Cesare Pavese
Το μυστήριο
Μετάφραση: Ισμήνη Παπανικολάου
[Μιλάνε ο Διόνυσος με τη Δήμητρα]
(Ότι τα Ελευσίνια μυστήρια αναπαρασταίνανε στους «μεμυημένους» ένα θείο πρότυπο αθανασίας του Διόνυσου και της Δήμητρας, σ’ όλους αρέσει να τ’ ακούνε. Κείνο που λιγότερο αρέσει είναι ν’ ακούν ότι η Δήμητρα είναι ένα στάχυ —το ψωμί— και ο Διόνυσος το αμπέλι — το κρασί. «Λάβετε φάγετε»).
Διόνυσος
Είναι στ’ αλήθεια διασκεδαστικοί αυτοί οι θνητοί. Εμείς γνωρίζουμε τα πράματα κι αυτοί τα κάνουν. Χωρίς αυτούς, αναρωτιέμαι τι πράμα θα ήτανε οι μέρες. Τι θα είμαστε εμείς οι θεοί οι Ολύμπιοι; Μας καλούν με τις φωνίτσες τους και μας δίνουν ονόματα.
Δήμητρα
Εγώ ήμουνα πριν απ’ αυτούς και ξέρω να σου πω πως ήταν μόνοι. Η γη ήταν άγριο δάσος, φίδια, χελώνες. Εμείς είμαστε η γη, ο αέρας, το νερό. Τι μπορούσε να γίνει; Είναι από τότε που πήραμε τη συνήθεια να είμαστε αθάνατοι.
Διόνυσος
Αυτό δε γίνεται με τους ανθρώπους.
Δήμητρα
Είναι αλήθεια. Ό,τι πιάνουν αυτοί γίνεται χρόνος. Γίνεται πράξη. Προσμονή και ελπίδα. Ακόμα και που πεθαίνουνε, είναι κι αυτό κάτι τι.
Διόνυσος
Έχουνε έναν τρόπο να ονομάζουνε τον εαυτό τους και τα πράγματα και μας τους άλλους, που πλουτίζει τη ζωή. Σαν τ’ αμπέλια που μάθανε να φυτεύουνε σ’ αυτούς τους λόφους. Όταν έφερα το βλαστάρι τ’ αμπελιού στην Ελευσίνα, δεν πίστευα πως από τόσα άσκημα ανηφόρια θα κάνανε έναν τόσο γλυκό τόπο. Έτσι και με το σιτάρι και με τους κήπους. Παντού όπου σκορπάνε κούραση και λόγια γεννιέται ένας ρυθμός, μια αίσθηση, μια ανάπαυση…
Δήμητρα
Και οι ιστορίες που ξέρουν να διηγιόνται για μας; Κάποτε αναρωτιέμαι αν εγώ είμαι πραγματικά η Ρέα, η Σίβυλλα, η Μεγάλη Μάνα που με λένε. Ξέρουνε να μας δίνουνε ονόματα που μας φανερώνουνε στους ίδιους τους εαυτούς μας, Ίακχε, και μας βγάζουνε από την ενοχλητική αιωνιότητα του πεπρωμένου για να μας χρωματίσουνε στις μέρες και στους τόπους όπου είμαστε.
Διόνυσος
Για μας είσαι πάντα η Δήμητρα.
Δήμητρα
Ποιος θα ’λεγε πως στην αθλιότητά τους θα ’χανε τόσον πλούτο; Γι’ αυτούς εγώ είμαι ένα άγριο και δασωμένο βουνό, είμαι σπηλιά και σύγνεφο, διαφεντεύω τα λιοντάρια, τους ταύρους, τα σιτηρά, τους απότομους βράχους, το λίκνο και τον τάφο, η Μεγάλη Μάνα που με λένε. Όλα αυτά τα χρωστάω σ’ αυτούς.
Διόνυσος
Μα, και για μένα μιλάνε συχνά.
Δήμητρα
Και δεν θα πρέπει, Ίακχε, να τους βοηθάμε περσότερο, να τους ξεπληρώνουμε με κάποιον τρόπο, να ’μαστε κοντά τους στις σύντομες ημέρες που χαίρονται;
Διόνυσος
Συ τους έδωσες τα σιτηρά κι εγώ τ’ αμπέλι, Δήμητρα. Άφησέ τους. Υπάρχει ανάγκη και για άλλο τίποτα;
Δήμητρα
Δεν ξέρω, μα ό,τι βγαίνει απ’ τα χέρια τους είναι κάπως αμφίβολο. Σαν ένα δίκοπο τσεκούρι.
Διόνυσος
Δεν θα ήτανε άνθρωποι αν δεν ήταν λυπημένοι κι αβέβαιοι. Η ζωή τους τελειώνει σίγουρα στον θάνατο. Όλα τους τα πλούτη είναι ο θάνατος, που τους πιέζει να μηχανεύονται, να θυμούνται και να προβλέπουνε. Και μην πιστεύεις, Δήμητρα, πως το αίμα τους αξίζει περσότερο από το στάρι και το κρασί που μ’ αυτά το τρέφουνε. Το αίμα είναι τιποτένιο, βρόμικο, ασήμαντο.
Δήμητρα
Συ είσαι νέος, Ίακχε, και δεν ξέρεις τι σημαίνει το αίμα, που το συνδέουν με μας. Συ τρέχεις τον κόσμο ανήσυχος, και για σένα ο θάνατος είναι σαν το κρασί που μεθάει. Αλλά δεν ξέρεις πως οι θνητοί έχουνε εκείνοι υποφέρει όσα λένε για μας. Πόσες θνητές μανάδες έχασαν την Κόρη και δεν την ξαναείχανε ποτέ. Τώρα το πιο πλούσιο δώρο που ξέρουν να μας προσφέρουν είναι να χύνουνε αίμα.
Διόνυσος
Μα είναι δώρο, Δήμητρα; Συ πολύ καλά ξέρεις πως, σκοτώνοντας το θύμα, κάποτε πιστεύανε πως σκοτώνουν εμάς.
Δήμητρα
Και ύστερα τους ρίχνεις άδικο; Γι’ αυτό σού λέω πως μας βρίσκουνε μέσα στο αίμα. Αν γι’ αυτούς ο θάνατος είναι το τέλος και η αρχή, έπρεπε να μας σκοτώνουν για να μας ξαναδούν να ξαναγεννιόμαστε. Οι θνητοί, Ίακχε, είναι πολύ δυστυχισμένοι.
Διόνυσος
Έτσι νομίζεις; Εμένα μου φαίνονται ηλίθιοι. Ή ίσως όχι. Ξέροντας πως είναι θνητοί, δίνουνε ένα νόημα στη ζωή σκοτώνοντας. Πρέπει να τις ζουν και να τις πεθαίνουν τις ίδιες τους τις ιστορίες. Πάρε το περιστατικό του Ικάριου.
Δήμητρα
Αυτή η φτωχή Ηριγόνη…
Διόνυσος
Ναι, μα τον Ικάριο τον σκότωσαν γιατί το θέλησε ο ίδιος. Ίσως σκέφτηκε πως το αίμα του ήταν κρασί. Βλαστημούσε, χτυπούσε και έχυνε κρασί σαν τρελός. Ήταν η πρώτη φορά που πάνω σ’ ένα αλώνι βλέπανε να ξεχειλίζει το κρασί και να ραντίζει τους φράχτες, τους τοίχους, τις αξίνες. Και η Ηριγόνη ακόμα βούτηξε μέσα τα χέρια της. Ύστερα, γιατί αυτός ο γεροηλίθιος —ο Ικάριος— πάει στους κάμπους, στους τσοπάνηδες, και τους δίνει να πίνουν; Αυτοί μετά, μεθυσμένοι, φαρμακωμένοι, εξαγριωμένοι, τον κατασπαράξανε σαν ένα τραγί και τον θάψανε ύστερα για να γίνει κι αυτός άλλο αμπέλι. Αυτός το ήξερε και το ήθελε. Θέλησε να καταπλήξει την κόρη του την Ηριγόνη που δοκίμασε αυτό το κρασί. Το ’ξερε κι αυτή. Τι άλλο μπορούσε να κάμει κι αυτή για να τελειώσει η ιστορία, παρά να κρεμαστεί στον ήλιο σαν ένα τσαμπί σταφύλι; Τίποτα δεν είναι θλιβερό. Είπαμε, οι θνητοί διηγούνται τις ιστορίες τους με αίματα.
Δήμητρα
Αναρωτήθηκες ποτέ τι θα ’μαστε χωρίς αυτούς; Ξέρεις πως μια μέρα θα μπορέσουν να ξεκολλήσουνε, ν’ αποτραβηχτούνε από μας τους θεούς; Βλέπεις, λοιπόν, πως το αίμα, αυτό το ασήμαντο αίμα, σ’ ενδιαφέρει;
Διόνυσος
Μα τι θες να τους δώσουμε; Ό,τι και να τους δώσουμε θα το κάμουνε αίμα.
Δήμητρα
Ένας τρόπος υπάρχει, και συ τον ξέρεις.
Διόνυσος
Λέγε.
Δήμητρα
Να δώσουμε ένα νόημα στον θάνατό τους.
Διόνυσος
Πώς το ’πες;
Δήμητρα
Να τους διδάξουμε την αιώνια ζωή.
Διόνυσος
Μα είναι σαν να τους αλλάζουμε το πεπρωμένο, Δήμητρα. Αυτοί είναι θνητοί.
Δήμητρα
Στάσου ν’ ακούσεις. Θα ’ρθει μια μέρα που θα το σκεφτούν αυτό μονάχοι τους. Και θα το κάμουνε χωρίς εμάς, μ’ έναν μύθο. Θα μιλούνε για ανθρώπους που νικήσαν τον θάνατο. Και τώρα κάποιον δικό τους τον έχουνε ανεβάσει στον ουρανό, κι άλλον τον κατεβάζουνε στην κόλαση κάθε έξι μήνες. Ένας τους πολέμησε με τον θάνατο και του άρπαξε ένα πλάσμα. Κατάλαβέ με, Ίακχε, θα το κάμουνε μόνοι τους. Και τότε εμείς θα ξαναγυρίσουμε σε κείνο που πρωτοήμαστε. Θα γίνουμε αέρας, νερό και χώμα.
Διόνυσος
Δεν θα ζήσουνε τόσο πολύ που να προφτάσουνε να το καταφέρουν αυτό.
Δήμητρα
Κουτό παιδί, τι πιστεύεις; Μα, το να πεθαίνουν θα ’χει ένα νόημα. Θα πεθαίνουνε για να ξεναγεννιόνται κι αυτοί και δεν θα ’χουνε πια την ανάγκη μας.
Διόνυσος
Τι θέλεις να κάμουμε, Δήμητρα;
Δήμητρα
Να τους διδάξουμε ότι μπορούν να γίνουνε όμοιοί μας από τη θλίψη και από τον θάνατο. Μα να τους το πούμε εμείς. Όπως το στάρι και το αμπέλι κατεβαίνουνε στον Άδη για να γεννηθούν, έτσι να τους διδάξουμε ότι ο θάνατος και γι’ αυτούς είναι μια καινούργια ζωή. Ας τους δώσουμε αυτόν τον μύθο. Ας τους οδηγήσουμε σ’ αυτόν τον μύθο. Να τους διδάξουμε δηλαδή ένα πεπρωμένο που να ενώνεται με το δικό μας.
Διόνυσος
Και πάλι θα πεθαίνουνε.
Δήμητρα
Θα πεθαίνουνε, αλλά θα ’χουνε νικήσει τον θάνατο. Θα δούνε κάτι τι παραπέρα από το αίμα, θα δούνε τους θεούς, θα δούνε εμάς τους δυο. Δεν θα φοβούνται πια τον θάνατο και δεν θα ’χουνε την ανάγκη να τον καταπραΰνουνε χύνοντας άλλο αίμα.
Διόνυσος
Μπορεί να γίνει, Δήμητρα. Μπορεί να γίνει Θα ’ναι ο μύθος της αιώνιας ζωής. Σχεδόν τους ζηλεύω. Δεν θα ξέρουνε το πεπρωμένο και θα είναι αθάνατοι. Μα μην ελπίζεις πως θα σταματήσει το αίμα.
Δήμητρα
Θα σκέφτονται μονάχα την αιωνιότητα Δεν θα ’ναι κίνδυνος πια να παραμελήσουνε αυτά τα πλούσια λιβάδια.
Διόνυσος
Ωστόσο. Μια φορά που το αμπέλι και το στάρι θα ’χουνε την έννοια της αιώνιας ζωής, ξέρεις, ξέρεις τι θα δούνε οι άνθρωποι στο ψωμί και στο κρασί: Σάρκα και αίμα, όπως τώρα, όπως πάντα. Και σάρκα και αίμα, θα το χύνουνε πια όχι για να καταπραΰνουνε τον θάνατο, αλλά για να φτάσουνε στην αιωνιότητα που τους περιμένει.
Δήμητρα
Θα ’λεγε κανείς πως βλέπεις το μέλλον. Πώς θα μπορούσες να το πεις;
Διόνυσος
Αρκεί να ’χεις δει το παρελθόν, Δήμητρα. Πίστεψέ με. Αλλά συμφωνώ μαζί σου. Θα ’ναι πάντα ένας μύθος.
Cesare Pavese. 1961. "Το μυστήριο". Μετ. Ισμήνη Παπανικολάου. Νέα Εστία 812 (1 Μαΐου 1961): 596-598.


