Εξώφυλλο

Νόστος:

Ο Αρχαιοελληνικός Μύθος στην Παγκόσμια Λογοτεχνία

Μνήμη Δ. Ν. Μαρωνίτη

[Τεκμηρίωση: βλ. Πυξίς]

Rainer Maria Rilke

Άλκηστις

Μετάφραση: Άρης Δικταίος


(Στη σκιά του Παναγή Λεκατσά, ο μεταφραστής)
Εδώ ’ταν, ξάφνου, ανάμεσά τους, ο αγγελιαφόρος,
μέσα στα περισσά μαγειρέματα του γάμου
πεταμένος, καθώς μια νέα προσθήκη.
Αυτοί που πίναν δε νιώσανε του Θεού
τον μυστικό ερχομό, που τη θεότητά του
τύλιγε, σα μουσκεμένο πανωφόρι,
κι όπως περνούσε ανάμεσά τους τούς εφάνη
σα να ’ταν τούτος ή ο άλλος γνώριμός τους.
Μα ένας από τους ξένους, άξαφνα, είδε,
εκεί όπου μίλαγε, τον νεαρό οικοδεσπότη,
πάνω από το τραπέζι, ως αρπαγμένο στα ύψη,
πλαγιασμένο όχι πια, και μ’ όλη
την ύπαρξή του, και παντού, να καθρεφτίζει
κάτι ξένο και φοβερό απαιτώντας.
Κι αμέσως, το ανακάτωμα ως ξεκαθαρίστη,
εγίνηκε σιωπή· μόνο ένα κατακάθι
στο πάτωμα, από αόριστους θορύβους,
και το ίζημα ψιθυρισμάτων
που πέφτανε, και τα υπόκωφα, έναν γύρο, γέλια,
που μύριζαν κιόλας χαλασμένα.
Και τον λιγνό Θεό τότε μονάχα αναγνωρίσαν,
κι όπως εκεί στεκότανε, γεμάτος
εσώτερην αποστολή κι ανήλεος, — ω, το ξέραν
σχεδόν. Κι όμως, όταν ειπώθη, πιο πολύ ήταν
απ’ την κάθε τους γνώση, ακατανόητο εντελώς.
Ο Άδμητος πρέπει να πεθάνει. Πότε; Τώρα.

Μα αυτός του φόβου του το τσόφλι σπάζει
σε κομμάτια κι απλώνει έξωθέ του
τα χέρια του, με τον Θεό να διαπραγματευτεί.
Για χρόνια, για έναν χρόνο
νιότης ακόμη, για μήνες, για εβδομάδες,
για μια δυο μέρες, όχι μέρες, νύχτες,
για μια μονάχα, για μια νύχτα, γι’ αυτή μόνο:
για τούτη δω. Αρνιέται ο Θεός κι εκείνος
κραυγάζει και φωνάζει και δεν το υποφέρει
κι όπως, σαν τον γεννούσε η μάνα του, φωνάζει.

Και μια γυνίακα γριά κοντά του πήγε
κι ο κύρης του ήρθε, ο γέρος του πατέρας,
και στάθηκαν κι οι δυο, γέροι και γερασμένοι
κι αμήχανοι, πλάι στον κραυγάζοντα, που ξάφνου,
όπως ποτέ τόσο κοντά τους κοίταξε, και τις κραυγές του
σταμάτησε, ξεροκατάπιε κι είπε:
Πατέρα,
πολύ, λοιπόν, για σε, σημαίνει τούτο
το απομεινάρι, αυτό το κατακάθι,
που δε μπορείς να καταπιείς; Πήγαινε, ξέρασέ το.
Κι εσύ, η γερόντισσα εσύ,
δέσποινα,
τί δουλειά ’χεις ακόμη εδώ, λοιπόν; Έχεις γεννήσει.
Και κρατά και τους δυο μονοχεριάς,
σα ζώα θυσίας. Ξάφνου, τους αφήνει
και σπρώχνει πέρα τους γέροντες, γεμάτος
έμπνευση, λάμποντας και, λαχανιασμένα,
φωνάζοντας: Ο Κρέων! Ο Κρέων! Και μόνο
αυτό· τ’ όνομα αυτό μονάχα.
Στο πρόσωπό του, εντούτοις, διαβαζόταν το άλλο,
που δεν το ’πε, ανονόμαστε μένοντας, όπως,
φλογερός, τον νεαρό φίλο, τον πιο αγαπημένο,
πρότεινε, πάνω από τ’ άταχτο τραπέζι.
Οι γέροι (εκεί ’ταν), βλέπεις, εξαγοράσιμοι δεν είναι,
είναι φθαρμένοι και κακοί, χωρίς αξία σχεδόν,
μα εσύ, αχ, εσύ ’σαι σ’ όλη σου την ομορφιά.

Μα, ξαφνικά, τον φίλο του να δει πια δεν μπορούσε.
Έμεινε πίσω, κι αυτή που ’ρθε, ήταν εκείνη,
κάπως μικρότερη σχεδόν απ’ όσο
τη γνώριζε, κι ελαφρά και λυπημένη
μέσα στ’ ωχρόχροο νυφικό της.
Όλοι οι άλλοι είναι τα σοκάκια της μονάχα,
μέσα από δαύτα που έρχεται κι έρχεται —: (εδώ θα ’ναι
όπου να ’ναι, μες στην οδυνηρά ανοιγόμενη αγκαλιά του).

Μα ενώ αυτός περιμένει, μιλεί εκείνη·
όχι σ’ αυτόν. Μιλεί στον Θεό κι ο Θεός την αγρικά
κι όλοι, εκεί, την ακούν, σαν μέσα από τον Θεό:

Κανένας δε μπορεί τη θέση του να πάρει. Εγώ μονάχα.
Εγώ, ο αντικαταστάτης του. Γιατί κανένας
δεν είναι, τελικά, ως εγώ. Και τί απομένει,
λοιπόν, απ’ ό,τι εδώ ’μουν; Μόνο ο θάνατός μου.
Δε σου ’πε εκείνη, παραγγέλλοντάς σου το, ότι
η κλίνη αυτή, που εκεί μέσα περιμένει,
στον Κάτω Κόσμο ανήκει; Είπα δα χαίρε.
Χαίρε πάνω στο χαίρε.
Κανείς, πεθαίνοντας, δεν είπε τόσα χαίρε.
Έφευγα, ναι, ώστε, όλ’ αυτά, που ’ναι θαμμένα
κάτω απ’ Αυτόν, που ’ναι τώρα σύζυγός μου,
να λιώσουνε και να λυθούνε—.
Έτσι, πάρε με: γι’ αυτόν, εγώ πεθαίνω.

Κι όπως της φουσκοθαλασσιάς ο αγέρας, ξαφνικά που αλλάζει,
πάει ο Θεός σ’ αυτήν, όπως σε πεθαμένη,
και βρέθηκε, με μιας, μακριά απ’ τον σύζυγό της,
που ο Θεός του πετά, μες σ’ ένα σημαδάκι,
τις εκατό ζωές της γης αυτής, κρυμμένες.
Όρμησε, παραπαίοντας, προς τους δυο τους,
πιάνοντάς τους ως σε όνειρο. Πηγαίναν κιόλας
κατά την ξώπορτα, όπου, κλαίοντας, οι γυναίκες
στριμώχνονταν. Μα, για μια φορά ακόμη,
το πρόσωπο του κοριτσιού είδε, που στρεφόταν,
μ’ ένα χαμόγελο, φωτεινό, καθώς ελπίδα,
που ήταν σχεδόν μια υπόσχεση: μεγαλωμένη,
καθώς απ’ τον βαθύ θάνατο γύριζε πίσω
σ’ αυτόν, τον ζώντα —

Κι όπως στα γόνατα ήτανε πεσμένος,
το πρόσωπο με τις παλάμες του έκλεισε, για να μη βλέπει
τίποτα πια, μετά από κείνο το χαμόγελό της.

Άρης Δικταίος. 1987. Εκλογή από το ποιητικό έργο του Rainer Maria Rilke. 2η έκδ. Αθήνα: Ζαχαρόπουλος.