Εξώφυλλο

Νόστος:

Ο Αρχαιοελληνικός Μύθος στην Παγκόσμια Λογοτεχνία

Μνήμη Δ. Ν. Μαρωνίτη

[Τεκμηρίωση: βλ. Πυξίς]

Γιάννης Ρίτσος

Φαίδρα


Στον Γιάννη ΤΣΑΡΟΥΧΗ

… Είναι φυσικό

άμα οι θεοί το θέλουν οι θνητοί να σφάλλουν.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ, "Ιππόλυτος"


(Ανοιξιάτικο απόγευμα, πολύ ήσυχο. Μια συνηθισμένη ησυχία, κι όμως κάπως υπερβολικά φωτισμένη, υπερβολικά τονισμένη πότε απ’ τη φωνή ενός πουλιού, πότε απ’ το χτύπο ενός καρφιού που μπήγεται στο ξύλο ή απ’ το χτύπο μιας σμίλης πάνω στο μάρμαρο — αυτή η αόριστη πυκνή ησυχία σα να πρόκειται σε λίγο να ’ναι ολότελα έτοιμο ένα θαυμάσιο, γυμνό, λυπημένο άγαλμα, σα να κρέμεται άσκοπα κάποιο σκοινί στο κλαδί ενός δέντρου, ενώ στο εξώφυλλο ενός βιβλίου, ξεχασμένου απ’ το μεσημέρι στο παγκάκι του κήπου, καμπουριασμένου απ’ τον ήλιο, σεργιανάει αδιανόητα κάποιο στρογγυλό έντομο με τα φτερά του μαζεμένα κάτω απ’ το στιλπνό, μαύρο, σκληρό κέλυφός του. Στη μεγάλη, ανατολική, ασβεστωμένη κάμαρα, μια γυναίκα, ίσως πάνω από σαράντα χρονώ, σε μια πλεχτή κουνιστή πολυθρόνα, λικνίζεται ελαφρά, πιέζοντας σε κανονικά διαστήματα τις άκρες των ποδιών της στο πάτωμα. Η ακρίβεια του ρυθμού δείχνει μιαν αυστηρή θέληση που κινδυνεύει. Και τα δάχτυλα των ποδιών της, έξω απ’ το σανδάλι, αυστηρά συμμετρικά. Κρατάει τα μάτια της κλεισμένα. Με τα χέρια σταυρωτά στο στήθος της ψαύει τις θηλές της, στην αρχή πάνω απ’ το ύφασμα, ύστερα κατάσαρκα. Ωστόσο ο ρυθμός της κίνησής της δεν αλλάζει. Άσπρες λεπτές κουρτίνες στα παράθυρα. Ανάμεσα στις δυο ανοιχτές μπαλκονόπορτες, κι αυτές με κουρτίνες, ένας μεγάλος καθρέφτης. Ένα μαρμάρινο τραπέζι. Καναπές. Δυο πολυθρόνες. Δυο σκαλιστές καρέκλες. Το φως, παρότι πλησιάζει το λιόγερμα, παραμένει λευκό, διάχυτο — ίσως απ’ τις κουρτίνες. Άξαφνα, έξω στην αυλή, οπλές αλόγων, αλυχτήματα σκυλιών, μια νεανική φωνή, κυριαρχική. Ταυτόχρονα, ο καθρέφτης, το τραπέζι, οι κουρτίνες, οι τοίχοι, πορφυρώνουν. Η γυναίκα σηκώνεται με απότομη κίνηση, εντελώς διαφορετική απ’ τον προηγούμενο ρυθμό της. Βγαίνει στο διάδρομο. Ακούγεται η φωνή της. Ίσως κάτι παραγγέλνει στην Τροφό. Επιστρέφει. Το δωμάτιο κατακόκκινο, κι αυτή κατακόκκινη. Παίρνει την πρώτη θέση της — ακίνητη τώρα. Αμέσως μπαίνει ο νέος που η φωνή του είχε ξεχωρίσει λίγο πριν στην αυλή. Όμορφος, ιδρωμένος, με ανάστατα μακριά χρυσά μαλλιά. Σίγουρα γυρίζει από κυνήγι. Χαιρετάει με σεβασμό, που δεν του λείπει κάποια αμηχανία. Η γυναίκα κοιτάζει τα εύγραμμα πόδια του, ξαναμμένα απ’ τον ήλιο, όχι μαυρισμένα, λευκορόδινα, με σγουρό ξανθό τρίχωμα. Μικρή σιωπή. Του δείχνει την πολυθρόνα αντίκρυ της. Το φως του δωματίου γυρίζει απ’ το κόκκινο προς το χρυσό μενεξελί. Τον κοιτάζει πάντα στα πόδια, όχι στο πρόσωπο, — στην κνήμη, σφιγμένη στα λουριά του σανδάλου, στα στιλπνά κανονικά νύχια μ’ ένα ελαφρό περίγραμμα σκόνης που δείχνει πιο σάρκινες τις ρώγες των δαχτύλων. Η γυναίκα, με μια χειρονομία ανεξήγητα προκλητική, ανάβει τσιγάρο. Ο νέος συγκρατεί ένα μορφασμό. Ίσως να ’ναι η πρώτη φορά που καπνίζει μπροστά του. Φυσάει τον καπνό απ’ τα ρουθούνια και το στόμα. Μιλάει):

Σε κάλεσα. Δεν ξέρω πώς ν’ αρχίσω. Περιμένω να βραδιάσει,
να μεγαλώσουν στον κήπο οι σκιές, να μπουν στο σπίτι
οι σκιές των δέντρων και των αγαλμάτων, να μου κρύψουν το πρόσωπο, τα χέρια,
να μου κρύψουν τα λόγια που, ασχημάτιστα ακόμη, διστάζουν· — αυτά που δεν ξέρω,
που τα φοβάμαι.
Σε κάλεσα, ανέτοιμο κι εσένα, πριν πάρεις ανάσα,
πριν μπεις στο λουτρό, μ’ όλη τη σκόνη κολλημένη
στο ωραίο σου πρόσωπο· (κοκκίνισες· σ’ έπιασε ο ήλιος· — δε μ’ άκουσες,
δε φόρεσες κείνο το μαρτιάτικο δαχτυλίδι που σου ’πλεξα·) και πόσα χνούδια
απ’ τα αγριάγκαθα του δάσους στα μαλλιά σου.
Κοίτα
αυτό σα σβόλος από πούπουλο, — τί ανάλαφρο· κι αυτό
λες κι είναι το μικρό σαγόνι ενός απόκρυφου ζώου, — σου δαγκώνει το βόστρυχο
πάνω ακριβώς απ’ το φρύδι· — στάσου να σ’ το βγάλω. Μεγάλωσε η μέρα·
έπιαναν πρόωρα οι ζέστες· — το νιώθεις στα υφάσματα, στο ξύλο τωνεπίπλων, στο ίδιο σου το δέρμα
σαν μια θλιμμένη αναβολή.
Ο χτύπος του αργαλειού
μοιάζει παράταιρος, δε χωράει μες στην κάμαρα, βγαίνει στο δρόμο —
όλα κοιτούν προς τα έξω, διαχέονται· ακόμη κι εγώ
παρόλο που μένω μες στο σπίτι, παρόλο που κρατώ κλειστά τα μάτια
για να συγκεντρωθώ — το αισθάνομαι: δεν επαρκώ στον εαυτό μου· μέσ’ απ’ τα βλέφαρά μου
σα να ’ναι γυάλινα, βλέπω έξω, σε βλέπω ξεκάθαρα στο δάσος, βλέπω
το γέρσιμο του λαιμού σου όταν πίνεις νερό στην πηγή· λέω, μάλλον,
πως τα έξω εισδύουν εντός μας — μια αποδοχή γενική σαν τη μοίρα —
γεμίζουμε άξαφνα ώς την ασφυξία· καταλαβαίνουμε το προηγούμενο άδειο· το άδειο
δεν είναι πια ανεκτό· (και πού να βρεις την πληρότητα; Ασφυξία). Η αγιότητα της στέρησης —
έτσι έλεγες· — δεν καλοθυμάμαι· (της στέρησης ή της άρνησης έλεγες;). Τί αστόχαστα λόγια —
η νίκη της θέλησης έλεγες — ποιά θέληση; ποιά νίκη; —
σκληρή, ασυγχώρητη — ένα βουνό κατασκότεινο στο λιόγερμα πέρα,
πιο σκοτεινό απ’ το κρεβάτι του τυφλού.

Την αγιότητα πριν απ’ την αμαρτία
δεν την πιστεύω· — ανημπόρια τη λέω, δειλία τη λέω· —
τ’ αφιερώματα στους θεούς, προσχήματα για ν` αποφύγουμε τη δοκιμασία· —
αόρατοι οι θεοί· δε δίνουν αποδείξεις· πιθανόν αυτό να ζητάμε·
όχι την ίδια την αγιότητα, — έναν ίσκιο μονάχα να κρυφτούμε. Το ξέρω:
μονάχος σου αγαπιέσαι όταν βρεθείς μονάχος μπροστά σ’ ένα καθρέφτη·
τα χνάρια τα ’δα στα σεντόνια σου, τα μύρισα, — τους θεούς τότε τους ξεχνάμε.
Αλήθεια
πώς πήγε το κυνήγι σήμερα; Ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω
τί κυνηγάς. Ποτέ δεν έφερες κι εσύ σαν τους άλλους
τα ωραία σου τρόπαια — τίποτα σπάνια πουλιά μ’ εξαίσιο φτέρωμα και χρυσό ράμφος,
τίποτα κέρατα ελαφιών να βάλουμε στους τοίχους, όπως τόσοι και τόσοι, —
έχουν μια χάρη ιδιαίτερη — φυτρώνοντας καμπύλα το ’να πάνω στ’ άλλο
σαν σχεδιάγραμμα βυζαντινού ναού, σαν σκάλα που ανεβάζει σ’ έναν ήσυχο, μικρό ουρανό, — έχω ακούσει
πως είναι τάχατε το ημερολόγιο της ηλικίας τους. Αλήθεια; Δεν έφερες. Θαρρώ
πως ποτέ δε σκοτώνεις ελάφια — τα ευνοούμενα ζώα της Θεάς σου. Οι πάντες
μιλούνε για την ευστοχία σου. Δεν είδα τίποτα. Καλά τα πουλιά και τα ελάφια,
αλλά γιατί μήτε το δέρας ενός λύκου ή λιονταριού να στρώνουμε μπροστά στις κλίνες το χειμώνα
τότε με τα μεγάλα κρύα που τα πάντα συστέλλονται, και μας χρειάζεται
η βεβαιότητα μιας κάποιας εξουσίας, ιδίως την ώρα που ξυπνάμε
και με τα πόδια ακόμη χλιαρά, μαλακωμένα απ’ τον ύπνο, δοκιμάζουμε αμφίβολα
να σταθούμε και πάλι στο χρόνο. Θα ’ταν όμορφα τότε αν πατούσαμε
στο στεγνό τρίχωμα ενός άγριου ζώου — σκοτωμένου απ’ το χέρι σου μάλιστα — κι ίσως
να μας ζέσταινε η αίσθηση εκείνη, τόσο σπάνια,
ενός ριψοκίνδυνου ιππέα που πηδάει μια τάφρο — νικητές τάχατε κι εμείς μιας άγνωστης μάχης,
ορθοί μες στην αδάμαστή μας θέληση, όπως σου αρέσει να λες.

Κάποτε σκέφτηκα
να φορέσω τα ρούχα ενός δούλου σου ή ενός ιπποκόμου για νά ’ρθω μαζί σου στο κυνήγι,
να σε γνωρίσω στο χώρο σου, — πώς τρέχεις, πώς σκοπεύεις, πώς σκοτώνεις,
να παρακολουθήσω τις ωραίες, ανεξάρτητες κινήσεις σου ενταγμένες
σ’ ένα σκοπό συγκεκριμένο, σε μια πρόθεση, μ’ εκείνη την ακρίβεια κι ευχέρεια
που φέρνει η άσκηση και η εμπειρία. Πολύ θα το ’θελα
να σε γνωρίσω σε μια ολόκληρη προσήλωση, σε ό,τι
ξεφεύγει πια απ’ την πειθαρχία προς την έκσταση.
Θαρρώ
σαν χορευτής θα πρέπει να ’σαι, όταν τινάζεται και στέκει για λίγο στον αέρα
επιβραδύνοντας την κάθοδό του, καταργώντας
το νόμο της βαρύτητας. Σαν χορευτής, ναι, όταν υψώνει
ψηλά, ψηλά, στο ’να του χέρι μιαν αγέρινη χορεύτρια· τότε
μας κόβεται η ανάσα μη και δώσει φτερά στη χορεύτρια κι αυτή πετάξει
πλάι σ’ ένα πάλλευκο σύννεφο ανεπίστρεφτα, ή μην τη γκρεμίσει
σε μιαν αόρατη άβυσσο, που πάντα βέβαια υπάρχει
μπροστά στα πόδια μας, — κι ίσως γι’ αυτό οι ερωτευμένοι, τα βράδια,
βαδίζουν τόσο αργά, με τόση προφύλαξη, πιασμένοι απ’ τη μέση,
δίπλα στη θάλασσα ή κάτω απ’ τα δέντρα.

Δε σ’ το κρύβω:
πολλές φορές ονειρεύτηκα να κρυφτώ σ’ ένα θάμνο, στο δάσος,
να κινώ σαν αγρίμι τα κλαδιά, να με τοξεύσεις,
να ’μαι το σπάνιο θήραμά σου· — όταν θα μ’ έπαιρνες μετά στα χέρια σου να με φέρεις στο αμάξι
θα ’χα στα μάτια μου λέω δυο πράσινα φύλλα για να μπορείς να σκύψεις
σιμότερα στο πρόσωπό μου.
Τί κυνηγάς, αλήθεια; Μήπως
όλα σου τα θηράματα τα προσφέρεις στην Άρτεμη; Πολύ θα το ’θελα ωστόσο
ένα φτερό σε χρώμα βαθυγάλαζο για το καπέλο μου· — ίσως θα μπορούσες
ν’ αφιερώσεις κάτι και σε μένα. Βαθυγάλαζο, ναι,
όπως τα μάτια μου, και τα δικά σου εξάλλου· — θυμάσαι;
μας το πρωτόπε ο πατέρας σου. Κολακεύτηκα τότε·
ίσως το ίδιο κι εσύ· — είχες κοκκινίσει· κείνη τη νύχτα
έξω στο προαύλιο, με τις λυχνίες κρεμασμένες στην κληματαριά, όταν πρωτὄρθες στην Αθήνα
για τα Ελευσίνια — τί αξέχαστες μέρες.
Λοιπόν,
ένα φτερό βαθυγάλαζο, να το ακούω ν’ ανεμίζει
πάνω απ’ το μέτωπό μου με μυστικούς ψιθύρους, μεταβιβάζοντάς μου
μηνύματα απ’ το δάσος, απ’ τις κρήνες, απ’ τις ρίζες,
απ’ το εκκλησίασμα των πουλιών. Όνειρα κι όνειρα. Συχνά το στοχάστηκα:
κάθε φτερό καλύπτει μια ματωμένη τρύπα· ή μήπως
κάθε φτερό σκάβει στη σάρκα μας μια ματωμένη τρύπα; Άλλοτε πάλι
θαρρώ πως τα φτερά είναι η άνθηση του σώματός μας· και μόνον
σαν τα μαδήσει ο στοχασμός, ανοίγεται
η κόκκινη οπή που πια δεν κλείνει.
Για τούτο
σου ζητάω ένα γαλάζιο φτερό· — μη θαρρείς για τους ώμους μου βέβαια,
απλώς για το καπέλο μου. Μπορεί κι εσύ πότε πότε
να σκέφτεσαι έτσι. Ίσως κι εσύ να το ξέρεις:

τα πιο όμορφα πράγματα τα λέμε συνήθως
για ν’ αποφύγουμε να πούμε μιαν αλήθεια· κι ίσως
αυτή η αποσιωπημένη αλήθεια να ’ναι που δίνει
τη μεγάλη ομορφιά κι αοριστία
σ’ αυτά τα τετριμμένα ξένα λόγια — αιώνιος νόμος
της ομορφιάς που λένε.
Η αοριστία πάντα
μαρτυράει κάτι βαθύ κι ορισμένο —πιθανόν τραγικό ή και κτηνώδες— μια θυσιασμένη επιθυμία,
λερναία επιθυμία· — διασκεδάζει να κρύβει
σε ρόδινα ή σε πάγχρυσα νέφη
τα νέα κεφάλια της· διασκεδάζει να παίζει
στα νύχια της έναν κόκκινο σπάγγο· να τοποθετεί
τα κομμένα κεφάλια της στον ασημένιο δίσκο στολισμένα με πολύχρωμες ταινίες·
να βγάζει τα καρφιά απ’ τον τοίχο, να τα στήνει ορθά στο κρεβάτι, παίζοντας έτσι
με το δικό μας το μοναδικό κεφάλι, η πολυκέφαλη. Και πια, —τί να κάνουμε;—
αυτό το παιχνίδι μάς αρέσει. Κάποτε, μάλιστα,
το παίζουμε και για λογαριασμό μας (με δική μας τάχατε πρωτοβουλία) —
ο ίδιος κόκκινος σπάγγος, τα κεφάλια στο δίσκο με χρωματιστές κορδέλες,
τα καρφιά στο κρεβάτι.
«Μόνη παρηγόρια
(συνηθίζει να λέει η Τροφός μου) είναι να συλλογιόμαστε μέρα και νύχτα
το θάνατό μας». Μα πότε κι αυτός; Η πραϋντική βεβαιότητά του
ανήκει στο μέλλον μας, ενώ
η πλέον ελάχιστη στιγμή του παρόντος μας, στην όποια αξίωσή της
είναι πιο απόλυτη απ’ το θάνατο.

Δε θα ’πρεπε διόλου
να ’ρθούμε στην Τροιζήνα. Εδώ τα πάντα είναι δικά σου. Τα μάτια του Πιτθέα
παραμονεύουν στο σκοτάδι μήπως αποσπάσω ένα κομμάτι απ’ την αγνότητά σου,
ένα γαλάζιο που λέγαμε φτερό. Στην Αθήνα
ήταν αλλιώς· — ήταν ο χώρος ο δικός μου.
Κι ήσουν αδέξιος τότε· τρομερά συνεσταλμένος
κι ευγενικός ταυτόχρονα. Ποτέ δεν άνοιξες μόνος το ψυγείο
να πάρεις δυο κεράσια, ένα ροδάκινο, ένα μικρό κομματάκι σοκολάτα. Κι η προφορά σου ακόμη
είχε μια συστολή, καθώς μασούσες αρκετά φωνήεντα σα να ζητούσες
να πεις τις λέξεις μισές, να τελειώσεις πιο γρήγορα και να σωπάσεις
σαν περιμένοντας απ’ αλλού την απάντηση κι όχι από κει που κοιτούσες. Μου άρεσε πολύ
αυτή σου η άγνοια κι αυτή σου η αναμονή. Θαρρούσα
πως ήταν στραμμένη σ’ εμένα, — ίσως και να ’ταν. Ένα βράδυ
που σε υποδέχτηκα στη σκάλα, πριν ανάψουμε ακόμη τους λύχνους, τα χέρια σου τρέμαν
κι έγειρες μια στιγμή το κεφάλι στον ώμο μου.

Εδώ
είσαι ο αφέντης, με τους δούλους σου, με τα σκυλιά σου, τ’ άλογά σου,
τ’ αγάλματα των θεών σου. Η άνεσή σου με πνίγει.
Ούτε κι εγώ δεν ανοίγω το ψυγείο. Όταν στρώνω το τραπέζι
θαρρώ πως σκεπάζω έναν νεκρό μ’ ένα άσπρο σεντόνι· πως δεν έχω
δικαίωμα μήτε στον νεκρό μου μήτε στο σεντόνι.
Τούτο το σπίτι
είναι γεμάτο απ’ τον ίσκιο σου. Το σπίτι είναι σώμα, — το αγγίζω, με αγγίζει,
κολλάει απάνω μου, τις νύχτες ιδίως. Οι φλόγες των λύχνων
μού γλείφουν τους μηρούς, τη μέση· αργοπορούν με μικρά ρίγη
κάτω απ’ τ’ αριστερό μου αυτί· μου δαγκώνουν τις ρώγες·
το σάλιο τους λάμπει, με καίει, με δροσίζει, με δείχνει.

Δεν έχω πια πού να κρυφτώ. Κλείνω σφιχτά τα μάτια
και φέγγω ολόκληρη και βλέπομαι
στιλπνή, γλιστερή, αμετακίνητη.
Το σπίτι είναι σώμα·
είναι το σώμα σου, μαζί με το δικό μου. Κάνω να περπατήσω
και τα σεντόνια σέρνονται πίσω απ’ τα πόδια μου σαν ύστερα απ’ την πράξη· κάνω να βάλω
ένα ποτήρι, ένα πιάτο στο τραπέζι· — στα δάχτυλά μου
κρέμεται κείνη η γνώριμη αλυσίδα με το σταυρουλάκι σου (αυτή
που λένε ότι σου χάρισε η Θεά), αυτή
που κρεμόταν στο στήθος σου, που άχνιζε από τη σάρκα σου· (ναι, εγώ σ’ την έχω κλέψει).

Θυμάμαι
την παιδική σου απορία όταν την έχασες, την ενοχή σου, την οργή σου —
πώς σπίθιζαν τα μάτια σου, πώς σου έβαφε τα μάγουλα το αίμα, — το ’βλεπα το αίμα
να τρέχει κάτω απ’ το λευκό σου δέρμα, ν’ ανεβαίνει απ’ τα πόδια σου στο στήθος,
να σκοντάφτει στα γόνατα, να τρέχει ανάστροφα προς την κοιλιά και τους μηρούς σου,
στα μπράτσα, στο χαράκι του λαιμού, να ογκώνει και πορφυρώνει
τις θηλές και τα χείλη σου — σα να ’ταν όλο το κορμί σου σε στύση· — μια κόκκινη βούλα
έχει απομείνει ακόμη στο σαγόνι σου.
Μαζί σου
έψαχνε κι η γριά Τροφός, κι εγώ μαζί, να τη βρούμε. Φέραμε άνω κάτω
τις κάμαρες, την αυλή, την κουζίνα, το στάβλο. Σε κοιτούσα
γονατιστόν να ψάχνεις κάτω απ’ τα τραπέζια, κάτω απ’ τα κρεβάτια, εκεί,
μπροστά στα πόδια μου, παραδομένον, να κοιτάω τις γραμμές του σώματός σου,
τις αλλαγές των σχημάτων του σε κάθε μετακίνηση. Γονάτιζα κι εγώ,
έτσι, πλάι πλάι, στα τέσσερα κι οι δυο μας, μπουσουλώντας σα βρέφη
αδέξια, εκστατικά μπροστά σε κάποιον άγνωστον, αναμενόμενο άθλο,
ή σαν πρωτόγονα ζώα που αναζητούν την τροφή τους σε μια ύπουλη λόχμη,
άγρια απ’ την πείνα τους, με μια δεύτερη ισχυρότερη πείνα, —
η έμπειρη εγώ, η τυραγνισμένη,
κι ο ανήξερος εσύ, ο υπερόπτης, ο αστεία αθώος,
αξιολάτρευτος αθώος.

Άλλοτε πάλι
πεσμένος κατάχαμα, μπρουμυτισμένος, να ψάχνεις κάτω απ’ τις ντουλάπες,
βαθύς, ανήσυχος, διεισδυτικός σα να ’κανες έρωτα.
Κι ήμουν
εγώ το πάτωμα που πάνω του ριχνόσουν, και σ’ ένιωθα εντός μου
ενώ, ταυτόχρονα, ορθή, παρατηρούσα την κάθε κίνησή σου
εγγράφοντάς την στην αφή μου και στη γεύση μου. Δε βρήκαμε, βέβαια, την αλυσίδα —
αυτήν που την φορώ τις νύχτες στην κλίνη μου σαν λείπει ο Θησέας,
αυτήν που την σφίγγω στο στήθος μου.
Δε βλέπεις
τα χνάρια της, κρίκο τον κρίκο, χαραγμένα στη σάρκα μου; —
κι ένας μικρός Εσταυρωμένος, σκαμμένος
ανάμεσα στα στήθη μου, — θαρρώ, αν τον φιλούσες
θ’ ανασταινόταν πράγματι· παρότι
το ’χω καλά μαθημένο: η ανάσταση δεν είναι
παρά μια πράξη μοναχική της απάρνησης, κι όχι
μια πράξη της ένωσης.

Λοιπόν, όπως σου είπα
αυτή η κλεμμένη αλυσίδα κρέμεται απ’ τα δάχτυλά μου
όταν βάζω τα πιάτα στο τραπέζι· χτυπάει στα μαχαίρια, στα πιρούνια
με ήχους μικρούς, προδοτικούς· κάποτε χώνεται
σ’ ένα ποτήρι με κρασί — βρέχεται ακέριος ο σταυρός κι ο Εσταυρωμένος·
τραβώ το χέρι μου· κόκκινες στάλες
λεκιάζουν το τραπεζομάντιλο· βάζω τις φέτες το ψωμί πάνωθέ τους —
κόκκινες στάλες και πάνω στο ψωμί. Δεν ξέρω πια κατά πού να κοιτάξω.
Τα πρόσωπα, τα χέρια, τα μαλλιά, ο καθρέφτης, οι τοίχοι
κατάστικτοι με αίμα.
Ευτυχώς
το αίμα είναι αόρατο· ησυχάζω· κανείς δεν το βλέπει·
ούτε την αλυσίδα βλέπουν· συνεχίζουν να τρώνε (κι ίσως, για άγνωστο λόγο
με πιότερη ακόμη βουλιμία). Όσο για κείνες τις κόκκινες στάλες —
αυτές δεν πιάνουν πάνω μου, δε δημιουργούν στο δέρμα μου κηλίδες· γιατί εγώ
είμαι ολάκερη κόκκινη απ’ το αίμα, μέσα κι έξω,
απ’ το αόρατο αίμα — η μυστική μου πορφύρα. Πικραίνομαι μόνο
(ίσως και χαίρομαι μαζί) που μήτε συ δε με βλέπεις
—παρότι σ’ τ’ ομολόγησα— μ’ αυτή μου την περήφανη,
την ένδοξη, παγκόσμια μου αλουργίδα. Μα λέω
πως κι αν ακόμη θα μπορούσες να μ’ έβλεπες έτσι
θα νόμιζες πως είμαι ολόσωμη βαμμένη
κόκκινη, κατακόκκινη για κάποια ειδωλολατρική τελετουργία.
Ω, βέβαια,
καθένας βλέπει με τα δικά του μάτια·
άλλωστε το ίδιο κι εγώ. Μα το χειρότερο απ’ όλα:
κι η πιο βαθιά κατανόηση της διαφοράς μας
δεν ευκολύνει τα πράγματα· δεν καταργεί
τις διαφορές μας και τις χωριστές μας αξιώσεις.

Όχι· παράπονο δεν έχω από σένα ή απ’ τη μοίρα μου. Ώρες ώρες
και μόνη η γνώση της όποιας δυστυχίας μας μπορεί να μας κρατήσει
πάνω απ’ τη δυστυχία, σ’ ένα χώρο βαθύ και υψηλό· — ένας ήσυχος αέρας φυσάει εκεί πάνω,
τα μαλλιά μου χτυπάνε στους ώμους μου ανάλαφρα
σα δυο παλάμες φιλικές, σα δυο φτερούγες
διάφανες, πραϋντικές, επικυρωτικές.
Ολόγυρά μου
απλώνεται η σπλαχνιά μιας άχρονης αστροφεγγιάς, — σπλαχνιά δική μας
για όλο τον κόσμο και για τον ίδιο τον εαυτό μας φυσικά. Τότε

δε μου χρειάζεται διόλου να πετάξω,
εκεί, στο ύψος του ονείρου και της τελικής μου θέλησης, μόνη με μένα,
απαλλαγμένη από μένα, χωρισμένη
απ τα ξέχωρα δικά μου, ενωμένη με τον κόσμο. Και τα σκοινιά που με δέναν
στα χέρια, στα πόδια, στο λαιμό, κομμένα,
φτερά τώρα κι εκείνα, — να τ’ ακούω ν’ ανεμίζουν
και οι άκρες τους ν’ αγγίζουν μαλακά τον ουρανό και το χώμα —

Θυμάμαι ένα άγριο κάτασπρο άλογο, δεμένο από το πόδι σ’ ένα δένδρο. Πώς τιναζόταν,
πώς άφριζε η ουρά του, η χαίτη του· πώς κυματίζανε οι μυώνες σ’ όλο το κορμί του
κάτω από το λαμπερό λευκό του τρίχωμα. Θαρρούσα
πως θα κοπεί το πόδι του απ’ τη ρίζα· και, τρίποδο πια, θα καλπάσει
κουτσαίνοντας περήφανο προς το άγνωστο· (ίσως
καμιά λευτεριά δεν κερδίζεται χωρίς κάποια δική μας θυσία). Κι αλήθεια,
έσπασε το σκοινί κι όχι το πόδι του· κι ενώ έκθαμβη περίμενα
την αστραπή της φυγής του, εκείνο
έκανε πέντε αργά μεγάλα βήματα και στάθηκε
κοιτώντας σοβαρά και περίλυπα την κομμένη τριχιά του. Εγώ δεν ένιωθα έτσι.

Ίσως και να ’νιωθα. Δεν ξέρω. Κοιτούσα από κει πάνω
ν’ ανάβουν κάτω τα φανάρια ένα ένα, (θα περνούσε ο φανοκόρος
με τη σκάλα στον ώμο του). Λίγο λίγο αναγνώριζα
τους λυπημένους, τους κλεισμένους δρόμους που γυρίζουν γύρω απ’ τον εαυτό τους,
αυτούς που τους περπάτησα κι εγώ (γι’ αυτό λυπημένους)
και τους λυπόμουν που τους άφησα. Ψιθύριζα μέσα μου
τα ονόματά τους — οδός Ακαδημίας, Πανεπιστημίου, Σταδίου, οδός Αιόλου. Οι λυχνίες
ανάβανε στα σπίτια, φέγγαν οι πόρτες, τα παράθυρα — η έναστρη πολιτεία,
ένας επίγειος ουρανός.
Ξεχώριζα
και το δικό μας σπίτι — τη μαρμάρινη σκάλα φωτισμένη
απ’ τους δυο φανούς των γυμνών αγαλμάτων. Αυτό ’ναι —μουρμούριζα—
το δικό μου παράθυρο, αυτό του Θησέα· — εγώ δεν είμαι κει μέσα,
εγώ δεν είμαι κει μέσα — ξανάλεγα· έχω φύγει, έχω ξεφύγει
απ’ το κλειστό κι απ’ το θνητό. Φανταζόμουν το βλέμμα σας· φανταζόμουν
ίσως τη λύπη σας· (ναι, ναι, θα λυπηθείτε και σεις) · τα ωραία φορέματά μου
άδεια, κρεμάμενα μες στη ντουλάπα ή ριγμένα στις καρέκλες
ή στο κρεβάτι· τα σαντάλια μου κάτω απ’ το κρεβάτι· στο ένα
κείτεται μια νεκρή πεταλούδα της νύχτας· — δε θα τα ξαναφορέσω.

Κι ακριβώς τη στιγμή
που ’νιωθα να φαρδαίνουν τα πλευρά μου αδέσμευτα στη βαθύτερη ανάσα, ένας κόμπος
με σταματούσε· — αυτός ο μικρός Εσταυρωμένος
σκαμμένος στο στήθος μου, κι η γνώση
πως θα γυρίσω πίσω· κι ήμουν κιόλας κει μέσα, εδώ μέσα
στη θέση μου κάτω απ’ τη λάμπα, στο τραπέζι,
κοιτάζοντας πίσω απ’ τα ποτήρια, πάνω απ’ τους ώμους σας κι απ’ την αδιάφορη ματιά σας
έξω απ’ το μακρινό παράθυρο, προς τη διάφανη νύχτα όπου είχα δραπετεύσει για λίγο,
απ’ όπου είχα επιστρέψει πιο θλιμμένη, γερασμένη και σαν ταπεινωμένη
μέσα σε μια οργισμένη περηφάνια, να μετράω, να ελέγχω
με τα δικά σας μέτρα τις κινήσεις μου — να κόβω
πολύ προσεχτικά το ψωμί με το μεγάλο μαχαίρι
χωρίς να χαρακώσω το τραπεζομάντιλο ή το ξύλο,
χωρίς να γραντζουνίσω το μικρό σου δάχτυλο ούτε το δικό μου.

Θε μου, δεν την αντέχω αυτή την προσποίηση. Νιώθω
κάθε χειρονομία μου ν’ αφήνει στο ταβάνι, στο πάτωμα, στον τοίχο
ή πάνω στα έπιπλα έναν ίσκιο τεράστιο· ο ίσκιος πολλαπλασιάζεται, απλώνει,
μεγεθύνεται απ’ τη μια στιγμή στην άλλη, καθρεφτίζοντας όλες
τις μυστικές, ενδόμυχες κινήσεις μου.

Δεν ξέρω πια πού να μείνω,
έτσι πολιορκημένη απ’ τους ίσκιους μου, πιο φανερή τώρα,
όρθια θαρρώ καταμεσής του κόσμου, προδομένη, περίβλεπτη,
στόχος των δούλων, των σκυλιών, του αφέντη, εσένα, να βλέπω
τις διαρκείς μεταμορφώσεις των ίσκιων μου· —πιότερο μοιάζουν με ζώα—
ένα λιοντάρι σκίζει με τα νύχια του την κόκκινη κουβέρτα·
μια τίγρης δαγκώνει το βελούδο του καναπέ· ένα δελφίνι
πηδάει μες στον καθρέφτη μ’ ένα καμάκι στη ράχη του· μια ελαφίνα
σέρνει στα κέρατά της την κουρτίνα σαν πέπλο νυφικό καλύπτοντας ακέριο
τον κάμπο, τις πηγές, τους αμπελώνες και τα κόκκινα πόδια των τρυγητών· ένα βουβάλι
κουβαλάει το τραπέζι απ’ την τραπεζαρία στον κήπο· ένα ποτήρι πέφτει,
οι δυο υπηρέτες κοιτάζονται· κρατάω το ψαλίδι
δοκιμάζω να κόψω στο φαντό ένα χιτώνα, — το νιώθω απ’ τον ήχο
πως κόβω το τρίχωμα μιας σκιάς μου. Στη γωνιά του δρόμου
εκείνος που πουλάει καλάθια γυρίζει και κοιτάει.

Όλη μέρα
περιμένω τη νύχτα μήπως οι ίσκιοι μου αφομοιωθούν απ’ το σκοτάδι
για να μπορέσω να πιάνω λιγότερο χώρο, να κλειστώ στον πυρήνα μου, να ’μαι
σαν ένας κόκκος στάρι μες στο χώμα. Δεν τα καταφέρνω.
Οι σκιές μου δεν απορροφιούνται απ’ το σκοτάδι· αντίθετα μάλιστα
κυριεύουν ολόκληρη τη νύχτα. Και τότε
διευρύνομαι μαζί τους κι εγώ, απορημένη, βουβή, βυθισμένη,
μ’ όλη την επιφάνειά μου τανυσμένη απ’ την πυκνότητα του βάθους, ενώ
γυμνή η επιθυμία μου, στίλβουσα, ολόλευκη, επιπλέει
επάνω στο σκοτάδι σαν πνιγμένη γυναίκα με κοιλιά τυμπανισμένη,
με διογκωμένο αιδοίο —μια γυναίκα με μάτια κλεισμένα, φωτισμένη απ’ το φεγγάρι—
όχι πνιγμένη, απλώς επιπλέουσα ανάσκελα — μια έγκυος γυναίκα.

Και νά ξανά να περιμένω πώς και πώς τη μέρα, να λαλήσουν
οι πετεινοί στους φράχτες, ν’ ακουστούν έξω στο δρόμο
τα βήματα του τροχιστή, του αγγειοπλάστη, του πλανόδιου μανάβη, του ιχθυοπώλη,
οι χτύποι των σφυριών στα μαρμαράδικα ή στα ξυλουργεία, να ξεχωρίσουν
μια μια οι σκιές μου για να μοιραστώ τις σκιές μου, να μην είμαι μόνη με μόνη.

Δεν τις αντέχω αυτές τις νύχτες της άνοιξης. Οι ατμοί ανεβαίνουν απ’ τη γη, πυκνώνουν,
σε πιέζουν μαλακά μαλακά, σάρκα με σάρκα. Ένα φρίκιασμα
διατρέχει τον αέρα, περνάει απ’ τη μια κάμαρα στην άλλη, εισδύει
στο τρίτο δωμάτιο, το ρόδινο, εκεί που κοιμάσαι. Οι οπλές των αλόγων
χτυπούν στον υπαίθριο στάβλο· — ίσως κι εκείνο
το ολόλευκο άλογο που σου ’λεγα — τώρα κουτσό (δε διακρίνω τέταρτο χτύπο) —
τί λόγια αποσιωπημένα ακούγονται, τί κραυγές κρατημένες,
ήχοι από αυλούς, κιθάρες, άστρα. Ένα μόνο κουπί στο νερό — αυτό που με σκάβει
σε ισόχρονα διαστήματα, ώς το σπασμό της ηδονής και πιο πέρα
ώς τον καινούργιο σπασμό και τον άλλον — ανεξάντλητος.

Και τα σεντόνια μουσκεμένα από νερά χλιαρά, σπέρμα κι ιδρώτα,
και τα φορέματα, τα εσώρουχα, ριγμένα στο πάτωμα χάμω
και τ’ άλλα μέσα στα σεντούκια ή στις ντουλάπες συσπασμένα να στάζουν, να στάζουν
μικρές σταλαματιές που αμέσως πήζουν, κρυσταλλώνουν, σταλαχτίτες, σταλαγμίτες
σε βαθιά σπήλαια μέσα μας — περίεργα γυάλινα δάση,
γυάλινα αγάλματα πουλιών, ανθρώπων, δέντρων, ζώων,
γυάλινα ερωτικά συμπλέγματα σε μιαν υπόγεια, πυρετική υγρασία.

Καμιά φορά περνάει συρτά μια πράσινη σαύρα από κει μέσα
με μάτια ξαφνικά μεγαλωμένα — καταπράσινα μάτια
αφήνοντας μια πράσινη ανταύγεια στα υπόλευκα κρύσταλλα
στους κάθετους, θαμπούς, στενόμακρους καθρέφτες. Η σαύρα
παρατηρεί με αμήχανη έκσταση, με μια καχύποπτη προφύλαξη, και μένει
ασάλευτη, μαρμαρωμένη, χάνοντας το πράσινο χρώμα της. Άλλοτε πάλι

ένα έντομο μαύρο, στρογγυλό, ξετρυπώνει απροσδόκητα από κάπου
με τα φτερά του μαζεμένα κάτω απ’ το σκληρό του κέλυφος· ψαύει
με χίλια λεπτεπίλεπτα πόδια τη γλιστερή επιφάνεια·
δεν προχωρεί· στέκεται εκεί — ένα μαύρο μάτι
όχι τυφλού, — ένα μάτι βγαλμένο, αποκομμένο
απ’ τα προσωπικά του νεύρα· — ένα μάτι
καμπύλο, πανεποπτικό.
Στέκεται, ορά, αποτρέπει — ένας κόμπος
όπως αυτός στο λαιμό, πού σ’ εμποδίζει να μιλήσεις,
που σ’ εμποδίζει και να δεις, — ένα κάτι
σαν καρδιακή συγκοπή· — κι είναι το τέλος που βλέπει το τέλος.

Ω φόβος κι αναγάλλια του τέλους, — να τελειώναν όλα
κι εσύ κι εγώ κι η διαφορά μας. Τί ανόητα αισθήματα, θέ μου,
τόσο υπερτροφικά, — κι ούτε που μας αφήνουν
έναν ελάχιστο ελεύθερο χώρο δικό μας, να κάνουμε ένα βήμα
έστω και προς το θάνατό μας. Τί ηλίθια ιστορία, ξένη, ξένη.

Τί φταίμε, αλήθεια, για όλα τούτα; Ποιός τα θέλησε έτσι;
Όχι, πάντως, εμείς. Ανυπόφορες, θέ μου, κι οι νύχτες κι οι μέρες. Το πρωί,
μόλις ξυπνήσουμε (πιο κουρασμένοι απ’ όσο πριν απ’ τον ύπνο) η πρώτη κίνησή μας,
πριν ακόμη πλυθούμε, πριν πιούμε τον καφέ μας, ν’ απλώσουμε το χέρι
να πάρουμε απ’ το κομοδίνο το στεγνό μας προσωπείο
να το εφαρμόσουμε σαν ένοχοι στο πρόσωπό μας
άλλοτε με αλευρόκολλα ή ψαρόκολλα, άλλοτε
με τη γλοιώδη εκείνη κόλλα που κολλούν τα πετσιά οι τσαγκαράδες. Κι όλη μέρα

να νιώθεις την κόλλα να ξεραίνεται, να ξεκολλάει
κομμάτια κομμάτια απ’ το δέρμα σου· να μη σε αγγίζει κατευθείαν
το φως, ο αέρας, το νερό, ένα χέρι ή το δικό σου χέρι· κι από πάνω
να ’χεις το φόβο μήπως ξεκολλήσει ολόκληρο το προσωπείο
από μια αθέλητη σύσπαση χαμόγελου· μην πέσει
μέσα στο πιάτο σου με το κοκκινιστό κοτόπουλο, ακριβώς την ώρα
που λες «καθόλου δεν πεινώ»· μη και φανεί
ολόγυμνη η άγρια σου πείνα, η αστείρευτη πείνα.

Αυτό το ξεκόλλημα της μάσκας το νιώθουμε πάντα
όχι τόσο απ’ τα έξω όσο από τα μέσα
σα μια χρυσή μασέλα στο στόμα μας — κι όλο φοβόμαστε μήπως μας πέσει
αυτή η μασέλα που δεν μας αφήνει να κραυγάσουμε είτε να γελάσουμε, κρατώντας
την έκφρασή μας στο κοινό κι αρμοστό μέτρο. Ευλογημένη ας είναι· — τί να πούμε;

Βράδιασε πια. Σκοτείνιασε. Δε βλέπω τη μορφή σου. Καλύτερα. Δε βλέπω
την προσωπίδα σου (γιατί φορείς και συ προσωπίδα· — αγιότητα πες την,
αγνότητα πες την — προσωπίδα). Καλύτερα έτσι. Μαντεύω μες στον ίσκιο
τον αποτροπιασμό σου. Ω ανόητε ωραίε, — να το θυμάσαι:
αυτοί που πόνεσαν πολύ γνωρίζουν να εκδικούνται, κι ας γνωρίζουν
το ανεύθυνο το δικό τους και των άλλων.
Τί πικρά που νυχτώνει.
Βγήκαν τ’ αστέρια. Τρυπούν σαν αγκάθια. Δεν είναι
κείνη η σπλαχνιά της άχρονης αστροφεγγιάς, — την ξέχασα. Μπορεί και κείνη
να ’ταν προσωπίδα — πιο πλατειά, βέβαια, σαν εντάφια, αλλάζοντας
το πυρρό του αίματός μας σε αμφίβολη δροσιά, — πόσο κι αυτή θα κρατήσει; Σε λίγο
ακούμε πάλι το αίμα μας πιο πύρινο, πιο κόκκινο ν’ ανεβαίνει
να πορφυρώνει όχι μόνο το πρόσωπο μα και το προσωπείο
διανοίγοντας οπές στο μέταλλο, ώσπου
το πρόσωπό μας αιμόφυρτο να βγει μέσ’ απ’ το προσωπείο, να το καλύψει ακέριο —
βασανισμένο πρόσωπο με την ακραία υπεροψία του ανυπεράσπιστου, με την τόλμη
να υπάρξει μια στιγμή πάνω απ’ το προσωπείο του, έστω
την ύστατη στιγμή πριν απ’ το θάνατό του ή και μετά το θάνατό του.

Έχω συχνά διακρίνει πρόσωπα νεκρών, γδαρμένα,
όχι αιμάτινα πια, αλλά κατάχλωμα,
αμαρτωλά, κι αδιάφορα τώρα, να επικάθονται
επάνω στην ψυχρή τους χρυσή προσωπίδα.
Αυτά
που ’χαν πολύ μαρτυρήσει και πολύ ψευστεί (για ν’ αποφύγουν ίσως
να ομολογήσουν το μαρτύριό τους), αυτά
είναι τα πρόσωπα θαρρώ των Αγίων.

Α, μη νομίσεις πως ζητώ να μπω και γω στη χορεία τους
και πως γι’ αυτό τους εγκωμιάζω. Όχι, όχι. Εγώ ομολόγησα. Το άγιο,
το ταπεινό το ψεύδος δεν το κράτησα. Το προσωπείο
το ’σκισα και το πέταξα μπροστά στα πόδια σου· δεν το διατρύπησα,
δεν το υπερκάλυψα με το πρόσωπό μου. Ωστόσο και τώρα
θα ’θελα να σ’ το ξαναπώ: την αγιότητα πριν απ’ την αμαρτία δεν την πιστεύω.

Τίποτα δεν πιστεύω. Δεν καταλαβαίνω τίποτα. Καθένας μας μόνος,
καθένας προγραμμένος, με την κόκκινη σφραγίδα
στο μέτωπο ή στην πλάτη.
Ακούω από μακριά τα βήματά μου
σε δρόμους ελικοειδείς με παλιούς σκουριασμένους φανοστάτες,
με ξεγδαρμένες πόρτες, με κλεισμένα πηγάδια. Τα παραθυρόφυλλα
γέρνουν στον ώμο της μοίρας. Ένα φίδι στο δρόμο. Δυο άρρωστες γάτες.
Μια πινακίδα ετοιμόρροπη —τα καρφιά της στον αέρα— μια εικόνα
ξεθωριασμένη πάνω της: ένα ψωμί κι ολόγυρά του μια αλυσίδα· από μακριά
μοιάζει με φαλακρό χοντρό κεφάλι δαφνοστεφανωμένο. Κάποιος ανεβαίνει
τη σκάλα του καμπαναριού· — δε χτυπάει την καμπάνα.

Είναι και μια γριά χιλιοχρονίτισσα — πλέκει ένα μαύρο τεράστιο τσουράπι. Το τσουράπι
κρέμεται απ’ το παράθυρο του πύργου ώς τα γόνατα της γριάς. Κάτι μου θυμίζει
αυτό το τσουράπι, αυτή η γριά, —μην είμαι εγώ;— και να προσέχεις
μη σου φύγει ένας πόντος· — ενώ απ’ το πάνω μέρος του προαστίου
ακούγεται ο ήχος ενός φλάουτου — η ίδια άγνωστη φράση· κι άξαφνα σβήνει· και την ξέρεις.

Κάποιος χειρονομεί κάτω στο υπόγειο — η σκιά του χεριού του
πέφτει πάνω στο σώμα του σαν χέρι κομμένο. Ένας άλλος
ανάβει ένα σπίρτο, κοιτάει το ρολόι του — το ρολόι δεν έχει δείχτες.
Κάποιος χτυπάει το ρόπτρο του κήπου. Ο κηπουρός είναι νεκρός. Το σκυλί του
γλιστράει κάτω απ’ τα δέντρα. Ένα ανθογυάλι πέφτει
στο σκοτεινό διάδρομο — κι η κίνηση να το κρατήσεις καθυστερημένη·
κι η έννοια αυτής της καθυστέρησης διάχυτη στον αέρα. Ύστερα
μια μυρωδιά χλιαρού σπέρματος σ’ όλη τη νύχτα. Τίποτα δεν καταλαβαίνω.
Κι αυτή η ανόητη προσπάθειά μας να εισχωρήσουμε σε μια τρύπα του τοίχου,
μια ελάχιστη τρύπα από πεσμένο καρφί· — και το καρφί
να το κρατάμε για πάντα στα δόντια μας μ’ εκείνη την ιδιαίτερη γεύση
της σκουριάς, του σουβά και του χρόνου. Τί να καταλάβουμε, λοιπόν; Τί να πούμε;

Ίσως και να τον είδες ένα απόγευμα, αργά προς το βράδυ,
αυτόν με την άδεια βαλίτσα, που προσποιείται τον κουτσό, (κι ίσως να ’ναι)
αυτόν που κάθε τόσο σταματάει από το βάρος του άδειου —
αφήνει τη βαλίτσα του στο πεζοδρόμιο ή στη σκάλα,
σκουπίζει τον ιδρώτα του με ανάστροφο χέρι, και πάλι
σηκώνει τη βαλίτσα του, ακούγοντας μέσα της τον κρότο
από δυο γυάλινους βόλους (ο ένας κίτρινος, ο άλλος γαλάζιος)
που κυλούν και χτυπιούνται.
Αυτός ο κρότος
ακούγεται έτσι απλά και πειστικά που φαίνεται εύκολο
να ’σαι ή να γίνεις πεθαμένος. Από μια πόρτα, ολότελα γνωστή σου,
βγαίνεις άξαφνα σ’ έναν άγνωστο εξώστη
επάνω από πανύψηλα δέντρα, στέγες, καπνοδόχους,
επάνω από πλατιά παράθυρα· — στα φωτισμένα τους τζάμια
περνούν οι σκιές εκείνων που χορεύουν μες στο ξένο σπίτι
ενώ η μουσική ακούγεται άσχετη απ’ τ’ άλλο μέρος, το ακατοίκητο, εκεί
που σκοτεινιάζουν τα βουνά και φεύγει το αμάξι με τους δυο φονιάδες
κάτω ακριβώς απ’ το μοναχικό άστρο.

Τότε κι εγώ οικειοποιούμαι πρόθυμα το θάνατό μου· ξεμακραίνω,
παρατηρώ μέσ’ από κάποιο γυάλινο θάλαμο χωρίς θερμοκρασία
τις κωμικές κινήσεις και τους μορφασμούς των φοβισμένων, των απελπισμένων ή οργισμένων,
του Θησέα, τις δικές σου, των δούλων· — ναι, κωμικές, γιατί κανέναν ήχο,
καμιά φωνή δεν ακούω, εκτός μονάχα αυτούς τους δυο γυάλινους βόλους
μες στην άδεια, πανένια βαλίτσα. Τα πάντα απομένουν
εντελώς ξεκομμένα απ’ την ατμόσφαιρα κι απ’ όποια αιτία, διαιρεμένα,
μόνα, ασυντόνιστα, χωρίς συνέπεια, συνέχεια, σχέση.

Όμορφος θάνατος. Η σιωπή που κοιτάει κι ακούει τη σιωπή. Διασκεδάζω για λίγο.
Παρατηρώ απαρατήρητη. Χαίρομαι τη δική μου απουσία.
Δε μου χρειάζεται πια προσωπίδα, μια και κανείς δε με βλέπει.
Ακινητώ μες στην ελευθερία μου να κινούμαι. Βλέπομαι μόνη
νεκρή πλάι στη θάλασσα, — ακριβώς πλάι στη θάλασσα. Ώσπου
υποψιάζομαι πως δεν είμαι νεκρή. Υποψιάζομαι το τέχνασμά μου. Ξέρω
πως ο βέβαιος θάνατος ούτε παρατηρεί ούτε κρίνει.
Ο τέλειος θάνατος, ο ήσυχος, ο ακραίος
είναι τυφλός, κουφός και μουγγός, όπως τ’ ολόλευκο. Το ξέρω.

Τότε τρυπώ με την καρφίτσα του στήθους μου άκρη άκρη τον αριστερό μου δείχτη,
απομυζώ το ίδιο μου το αίμα σε μια θελημένη στάση
ενσυνείδητου βρέφους για να μη φωνάξω, να μην κλάψω, να μη θέλω,
έτσι κλεισμένη, σμικρυμένη, με σφιγμένα μάτια, μες στο ασφυκτικό μου σώμα
από μια νεκρική αυτοηδονή. Και νυχτώνει βαθύτερα μέσα, πιο μέσα.

Η νύχτα απλώνεται σαν μια καθολική αυτοκτονία· παραδίνει
γυμνά τα σώματα σ’ ένα τεράστιο μαρμάρινο νεκροτομείο. Οι νεκροί
δε νοιάζονται πια να κρυφτούν· — αυτός με το πρησμένο σάπιο πέος·
αυτός με την κρεατοελιά στη μύτη· οι δυο γυναίκες
με πλαδαρές χοντρές κοιλιές, με κρεμασμένα στήθια· ένας νέος
με όρχεις κομμένους· μια σειρά από γέρους φαλακρούς, σταφιδιασμένους,
μ’ ανοιχτά, φαφούτικα στόματα σε μορφασμό απληστίας· κι από πάνω
ένα μεγάλο φεγγάρι αχνιστό σα βρασμένη πατάτα
μόλις ξεφλουδισμένη απ’ τα όλο κόμπους κοκαλιάρικα χέρια
της τελευταίας γριάς. Α, η αδάμαστη ετούτη
η άσκημη πείνα ώς και μπροστά στο θάνατό μας ακόμα.

Τί απόμεινες έτσι σαν πετρωμένος σε μια στάση αποδοκιμασίας
κι ίσως με μια έκφραση μυκτηρισμού και σπιλωμένης αγνότητας. Πήγαινε τώρα
να πλύνεις τον ιδρώτα και τη σκόνη των λαμπρών, μοναχικών κυνηγιών σου. Τη λάμπα
δεν την ανάβω. Πήγαινε. Ω, ναι, κι απόψε, όπως πάντα,
πολύ θα το ’θελα να σε οδηγήσω εγώ στο λουτρό, να σε πλύνω
με τα ίδια τα χέρια μου — να σε γνωρίσουν τα χέρια μου. Το κορμί σου
καλά το ξέρω, σαν ποίημα αποστηθισμένο
που διαρκώς το ξεχνώ, — το πιο άγνωστο πράγμα του κόσμου
το πιο ευμετάβλητο κι ασύλληπτο είναι τ’ ανθρώπου σώμα — ποιός μπορεί να το μάθει;

Ακόμη και τ’ αγάλματα, παρότι ασάλευτα, παρότι
τόσες και τόσες φορές ιδωμένα κι αγγιγμένα, νομίζεις πως είναι
ρευστά κι αυτά, κυμαινόμενα· — σου διαφεύγουν. Όταν κλείνεις τα μάτια
δε σου είναι δυνατό να τ’ αναπλάσεις με ακρίβεια, να τ’ ανασυγκροτήσεις. Η Τροφός
χιλιάδες φορές, με κάθε λεπτομέρεια μου ’χει ιστορήσει το κορμί σου. Συχνά, αφηρημένη,
σε σχεδιάζω ολόγυμνον στο πίσω μέρος στα πακέτα των τσιγάρων μου. Ύστερα
γεμίζω το σχέδιο με μικρές μαργαρίτες, για να σε κρύψω,
κι είναι σα να σκεπάζω έναν ωραίο νεκρό με λουλούδια.

Ω, αλήθεια, τί να πρωτοκρύψει κανείς; — το σχέδιο; τα χέρια; Το στόμα; τα μάτια; Η ίδια πάντα επιθυμία,
η ίδια ανεκτέλεστη αμαρτία· — η αντιστροφή του παιχνιδιού: Ο ίδιος σπάγγος,
τα ίδια κομμένα κεφάλια στο δίσκο, τα ίδια καρφιά, κι η μαύρη ομπρέλα
πάνω στη σκάλα απ’ όπου γκρεμιστήκαν τα πέντε παιδιά. Έξω στο δρόμο
πολίτες συνωστίζονται, φωνάζουν, τρέχουν, κρατάνε σημαίες,
στρατιώτες προβαίνουν στις γωνίες, πυροβολούν. Κι εγώ στο παράθυρο

να βλέπω το κόκκινο ποτάμι πλάι στο πεζοδρόμιο και να ’μαι πολύ πικραμένη
όχι και τόσο για τους σκοτωμένους όσο για κείνη την ομπρέλα πάνω απ’ τη σκάλα
και για κείνα τα πέντε παιδιά, τα δικά μου,
φανταστικά παιδιά, πιο δικά μου απ’ αυτά που έχω γεννήσει. Μη τάχα
προορισμός της γυναίκας είναι η γέννηση; ή μήπως
προορισμός της αθέλητος ο έρωτας; — το μαρτύριο κι η δόξα του ανθρώπου. Μπορείς να πηγαίνεις.

Άκου, στη λίμνη κάτου τα βατράχια — τρελάθηκαν· κάτι θα ξέρουν κι εκείνα.
Ίσως μια μέρα να το μάθεις και συ (τί αξία θα ’χει τότε;) —
ο δικός μας ο πόνος, κι ο πιο ελάχιστος, μας βασανίζει
πολύ περισσότερο απ’ τον πόνο όλου του κόσμου. Ποιός άλλωστε πόνος
είναι μικρός; Δεν το ’χεις μάθει.
Λοιπόν,
θα σου το μάθω εγώ — κι ας το πουν αδικία. Η αδικία
του ενός ανθρώπου προς τον άλλον πολεμιέται, και κάποτε νικιέται.
Όμως η αδικία της φύσης —τί να πούμε;— ακαταμάχητη εκείνη,
άσκοπη κι αδικαίωτη — (γιατί, τάχα, αδικία;). Μόνη αδικία
είναι η ίδια η ζωή. Κι ο θάνατος η μόνη
οριστική δικαιοσύνη, αν κι αργά πάντα φτασμένη. Ίσως και τούτο
να ’ναι ένα τέχνασμα δικό μας, ένας ψεύτικος λόγος παρηγόριας —
η τελευταία παρηγόρια γι’ αυτόν που πια δε θα την έχει ανάγκη.

Φύγε, λοιπόν. Τί μου στέκεις εκεί απολιθωμένος; Έμπα στο λουτρό σου,
έμπα να ξεπλυθείς απ’ τ’ ανόσια μου λόγια, απ’ τ’ ανόσια μου μάτια,
απ’ τα κόκκινα, λασπωμένα μου μάτια.
Ίσως κει μέσα
ν’ αφαιρέσεις για λίγο και συ το προσωπείο σου, τη γυάλινή σου πανοπλία,
την παγωμένην αγιοσύνη σου, τη φονική σου δειλία. Φεύγα σου λέω. Δεν αντέχω
την ύβρη της σιωπής σου. Την εκδίκηση την έχω ετοιμάσει. Θα δεις. Κρίμα —
δε θα μπορέσεις για πολύ να τη θυμάσαι. Τί πάθαν απόψε τα βατράχια;
φωνές, φωνές, φωνές, — τί πάνε να πουν; και σε ποιόν; Τί πάνε να κρύψουν;
ποιά μέθη; ποιόν πόνο; ποιάν αλήθεια; Τί όμορφη, αδέκαστη νύχτα —
αδέκαστη, αδέκαστη, αδέκαστη —τί όμορφη νύχτα—

(Σηκώνεται πρώτη. Προχωρεί προς τη μεσαία πόρτα, την ανοίγει, εξαφανίζεται. Το σκοτάδι δεν επιτρέπει να διακρίνουμε την έκφραση της κίνησής της, του προσώπου της. Ο νέος φεύγει αριστερά — πιθανόν προς το λουτρώνα. Η αίθουσα ολότελα άδεια, βουβή. Άξαφνα κατακλύζεται από ήχους νερού που διαρκώς δυναμώνουν, σαν κάποιος, πλάι, εκεί κοντά, να παίρνει το λουτρό τού εξαγνισμού. Ο ήχος αυτός υπογραμμίζει τη σιωπηλότητα της μεσαίας πόρτας που έχει μείνει ανοιχτή. Σε λίγο ακούγονται, σαν μέσα στην ίδια κάμαρα, τα παράφορα κοάσματα των βατράχων — κάτι ελαστικό, γλοιώδες, αισθησιακό, οδυνηρό και αηδιαστικό ταυτόχρονα. Πάλι σιωπή. Μονάχα ο ήχος απ’ την πτώση του νερού, εκτονωμένος κάπως. Λίγο αργότερα, έξω στην αυλή, θόρυβος από τροχούς άμαξας και οπλές αλόγων. Απ’ τα δεξιά μπαίνει ένας άντρας. Ανάστημα επιβλητικό, σκοτεινό. Κανείς εδώ; Ανάβει ένα σπίρτο. Φωτίζεται η πυκνή, κοντή, σγουρή γενειάδα. Ανάβει τη λάμπα. Πλησιάζει τη μεσαία πόρτα. Φωτίζεται το εσωτερικό. Στο δοκάρι της οροφής, η κρεμασμένη. Ένα μεγάλο χαρτί στη ζώνη της. Το παίρνει. Διαβάζει: "Ο γιος σου, ο γιος της Αντιόπης, δοκίμασε να με βιάσει". Κραυγή. Όχι θρήνος. Κατάρα. Η τρομερή προσταγή. Συνάζονται δούλοι, αμαξάδες, η γριά Τροφός, υπηρέτριες. Ο νέος βγαίνει απ’ το λουτρό, γυμνός, στάζοντας όλος, με την πετσέτα δεμένη στη μέση του. Ακούει σιωπηλά την καταδίκη του. Γονατίζει. Έξω, στην αυλή, οι προβολείς των δύο αμαξιών —αυτού που μόλις ήρθε και του άλλου που ετοιμάστηκε αστραπιαία για την εξορία— ρίχνουν σταυρωτά τις σκιές των δύο αγαλμάτων, της Αφροδίτης και της Άρτεμης, πάνω στο σώμα της κρεμασμένης).

ΑΘΗΝΑ, ΚΑΡΛΟΒΑΣΙ, ΑΘΗΝΑ, Απρίλης 1974–Ιούλης 1975

Γιάννης Ρίτσος. 1978. Φαίδρα. Αθήνα: Κέδρος. Και στον συγκεντρωτικό τόμο: Γιάννης Ρίτσος. [1978, 6η έκδ.] 2009. Ποιήματα ΣΤ΄: Τέταρτη διάσταση (1956–1972). 25η έκδ. Αθήνα: Κέδρος.