Εξώφυλλο

Νόστος:

Ο Αρχαιοελληνικός Μύθος στην Παγκόσμια Λογοτεχνία

Μνήμη Δ. Ν. Μαρωνίτη

[Τεκμηρίωση: βλ. Πυξίς]

Henry Bauchau

Αντιγόνη

Μετάφραση: Θεόφιλος Τραμπούλης

(απόσπασμα)


5

ΑΙΜΩΝ


Την άλλη μέρα η Ισμήνη μού στέλνει μήνυμα πως ο Κρέων με περιμένει το πρωί στα ανάκτορα. Με υποδέχεται κομψευάμενος όπως πάντα. Μοιάζει να ’χει ξεχάσει πως λίγο καιρό μόλις πριν, στον Κολωνό, με είχε φυλακίσει για να εξαναγκάσει τον Οιδίποδα να επιστρέψει στη Θήβα. Ήτανε για χρόνια ο πιο ωραίος άντρας στη Θήβα και τον βρίσκω ακόμα γοητευτικό. Μου θυμίζει την Ιοκάστη.

«Όλη η Ελλάδα μιλάει για σένα», μου λέει. «Στη Θήβα πάντως δεν σε θυμάται κανείς. Γιατί γύρισες χωρίς να με ειδοποιήσεις;»

«Είμαι Θηβαία, γύρισα για τ’ αδέλφια μου και για τον πόλεμο».

«Τίποτα δεν θα σταματήσει την αντιζηλία τους. Ούτε τον πόλεμο».

«Κι εσύ, Κρέοντα, εσύ που είσαι θείος τους, δεν θα κάνεις τίποτα για να τον σταματήσεις;»

«Δεν έχω δικαίωμα ν’ αναμειχθώ. Εάν εμπλακώ στη διαμάχη τους, τους έχω ικανούς να συμμαχήσουν και να στραφούν εναντίον μου. Ξέρω πως ο Οιδίποδας είχε προφητέψει στον Κολωνό πως μια μέρα θα είμαι ο μοναδικός βασιλιάς της Θήβας. Δεν είναι αυτή η επιθυμία μου. Ο Ετεοκλής είναι νέος, γεμάτος δύναμη, είναι γεννημένος για τα πλούτη και τη δράση. Οι δυο μας είμαστε πολύ πιο δυνατοί από ό,τι θα ήμουν αν βασίλευα μόνος».

«Γιατί δεν παραχωρείτε τον θρόνο στον Πολυνείκη κάθε δύο χρόνια, όπως είχατε συμφωνήσει;»

«Είναι ανεφάρμοστο, Αντιγόνη. Ο Πολυνείκης έχει ισχυρές συμμαχίες, είναι πλούσιος, σύντομα θα είναι βασιλιάς του Άργους. Η Θήβα είναι γι’ αυτόν μονάχα ένα όνειρο του παρελθόντος».

«Δεν θα υποχωρήσει αν αρνηθείτε να του εκχωρήσετε τα δικαιώματά του, θα σας πολεμάει μέχρι να πεθάνει».

«Ας πεθάνει λοιπόν, γιατί πολεμώντας τη Θήβα προδίδει την ίδια του την πατρίδα».

Σηκώνεται για να μου δείξει πως δεν έχουμε πια τίποτα να συζητήσουμε. Ξέρει πως θα ’θελα να δω τα δωμάτια στα οποία μέναν άλλοτε οι γονείς μου. Θα με συνοδεύσει ο Αίμων, ο γιος του. Δεν πρόλαβε να βγει και μπαίνει ο Αίμων, λες και περίμενε ανυπόμονα πίσω από την πόρτα. Θυμόμουν ένα λεπτό και άχρωμο αγόρι, τα χρόνια περάσαν κι ο Αίμων έχει γίνει πια ολόκληρος άντρας. Από τον πατέρα του κρατάει την ομορφιά και το παράστημα, όχι όμως και τη βασιλική του άνεση. Με πλησιάζει με μια κάποια συστολή. Τον συμπαθώ με την πρώτη ματιά. Είναι ο ξάδελφός μου και, όπως είναι φυσικό, τον φιλάω. Ξαφνιάζεται και το πρόσωπό του φωτίζεται από χαρά.

«Χαίρομαι που σε ξαναβλέπω», καταφέρνει να ψελλίσει. «Το περίμενα χρόνια τώρα».

Γελάω και του απαντώ:

«Κι εγώ».

Είναι αλήθεια, δεν θα το πίστευα ούτε εγώ η ίδια. Καταλαβαίνω τώρα που τον έχω μπροστά μου πως εκείνος ο παλιός έφηβος Αίμων ήταν μέρος της πατρίδας την οποία νοσταλγούσα, ήταν κι αυτός Θήβα. Έχει γίνει πια άντρας και, τι παράξενο, έχω γίνει κι εγώ γυναίκα.

Ο Αίμων μού προτείνει να πάμε να ξαναδώ το παλάτι. Το μόνο μέρος όμως που θέλω να επισκεφθώ είναι το μικρό δωματιάκι στο οποίο έζησε για έναν χρόνο ο Οιδίποδας μετά την αυτοτιμωρία του. Είναι ακόμα πιο μικρό και πιο σκοτεινό απ’ ό,τι το θυμάμαι. Είναι γεμάτο με αμφορείς στους οποίους φυλάει ο Κρέων το κρασί του. Καταφέρνω να γλιστρήσω ανάμεσά τους μέχρι τον κίονα στο μέσο του δωματίου και λέω στον Αίμονα:

«Εδώ κάτω έζησε έναν χρόνο ο Οιδίποδας πριν τον διώξουνε από τη Θήβα, στη βάση αυτού του κίονα καθόταν και δεν μιλούσε σε κανέναν».

Ο Αίμων πάει να πει πως δεν τον διώξανε από τη Θήβα, τον διακόπτω:

«Ναι, τον διώξανε, τον έδιωξε το μυαλό των άλλων. Το μυαλό του Κρέοντα και των αδελφών μου και στο τέλος, ευτυχώς, και το μυαλό το δικό του. Μου είχε πει ένα πρωί: “Αύριο θα φύγω”. Τον είχα ρωτήσει: “Για πού;” Φώναζε: “Οπουδήποτε. Μακριά από τη Θήβα”, κι εκεί πήγαμε για δέκα χρόνια».

Ο Αίμων, αντί για άλλη απάντηση, περνάει το μπράτσο του κάτω από το δικό μου, παίρνει το μεγάλο μου χέρι στο δικό του, το πιο δυνατό. Ηρεμώ. Του ζητώ:

«Πάμε να δούμε τον κοιτώνα των γονιών μου».

Την ώρα που πάμε να μπούμε στο δωμάτιο διστάζω, πισωπατώ κι αφήνω τον Αίμονα να περάσει πρώτος. Φοβόμουν πως θα ’βρισκα έναν χώρο ερημωμένο, αλλά δεν έχει αλλάξει τίποτα, θα ’λεγες πως μένει ακόμα κάποιος εκεί μέσα. Μέχρι και το μεγάλο δοκάρι πάνω από το βασιλικό κρεβάτι είναι στη θέση του, ακόμα κι αυτό, αποκεί κρεμόταν το σκοινί του οποίου τη θέα δεν άντεξε ο Οιδίποδας.

«Κάθε μέρα», λέει ο Αίμων, «τακτοποιούν τα έπιπλα όπως ήταν τότε. Ξέρεις πόσο αγαπούσε ο πατέρας μου την Ιοκάστη, έρχεται συχνά εδώ».

«Δική του επιλογή είναι το μισοσκόταδο;»

«Όχι, κάποιος έχει κλείσει τις κουρτίνες».

Κι εκείνη τη στιγμή μισανοίγουν οι κουρτίνες, εμφανίζεται η Ιοκάστη κι αρχίζει να μας πλησιάζει με τα μάτια κλειστά. Χαμογελά, τη στεφανώνει, όπως τότε, η θαυμάσιά της κόμη. Προσπαθώ ν’ αντισταθώ στον φόβο που μου κόβει τα γόνατα, κάνω δυο τρία βήματα μπροστά, τραβώ τις κουρτίνες και λέω με φωνή που τρέμει:

«Άνοιξε τα μάτια σου».

Τα μάτια ανοίγουν κι η παραίσθηση διαλύεται. Η Ισμήνη δεν κρύβει στο βλέμμα της τις ίδιες δυνάμεις με την Ιοκάστη.

Η Ισμήνη ξεσπά σε γέλια:

«Σε φόβισα;»

«Για μια στιγμή νόμισα πως ήτανε εκείνη».

«Έχω εκπαιδευτεί, ξέρεις, σ’ αυτόν τον ρόλο. Ο Κρέων μού ζητά συχνά να τον υποδυθώ για χάρη του, η μητέρα μας ήξερε πώς να πείθει τους άλλους να την αγαπούνε. Σαν εσένα. Βλέπω πως έχεις ήδη κερδίσει την καρδιά του ωραίου Αίμονα. Μ’ αγάπησε πριν αγαπήσει εσένα, αλλά φαίνεται πως είσαι πολύ καλύτερή μου. Τότε δεν το είχα καταλάβει. Έμπαινες από αυτήν εδώ την πόρτα κι ήμουνα στην αγκαλιά του Οιδίποδα κι έλεγε: “Βρε καλώς τηνα, την ψηλολελέκα”. Πώς τα καταφέρνεις κι είσαι πάντα η πιο ψηλή;»

«Κι εσύ πώς τα κατάφερνες κι έμπαινες εδώ μέσα πάντα πρώτη κι ήσουνα η κόρη η αγαπημένη;»

Ο Αίμων τακτοποιεί τις κουρτίνες στη θέση τους και η Ισμήνη βρίσκει την ευκαιρία να μου ψιθυρίσει:

«Δεν τον σκέφτομαι πια, αγαπώ κάποιον άλλο».

Της λέω αυθόρμητα:

«Δεν είσαι η αγαπημένη μου αδελφή, Ισμήνη, είσαι η μόνη».

Η Ισμήνη μοιάζει ευτυχισμένη σήμερα. Ύστερα από λίγο φεύγουμε από τα ανάκτορα. Παρ’ όλη την απογοήτευση του Αίμονα δεν δεχόμαστε να μας συνοδεύσει. Νιώθουμε την ανάγκη να μείνουμε μόνες μαζί και να περπατούμε πλάι πλάι χωρίς να μιλάμε.

Την ώρα που φτάνουμε στο σπίτι της, η Ισμήνη με φιλάει και μου λέει:

«Μην ξεγελιέσαι, αύριο θα σε μισώ ξανά. Με μαλάκωσες σήμερα. Στις μέρες μας μισούμε στη Θήβα ό,τι είναι μαλακό, οφείλω να σε μισώ, να σε χτυπώ για να σκληρύνεις κι εσύ, αλλιώς θα σε ποδοπατήσουν».

Την άλλη μέρα την αυγή, την ώρα που τρώμε, γυρνάει ο Κ. και μου λέει:

«Μ’ έστειλε χθες ο Ετεοκλής να δω κάποια σπίτια στα οποία θα μπορούσες να μείνεις. Πάμε να τα επισκεφθούμε, δεν μοιάζουν με τα άλλα».

«Ξέρεις από τώρα ποιο θα διαλέξω;»

«Ναι», λέει ο Κ.

«Το διαλέγω λοιπόν. Πάμε».

Είναι στην παλιά πόλη, σε μια γειτονιά όπου άλλοτε μέναν ξωμάχοι. Ο Ετεοκλής έχει χτίσει κι εδώ καινούρια τείχη, υψώνονται πάνω από τα χαμόσπιτα σαν να τα πνίγουν. Φτάνουμε σ’ ένα ξύλινο σπίτι. Το περιβάλλει ένας μεγάλος χέρσος κήπος, μόνο μερικά όμορφα δέντρα φυτρώνουν εδώ κι εκεί. Το συμπαθώ με την πρώτη ματιά. Οι αναλογίες του και η ταπεινή του πρόσοψη είναι στα μέτρα μου και φαίνεται δροσερό, διαθέτει μάλιστα και υπόγειο. Πολύ κοντά δε έχει μια εγκαταλειμμένη πηγή την οποία θα πρέπει να καθαρίσω από τα ξεραμένα φύλλα και τα χορτάρια που φράσσουν τη ροή του νερού. Το δεύτερο δωμάτιο έχει στο βάθος του ένα όμορφο παραγώνι. Ο Κ. έχει από τα χθες ετοιμάσει τα ξύλα, ανάβω τη φωτιά για να ξαναδώσω ζωή στο σπίτι κι οι φλόγες φουντώνουν αμέσως. Είναι η πρώτη φορά από τότε που εγκατέλειψα τη Θήβα με τον Οιδίποδα που έχω σπίτι και κατάλυμα. Το χρωστώ στον Ετεοκλή, ο αδελφός μου είναι απότομος κι εχθρικός μόνο στα λόγια.

Πάμε να δούμε τον κήπο, έχει γεμίσει ζιζάνια και βάτα. Στη μέση όμως του παλιού περιβολιού ορθώνεται μια μεγάλη κερασιά που απλώνει γύρω της υπέροχη σκιά. Τι ωραία! Θα περιποιηθούμε τα παρτέρια, θα ξαναδώσουμε ζωή στα δέντρα. Ο Κ. με ξεναγεί στον υπόλοιπο κήπο. Στο βάθος του έχει ένα εργαστήριο, στην πραγματικότητα είναι τρεις τοίχοι φτιαγμένοι από σωφελιαστές πέτρες, από την τέταρτη πλευρά είναι ανοιχτό, η στέγη έχει καταρρεύσει, στο εσωτερικό φυτρώσανε δέντρα και πλημμυρίζουν τον χώρο με πράσινο φως.

Πετάω απ’ τη χαρά μου:

«Είναι ό,τι πρέπει για γλυπτική, θ’ αρχίσω αύριο κιόλας».

Το μεσημέρι ετοιμάζω στη φωτιά το πρώτο μας γεύμα. Κάποιος έρχεται. Ένα μικρό σκίρτημα ασαφούς ικανοποίησης, δεν το περίμενα τάχα; Είναι ο Αίμων.

«Έλα να σου κάνω το τραπέζι στο πρώτο μου σπίτι».

«Δεν είναι μεγάλο», λέει, «το πρώτο σου σπίτι, αλλά μοιάζει παλάτι αφού μένεις εσύ μέσα και, θα το δεις, σε λίγο καιρό θα έχεις έναν όμορφο κι ωφέλιμο κήπο».

Ακούγεται μια άμαξα να πλησιάζει:

«Με στέλνει ο Ετεοκλής», λέει, «να σου φέρω το νοικοκυριό σου».

«Δεν θέλω τίποτε άλλο εκτός από όσα χρειάζομαι, και τόσα χρόνια που ταξιδεύω έχω μάθει πως είναι πολύ λίγα αυτά που χρειάζομαι».

Ο Κ. θα πρέπει να είχε προειδοποιήσει τον Ετεοκλή για τον χαρακτήρα μου, γιατί η άμαξα δεν μεταφέρει παρά μόνο τα είδη πρώτης ανάγκης και δυο χαλιά για τους τοίχους.

Αποτρώμε, ο Αίμων πάει να μιλήσει, κομπιάζει κι έπειτα γυρνάει απότομα και μου λέει:

«Δεν θα μπορέσετε να κάνετε μόνοι σας όλη τη δουλειά που χρειάζεται το σπίτι. Έχετε να ξεχορταριάσετε τον κήπο, να ξαναστήσετε το εργαστήριο, και επιπλέον ο Κ. πρέπει να προσέχει την υγεία του. Θα ’θελα να σας βοηθήσω».

Μένω έκπληκτη:

«Εσύ να μας βοηθήσεις; Τι θα σκεφτεί ο Κρέων;»

«Ο Ετεοκλής είναι ο κύριός μου, όχι ο Κρέων. Μέσα στην ημέρα με περιμένουν πολλές δουλειές, καμιά φορά όμως έχω λίγο χρόνο ελεύθερο. Μπορώ να αρχίσω αμέσως, έφερα μαζί μου και τα εργαλεία μου».

Μ’ ευχαριστεί η προσφορά του Αίμονα, μ’ ευχαριστεί που συμφωνούν με τον Κ., πρώτα πρώτα, λένε, θ’ ανοίξουν ένα μονοπατάκι ανάμεσα στα ξερόχορτα για να πηγαίνω στο εργαστήριο.

Πιάνει αμέσως δουλειά. Εδώ σκαλίζει, εκεί τσαπίζει, παραπέρα κλαδεύει, άλλα χόρτα τα ξεριζώνει, άλλα, που θα μπορούσαν να μας φανούν χρήσιμα, φροντίζει να μην τα βλάψει. Όση ώρα δουλεύει στον κήπο εγώ με τον Κ. συμμαζεύουμε το σπίτι, πλένουμε τους τοίχους για να τοποθετήσουμε τα έπιπλα σε σπίτι καθαρό.

Κάθε λίγο βγαίνω έξω, βλέπω τον Αίμονα που δουλεύει, βλέπω τον ιδρώτα στο πρόσωπό του, πάω στην πηγή και του φέρνω δροσερό νερό να ξεδιψάσει. Είναι σκυμμένος πάνω από μια ρίζα και προσπαθεί να την τραβήξει από το χώμα. Προσπαθεί να μου πει ευχαριστώ και χάνει τα λόγια του, είναι λίγο αδέξιος ο καημενούλης. Το βλέμμα του κρύβει θαυμασμό και κάτι σαν υποταγή γεμάτη πάθος, μ’ αναστατώνει πιο πολύ απ’ όσο το περίμενα.

Ο ήλιος πάει να βασιλέψει, ο Αίμων τακτοποιεί τα εργαλεία του, μας αποχαιρετά βιαστικά και φεύγει με την ψυχή στο στόμα για να βρίσκεται εγκαίρως στο βραδινό προσκλητήριο των στρατιωτών. Δεν είχα καλά καλά προλάβει να βεβαιωθώ πως σκοπεύει να έρθει κι αύριο κι εμφανίζεται ο Ετεοκλής.

Κοιτά γύρω του με προσοχή και ρωτά:

«Ταπεινό σπίτι και φτωχική γειτονιά. Γιατί ήρθες να μείνεις εδώ κι όχι κάπου αλλού καλύτερα;»

«Κι ο πατέρας μας φτωχός ήταν στο τέλος της ζωής του, στην αρχή υπέμεινε την ένδεια, μετά την αποζητούσε».

«Γιατί;»

«Το γνωμικό του ήταν: πρόσθετο βιος, πρόσθετα βάρη».

Ο Ετεοκλής ζυγίζει για λίγο αυτό που του είπα κι έπειτα:

«Είναι μια άποψη, η πολιτική μου στη Θήβα είναι αντίθετη, αλλά το καταλαβαίνω. Πιθανόν να σκεφτόμουν κι εγώ σαν τον Οιδίποδα αν δεν υπήρχε ο Πολυνείκης».

Κοιτάει το μονοπάτι που είχε πιάσει ν’ ανοίγει ο Αίμων και προσθέτει:

«Προσέλαβες τον καλύτερό μου άντρα».

Μ’ ευχαριστούν τόσο τα λόγια του, που βάζω τα γέλια:

«Είναι πολύ καλός δουλευτής».

«Πολύ επιτυχημένη επιλογή, μετά τον Πολυνείκη είναι ο πιο ωραίος άντρας της Θήβας κι είναι απίστευτα τίμιος».

Νιώθω πως έχω κατακοκκινίσει. Ο Ετεοκλής φυσικά το καταλαβαίνει.

«Λες πως ο Πολυνείκης είναι ο πιο ωραίος άντρας της Θήβας, τον θεωρείς λοιπόν ακόμα Θηβαίο».

«Ό,τι και να κάνει ο Πολυνείκης, θα είναι πάντα ένας από εμάς».

«Γιατί λοιπόν τον έδιωξες;»

«Τον άφησα να βασιλέψει έναν χρόνο, κι όλον αυτό τον καιρό τον υπηρέτησα όσο καλύτερα μπορούσα. Έφυγε για ταξίδι και δεν του επέτρεψα να επιστρέψει. Μαζί του η πολιτεία κοιμόταν, εγώ απλώς πιέζω τη Θήβα και τον Πολυνείκη να ονειρεύονται και να πραγματοποιούν τα όνειρά τους».

Φεύγει, βαστά παραμάσχαλα το όμορφό του κράνος με το μαύρο λοφίο. Τρέχω πίσω του, τον πιάνω από το χέρι.

«Ξέρεις, υπάρχει κάποιος στη Θήβα που τον αγαπώ τόσο όσο και τον Πολυνείκη, εσύ, Ετεοκλή».

Με κοιτά τρυφερά, με μια κάποια μελαγχολία:

«Δεν κάνεις ανάμεσά μας διακρίσεις, είπες όμως στην Ισμήνη: “Ο πραγματικός βασιλιάς είναι ο Πολυνείκης”. Σου ξέφυγε, κι ίσως, αν ήμουν στη θέση σου, να μου ’χε ξεφύγει κι εμένα. Σύμφωνα με τον φυσικό νόμο, το ξέρω, ο πραγματικός βασιλιάς είναι ο Πολυνείκης. Εγώ πρέπει να προσπαθώ αδιάκοπα για να ’μαι βασιλιάς, δεν θα πραγματοποιήσω ποτέ τα ανδραγαθήματα για τα οποία είναι προορισμένος ο αδελφός μας, αλλά ποιος θα ήταν ο Πολυνείκης αν δεν τον είχα προσβάλει τόσο βαθιά; Ο άρχοντας μιας ταπεινής πολιτείας. Ξέρω τι έκανα, δεν θέλησα τη δικαιοσύνη, θέλησα την ισχύ. Ο Πολυνείκης έχει κληρονομήσει τα χαρίσματά του από το φως, από τον θεό του ήλιου, μ’ έναν τρόπο τόσο αξιοθαύμαστο, τόσο ηλίθιο, που έπρεπε κι εγώ να του αντιταχθώ με τα δικά μου όπλα, τα όπλα της νύχτας και του χρυσού. Ήμουν υποχρεωμένος ν’ απλώσω το σκοτάδι πάνω από τη Θήβα και να την πνίξω στο χρυσάφι».

Γυρίζει, φεύγει με το ταχύ του βήμα. Ο Κ. με πλησιάζει, με πιάνει από το μπράτσο, με οδηγεί πίσω στο σπίτι. Μ’ ό,τι κι αν καταπιάστηκα στη ζωή μου ήταν μάταιο, το ξέρω, πάντα το ήξερα, σκέψη βαριά, πώς να την αντέξω;

Ο Κ. έχει ξανανάψει τη φωτιά. Κάθομαι πλάι της κι ο Κ. κάθεται απέναντί μου και παρατηρεί σιωπηλός την αλυσιτελή θύελλα που ακόμα λυσσομανά μέσα μου, τη σύγκρουση ανάμεσα στην αδύναμη κοπέλα που πάντα νόμιζα ότι είμαι και σ’ εκείνη την άλλη, την ανυποχώρητη, την ατρόμητη Αντιγόνη που πίστεψαν πως γνώρισαν ο Κλείων, ο Οιδίποδας κι η Διοτίμα. Ο Κ. έχει μάθει ν’ ακούει τα χτυπήματα στις θύρες της καρδιάς και ξέρει καλά πως τέτοιες εσωτερικές συζητήσεις δεν καταλήγουν ποτέ σε επιλογές, συνεχίζουν μέχρι το τέλος και με τίμημα τη ζωή. Τέτοιες στιγμές είναι αδύνατον ν’ αρθρώσεις λόγο, τραγουδά χαμηλόφωνα για να καταπραΰνει την πληγωμένη μου ψυχή, να με πείσει να φάω, να πέσω να ξαπλώσω, ν’ ακούσω τις αλήθειες που έχει να μου αποκαλύψει ο πιο βαθύς ο ύπνος.


Τις επόμενες μέρες πιάνω να σμιλεύω σ’ έναν μαρμαρένιο ογκόλιθο που μου έχει δώσει ο Κ. τη διαδρομή του Οιδίποδα. Περιφερόταν για μήνες γύρω από την Αθήνα ακολουθώντας μια πορεία σε ημικύκλια, όσο πήγαινε μικραίναν οι σπείρες, ώσπου έφτασε στον Κολωνό κι ο τυφλός ξαναβρήκε το φως.

Χαράσσω κανονισμένα σχήματα, πιο στρογγυλεμένα από την πραγματική διαδρομή του Οιδίποδα. Το απαιτεί η πέτρα και υποτάσσομαι στο υλικό μου με μεγάλη χαρά. Ο Αίμονας κάθε φορά διατρέχει με το δάχτυλό του τις καμπύλες. Του αρέσει, τις βρίσκει, λέει, δουλεμένες με μεγάλη τέχνη.

Μου λέει μια μέρα:

«Το γλυπτό σου μου δίνει τη διάθεση να περπατήσω, να περπατήσω όπως περπατούσες κι εσύ· θα ήθελα όμως κιόλας να καθίσω και ν’ ακούσω».

«Τι ν’ ακούσεις;» ρωτάει ο Κ.

Ο Αίμων σηκώνει τα χέρια του σαν να λέει πως δεν ξέρει. Ίσως το καταλάβουμε καλύτερα όταν ο Κλείων, όπως το ’χει υποσχεθεί, ολοκληρώσει το έργο του πάνω στο βουνό και αναπαραστήσει την πορεία μας σε μεγάλο μέγεθος.

Ο Αίμων έρχεται σχεδόν κάθε μέρα για να δουλέψει στον κήπο. Μου αφηγείται με δύο λόγια τα νέα της πόλης, ύστερα πιάνει τα εργαλεία του κι αρχινά τη δουλειά.

Με πιάνει μια μέρα ο Κ. και μου λέει:

«Το γλυπτό σου έχει σχεδόν τελειώσει, άντε να βοηθήσεις τον Αίμονα στον κήπο, θα ήθελε να σ’ έχει κοντά του όσο τίποτε άλλο και δεν τολμά να σου το πει».

Πάω να τον βοηθήσω, λάμπει ολόκληρος, δουλεύουμε ο ένας δίπλα στον άλλο, δεν λέμε κουβέντα, αναπνέουμε όμως τις ίδιες μυρωδιές από τα δέντρα και την ίδια αναμοχλεμένη γη. Κάποτε τα χέρια μας αγγίζονται, δεν το καταλαβαίνουμε πάντα, τα σώματά μας όμως τρέφονται σιωπηλά από μια βουβή χαρά.

Τούτη η ευτυχία θα μπορούσε να κρατήσει, θα ’πρεπε να ’χε κρατήσει, μια μέρα όμως ο Αίμων τής δίνει τέλος:

«Όπου να ’ναι θα πρέπει να φύγω».

Η καρδιά μου σφίγγεται, δεν του απαντώ και, σαν να το κατάλαβε, διευκρινίζει:

«Σε εκστρατεία».

«Εναντίον του Πολυνείκη;»

Δεν λέει κουβέντα και συνεχίζουμε τη δουλειά μας σιωπηλοί.

Γιατί φοβάμαι τόσο πολύ; Μήπως για τον Πολυνείκη; Δεν θα έπρεπε να φοβάμαι, είναι τόσο δυνατός, τόσο άξιος στα όπλα· ή μήπως για τον Ετεοκλή, έχει όμως κι αυτός σχεδόν τα ίδια χαρίσματα· μήπως φοβάμαι για αυτόν: για τον Αίμονα;

Είμαι χολωμένη μαζί του και του λέω:

«Είναι πράγματι κύριός σου ο Ετεοκλής».

Σηκώνεται και για πρώτη φορά με κοιτά κάπως βλοσυρός:

«Αγαπάς πολύ τον Πολυνείκη, Αντιγόνη».

«Το ίδιο και τον Ετεοκλή».

«Εγώ χρειάστηκε ν’ αποφασίσω. Ο Ετεοκλής είναι φίλος μου κι επιπλέον είναι ο άρχοντας της Θήβας».

«Γιατί, ο Πολυνείκης δεν ήταν;»

Η απάντησή του είναι απότομη:

«Όχι, ο Πολυνείκης είναι υπέροχος, αλλά είναι υπέροχος μόνο για τον εαυτό του».

Ο Αίμων δεν πιστεύει λοιπόν πως υπάρχουν περιθώρια για την ειρήνη, δεν πρέπει γι’ αυτό και μόνο να απομακρυνθούμε ο ένας από τον άλλον, δεν πρέπει να κλάψω, κι όμως κλαίω.

Το βλέπει, θέλει να μου μιλήσει, δεν βρίσκει τι να πει, ούτε κι εγώ βρίσκω, και σε λίγο, όπως κάθε βράδυ, φεύγει για το στρατόπεδο.

Ένιωθα όλη την ώρα που δουλεύαμε μαζί κάτι να σκιρτάει μέσα μου και τώρα που μου είπε πως θα φύγει το ’νιωσα πάλι. Δεν μπορώ να τα σκεφτώ όλα αυτά μονάχη. Τρέχω στο εργαστήριο να βρω τον Κ. Τον Κ., που τον ξέρω τόσο λίγο καιρό και μοιάζει να με ξέρει από πάντα.

Ο κίονας που στήριζε τη σκεπή του εργαστηρίου έχει καταρρεύσει κι εκείνος τώρα συναρμολογεί τα κομμάτια του:

«Ποια είναι η γνώμη σου, Κ., για τον Αίμονα;»

Όπως συνήθως, δεν απαντά ευθέως:

«Αν ο Κλείων τον ήξερε, θα έλεγε πως μπορούσε να τον εμπιστευτούμε».

«Κι η Ιώ τι θα έλεγε;»

«Θα έλεγε πως είναι πολύ σημαντικό το γεγονός πως είναι όμορφος».

«Και τι άλλο, τι άλλο;»

«Θα έλεγε οπωσδήποτε πως ο Αίμων θα μπορούσε να γίνει καλός πατέρας».

«Σου φαίνεται αστείο;»

«Ναι, Αντιγόνη μου, μου φαίνεται αστείο· εγώ δεν πρόκειται ποτέ να έχω ούτε γυναίκα ούτε παιδιά».

«Σου ζητώ συγγνώμη, Κ. Ξέρεις, ο Αίμων πρόκειται να φύγει με τον Ετεοκλή, πάνε να πολεμήσουν τον Πολυνείκη, ήμουν σκληρή μαζί του και τώρα το έχω μετανιώσει. Στεναχωριέμαι».

Ηρεμώ, το έχω ανάγκη όμως να μείνω κοντά του, νιώθω περισσότερο ασφαλής. Ξαναπιάνει τη δουλειά, τον βοηθώ κι εγώ να αναστηλώσουμε τον κίονα. Τα χέρια μου είναι επιδέξια, είμαι γλύπτρια, μπορούν να φροντίσουν τις όμορφες επιφάνειες και τις σκληρές προεξοχές της πέτρας σαν να ’τανε παιδικά σώματα.


Την άλλη μέρα το πρωί έρχεται η Ισμήνη. Έχει το ύφος που παίρνει όταν είναι κακόκεφη:

«Τι γειτονιά, τι κόσμος, αν είναι δυνατόν, πάλι καλά που έχεις μεγάλο κήπο και δεν φτάνουν μέχρι εδώ οι μυρωδιές τους. Ε λοιπόν, το περίμενα, το σπίτι σου παραείναι μικρό, και επιπλέον το έχεις αφήσει σχεδόν άδειο. Κι είμαι σίγουρη πως αν σου πω να σου στείλω κατιτίς θ’ αρνηθείς. Όπως πάντα, δεν έχεις ανάγκη από τίποτα. Κι ήδη έβαλες στη δούλεψή σου και τον Κ. και τον πολυαγαπημένο μας Αίμονα, δεν σου πήρε και πολύ χρόνο για να τους στρώσεις στη δουλειά. Δουλειά, εμπρός δουλέψτε, όπως ακριβώς τα κατάφερες και με τον Οιδίποδα. Ένας θεός ξέρει πόσα γλυπτά χρειάστηκε να φτιάξει, πόσα τραγούδια και ποιήματα να πει για τη φτωχή του την Αντιγονούλα, που ζητιάνευε τάχα για χάρη του! Δεν τον άφησες και πολλά περιθώρια του πατέρα μας, απέτυχε στη Θήβα, έπρεπε λοιπόν σώνει και καλά να μεγαλουργήσει αλλού κι αλλιώς. Να γίνει σοφός, μάντης, ήρωας, να τον πάρουν κοντά τους οι θεοί, κι όλα αυτά για τη μικρή του την υπηρετριούλα, λες και δεν θα είχε επιζήσει χωρίς αυτήν. Σε λίγο καιρό σε κάθε σταυροδρόμι θα ’χουμε κι από ένα άγαλμα φτιαγμένο από άγνωστα χέρια, στο κέντρο θα έχει την αποθέωση του Οιδίποδα και σε μια ακρούλα την Αντιγόνη του σε έκσταση».

«Κάθε φορά που γίνεσαι κακιά, Ισμήνη, σημαίνει πως έχεις κάτι να μου πεις».

«Πράγματι. Κατέκτησες τον Αίμονα. Όσο πάει και μεγαλώνει η οικειότητά σας, αλλά ούτε εμένα με νοιάζει ούτε τον Ετεοκλή».

«Ποιον νοιάζει λοιπόν;» ρωτάει ο Κ.

«Τον Κρέοντα· θέλει να δει μια μέρα τον Αίμονα βασιλιά, αλλά σε καμιά περίπτωση την Αντιγόνη βασίλισσα».

«Δεν θα γίνω ποτέ βασίλισσα, ούτε στη Θήβα ούτε και πουθενά αλλού».

«Αν, Αντιγόνη μου, αρνηθείς τη βασιλεία, θα την αρνηθεί κι ο Αίμονας. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο θα τους βάλεις να τσακωθούν με τον Κρέοντα. Και τότε θα κινδυνέψεις, και μαζί σου κι η μικρή σου αδελφή κι ο Κ.».

«Ξεχνάς, Ισμήνη, τον Ετεοκλή· δεν έχει ο Κρέων όλη την εξουσία».

«Εσύ ξεχνάς αυτό που είπε μπροστά μας ο Οιδίποδας στον Πολυνείκη, όταν ήμασταν στον Κολωνό: “Ποιος θα γίνει βασιλιάς όταν θ’ αλληλοσκοτωθείτε; Ο Κρέων. Νομίζεις πως θ’ ανεχτεί η Αντιγόνη την τυραννίδα του;” Φυσικά, δεν είπε κουβέντα για την Ισμήνη που τα ανέχεται όλα».

Δεν μπορώ ν’ απαντήσω στην Ισμήνη, καταλαβαίνω πόσο δίκιο έχει, πόσο δυσβάσταχτο είναι το μέλλον μας, αλλά πώς να το αποδεχτώ; Η Ισμήνη συνεχίζει να μιλάει:

«Μου δίνεις την εντύπωση, Αντιγόνη, πως ελπίζεις ακόμη, αλλά, για πες μου, τι μπορείς να ελπίζεις από το τρελό πείσμα των διδύμων;»

«Δεν το ξέρω, Ισμήνη. Όσο ήμουν στο δρόμο δεν ήξερα πού πήγαινα, ακολουθούσα τον Οιδίποδα, ο οποίος γέμιζε όλο το παρελθόν κι απορροφούσε όλο το μέλλον. Δεν μου απέμενε παρά μόνο το παρόν κι εκεί συνεχίζω να ζω. Αν ζει κανείς στο παρόν, δεν έχει τον χρόνο να φτιάχνει σχέδια για το μέλλον».

Η Ισμήνη συγκινείται ξαφνικά, σαν να καταλαβαίνει πώς ήτανε όλα αυτά τα χρόνια της επαιτείας, της αβεβαιότητας. Μου ανοίγει την αγκαλιά της, και στο στεφάνι των συγκινήσεων και των αναμνήσεων που μας ενώνει βάζουμε και τον Κ. Γνωρίζουμε μια μακριά στιγμή αναίτιας χαράς, δίχως άλλο σκοπό από τη χαρά. Κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή η Ισμήνη, όπως τόσο καλά ξέρει να το κάνει, μας διακόπτει φωνάζοντας:

«Ε λοιπόν, πεινάω πολύ, γρήγορα στο τραπέζι».

Ετοιμάζουμε μαζί το φαγητό και τρώμε ευδιάθετοι στον κήπο. Τη στιγμή που σηκώνομαι να μαζέψω τα πιάτα, υψώνεται η φωνή του Κ., απρόσμενα υπέροχη.

Δεν μπορεί κανείς να ξέρει ακούγοντάς τον αν είναι φωνή παιδιού ή νεαρής κοπέλας, ή κιόλας η φωνή ενός άντρα που δεν τραγουδά με τις δικές του φωνητικές χορδές κι αντλεί τους ήχους του από τις ρίζες του δέντρου του έρωτα. Κι όμως, αυτή η άγνωστη φωνή είναι η φωνή που πάντα γνώριζα, η φωνή που με περιλαμβάνει, με καταλαμβάνει, η μόνη φωνή που καταλαβαίνω. Σ’ αυτούς τους απίστευτα υψηλούς τόνους νιώθω το μυαλό μου να διασχίζει απόρθητες πύλες. Αφήνομαι, γλιστρώ στο έδαφος, ξαπλώνω κι Ισμήνη με ακολουθεί. Τα χέρια μας πλησιάζουν, αγγίζονται, είμαστε ευτυχισμένες γιατί η μία προστατεύει την άλλη, γιατί κι οι δυο μας είμαστε ασφαλείς μες στη φωνή. Διασχίζει τα κλειστά μας μάτια κι από τα μαγεμένα μας αυτιά φτάνει στην καρδιά μας κι ο φλογερός της μυς επιταχύνεται. Ανοίγουμε τα πνευμόνια μας στην απουσία και στην ανάμνηση του Οιδίποδα, σ’ όλους τους θανάτους και σ’ όλες τις γέννες που ετοιμάζονται κάτω από τον φλεγόμενο ουρανό. Όσο πάει η φωνή κι αδυνατίζει, τρέμει και χάνεται σε μια κρίση βήχα.

Ανησυχώ, θα ’θελα ν’ ανακουφίσω τον Κ., αλλά ούτε εγώ ούτε η Ισμήνη δεν μπορούμε να εγκαταλείψουμε την κατάσταση της ευτυχισμένης γαλήνης μέσα στην οποία είμαστε βυθισμένες. Στρέφω το κεφάλι μου προς την Ισμήνη, πόσο είναι όμορφη η αδελφή μου, σαν να βλέπω στο κορμί της την αντανάκλαση του κλέους της φωνής που ακόμα πάλλεται στον ουρανό. Της λέω:

«Λάμπεις».

Απαντάει:

«Κι εσύ, έχει μπει μέσα μας η μουσική».

Ο Κ. κάθεται στα ριζά ενός δέντρου, βήχει. Τον βλέπουμε εξαντλημένο και κατάχλωμο. Τον ανασηκώνουμε και τον μεταφέρουμε στο σπίτι. Του λέει η Ισμήνη:

«Ήσουν απερίσκεπτος. Μας έδωσες τόση χαρά, αλλά τραγούδησες περισσότερο από τις αντοχές σου».

Μεταξύ δυο ξεσπασμάτων του βήχα του χαράσσεται στο πρόσωπό του ένα ασθενικό κι αστραφτερό χαμόγελο. Μουρμουρίζει:

«Μπορούμε τάχα να σταματήσουμε, να μετρήσουμε τον χρόνο της ευτυχίας;»

[...]


Henry Bauchau. 1998. Αντιγόνη. Μετ. Θεόφιλος Τραμπούλης. Αθήνα: Καστανιώτης. Τίτλος πρωτοτύπου: Antigone (Arles: Actes Sud, 1997).