γραμμές του ελληνικού προσώπου και του φειδιακού μαρμάρου.
Ο νους δε λησμονάει το μεγαλόπρεπον εκείνον ήχο τον βαθύ κι άγνωστον στις δικές μας γλώσσες
Που ήτανε τρομερή, κι όμως κρατούσε τα κάλλη του ελληνικού κόσμου και του φειδιακού μαρμάρου.
Ποιά να ’ταν εκείνη που του κάκου πάντα
Να ’ταν εκείνη που τόσες φορές μα του κάκου από τόσα πνεύματα, σε τόσες σφαίρες τη γύρεψα. Ύστερ’ από τόσους αιώνες και τόσο που ήπια νερό της Λήθης, ο νους δε λησμονάει τον ήχο εκείνον τον βαθύ κι άγνωστον στις δικές μας γλώσσες, ο νους δε λησμονάει εκείνη τη μορφή, που έσπερνε τον τρόμο μέσ’ από τα πιθέματα τους ελληνικού προσώπου και του φειδιακού μαρμάρου.
Γιατί ποτέ πια δεν την είδα και ποτέ.
Στ. 38.
Θα μου ξεσκεπάσει τον πέπλο
Στ. 46.
Από τις κατοικιές των νεκρών
Από την κατοικιά των πεθαμένων

(Ίσως από προηγούμενα σχεδιάσματα)

Στήσε το αυτί στο βράχο της Λευκάδας, εσύ που είσαι ποιητής, κι αν και μακριά, θ’ ακούσεις ν’ αντηχεί γυναικείο τραγούδι που κλείνει της ζωής το μυστήριο και του θανάτου με .... μεγάλη αγάπη.
Στήσε το αυτί στο βράχο της Λευκάδας, εσύ που είσαι ποιητής, κι αν και μακριά, θ’ ακούσεις τραγούδι ν’ ανεβαίνει ερωτικό γεμάτο θάνατο. Με μυρτιά στο μέτωπο ο ίσκιος μιας γυναίκας και το μέτωπο γυρισμένο προς τον αστερωτό ουρανό ασάλευτη πάνω στα δύστυχα όμορφα χνάρια.
Με μυρτιά στην κεφαλή ο ίσκιος μιας γυναίκας
Νά που γυρισμένος προς τον αστερωτό ουρανό, στεφανωμένος με μυρτιά, ο ίσκιος μιας γυναίκας
Σ’ εμένα απόμεινε μοναχός Θεός ο βράχος κι εκεί έτρεξα κι άφησα εκεί *** την αγαπημένη δάφνη και την ατέλειωτη θλίψη.
Μικρή η απόσταση από τούτον το βράχο ώς τη θάλασσα, μικρή, αν και φτάνει για να μου τσακίσει τη ζωή. Ποιός όμως θα μπορέσει ποτέ να μετρήσει την απόσταση απ’ το βασίλειο της ζωής ώς το βασίλειο του θανάτου και να δοκιμάσει να.....