Εξώφυλλο

Νόστος:

Ο Αρχαιοελληνικός Μύθος στην Παγκόσμια Λογοτεχνία

Μνήμη Δ. Ν. Μαρωνίτη

[Τεκμηρίωση: βλ. Πυξίς]

Γιάννης Ρίτσος

Κάτω απ’ τον ίσκιο του βουνού


(Στους πρόποδες ενός ψηλού βουνού, ένα παλιό μισοερειπωμένο αρχοντικό. Φθινοπωριάτικο βράδυ. Σ’ ένα υπνοδωμάτιο του σπιτιού, η μεγάλη ανύπαντρη κόρη, κάπου 70 χρονώ, μιλάει στην παλιά τροφό της. Η Τροφός θα ’ναι περισσότερο από 100 χρονώ, ίσως και 200. Μοιάζει με μια ταριχευμένη αιωνιότητα, απόλυτα σιωπηλή, υπομονετική, αινιγματική, σαν ζυμωμένη με χώμα που, απ’ τον παλιό καιρό, έχει σκάσει ο πηλός τόπους τόπους. Δεν μπορείς να καταλάβεις αν η σιωπή της είναι κούραση, σοφία, άγνοια, ανοχή, κατανόηση, γενική καταδίκη, γενική παραδοχή, στοργή, κατάφαση, άρνηση, εχθρότητα, ηλιθιότητα ή ένα δικό της ξεχωριστό όνειρο. Το υπόλοιπο σπίτι φαίνεται ακατοίκητο. Μια νυχτερίδα χτύπησε στο τζάμι. Πότε πότε, η φωνή μιας κουκουβάγιας ακούγεται απ’ το βουνό, ανάμεσα στα λόγια της αιώνιας παρθένου):

Νένα, μη σβήσεις ακόμη το φως. Κάθισε λίγο μαζί μου.
Σαν σβήνει το φως, δεν έχω πια πού να μείνω,
χάνω τον ορισμένο χώρο, τον σχεδόν δικό μου. Νιώθω τότε
την κυριαρχία του πελώριου βουνού πάνω στη μοίρα μας· — αυτό το βουνό

όρθιο μπροστά στο παράθυρο, κλείνοντας το παράθυρο,
κολλημένο στο σπίτι — δεν αφήνει το σπίτι ν’ ανασάνει,
ιδίως απ’ το μέρος του γυναικωνίτη. Μ’ ένα κομμάτι βράχο,
φραγμένο το παράθυρο. Από παιδί το φοβόμουν. Τ’ απογεύματα
έπεφτε ο ίσκιος του νωρίς, βούλιαζε ολόκληρο στο σπίτι·

μόνο το υδραγωγείο, σκαμμένο μέσα στο βουνό,
είχε μια κάποιαν ανεξαρτησία, μια φωνή δική του,
σαν έντερο τεράστιο, μαλακό, που τρυπούσε την πέτρα
και λειτουργούσε μόνο του με το νερό, με σκοπό και με θέληση
κάπου να πάει, κάτι να κάνει, αψηφώντας
το βουνό και τον ίσκιο του βουνού.
Στα παιδικά μου χρόνια,
τις νύχτες, στο κρεβάτι, όταν σβήναν οι λυχνίες
κι η κάπνα γαλάνιζε μες στο σκοτάδι, πριν απ’ τον ύπνο,
άκουγα το πελώριο πέλμα του βουνού να σηκώνεται
για να πατήσει μες στην κάμαρα, και τότε
αυτό το υδραγωγείο σκεφτόμουνα για να πάρω κουράγιο,
αυτό μονάχα με υπεράσπιζε·
και μια μικρή αντιφεγγιά στο ασημένιο καντηλέρι
ήταν σαν ένα χέρι λιγνό που ’χε επιζήσει απ’ τον ίσκιο του βουνού,
ένα χέρι που κρατούσε κι εμένα στην επιφάνεια
κι έτσι μπορούσα κάπως να κοιμηθώ, ξέροντας
πως πάνω μου υπάρχει ένα άνοιγμα ή ένας μικρός γάντζος
απ’ όπου, το πρωί, θα μπορούσα να πιαστώ, να σηκωθώ απ’ το κρεβάτι.

Απ’ την άλλη μεριά του σπιτιού
ήταν ο μέγας κάμπος ανοιχτός (λέω: ήταν,
σα να μην είναι πια το σπίτι μας, σαν να μην είμαστε)·
όμως κι εκεί σκοτείνιαζε μεμιάς μέσα στο δείλι
κι ήταν αόριστη η έκταση, επίβουλη η θέα, —
μόνο ένα σύννεφο, κάποτε, τρυφερό, βιολετί,
αρμένιζε μοναχικό μες στο θολό ουρανό, πάνω απ’ την κατασκότεινη πεδιάδα,
σαν ένας μικρός, ξεριζωμένος κήπος
ή σα μια διάφανη τριήρης μετέωρη
από κάποιον αντικατοπτρισμό μακρινής, αόρατης θάλασσας
φωτισμένης από μέσα έτσι που να προβάλλονται
οι ρόδινες σκιές των πλεούμενων στον αέρα του λυκόφωτος.

Με τρόμαζε κι αυτό, ίσως πιότερο
κι απ’ το βουνό, σα να ’ταν κάτι να μας πάρουν
ή κάτι να μας φέρουν κι είμαστε απροετοίμαστοι —
γι’ αυτό σου ’λεγα τότε ν’ ανάψεις τις λάμπες
να λήξει αυτή η αναμονή κι η αβεβαιότητα
να μείνει ολόκληρη η απόφαση της νύχτας
και το επικυρωμένο, το παραδεγμένο βάρος της
μαζί με την αιώνια προαίσθηση πως μετά τα μεσάνυχτα
δώδεκα προσωπιδοφόροι θ’ αποκεφαλίζανε
τα δυο πέτρινα λιοντάρια της πύλης, — όπως κι έγινε.

Αν έμενα κάποιες φορές ώς αργά στο προαύλιο,
δεν ήταν για να υποδεχτώ τη φίλη μου τη νύχτα (γιατί φίλη μου;)
να μου δανείσει το σκοτεινό της ένδυμα, να μ’ εξοικειώσει
μ’ αυτό το μόνιμο φόρεμα του πένθους, άβγαλτο από πάνω μου
απ’ τα δέκα μου χρόνια, σα να ’ταν το πετσί μου, — όχι,
ήταν να δω τις τελευταίες ανταύγειες του ηλιογέρματος
στα τζάμια των σπιτιών, κάτω στον κάμπο,
σαν σινιάλα φωτιάς άγρυπνων, μυστικών φυλάκων
από λόφο σε λόφο, από προάστιο σε προάστιο,
για κάτι άλλο επιτέλους· ώσπου ν’ ανάψουν τ’ άστρα και τα φώτα
πίσω απ’ τα παράθυρα, κι όλη η ρευστότητα του απόβραδου
να γίνει ένα μπράτσο ορισμένο, ένα μπράτσο κατάστικτο, — το μπράτσο
ενός φυλακισμένου που δεν είναι παρά φυλακισμένος.

Δεν ξέρω, απόψε νιώθω την ανάγκη να μιλήσω, — τώρα
που τίποτα πια δε σημαίνει να μιλήσω ή όχι. Τούτο το απόγευμα
ήτανε τόσο μακρινό κι αδιάφορο που σου άφηνε κάποια ελευθερία.
Θυμάσαι κείνα τ’ απογεύματα; — είχαν μια γκρίζα εχθρότητα
μες στην ευγενική τάχα χλωμάδα τους· άκουγα τους ίσκιους
να πέφτουν από τις γερμένες στέγες στάλα στάλα,
μια αόρατη, άηχη βροχή — προπάντων τα λούκια
σαν κουρασμένα λαρύγγια μπουκωμένα σιωπή,
κι η σκιά στρογγύλευε μέσα τους και κόβονταν
σε σκοτεινά, ανεξαργύρωτα νομίσματα που πέφταν απ’ το στόμιο
στο χώμα χαμηλά κι αφομοιώνονταν απ’ το χώμα. Τί να μιλήσω
μια κι ο χρόνος έχει περάσει πια για μένα, και σε τίποτα
δε με ωφελεί η εξομολόγηση κι ούτε κανέναν άλλον
κι ούτε έχω διάθεση να σκέφτομαι ωφέλειες και χρέη —

Κάτι τέτοια ποτέ δε μ’ απασχόλησαν —πολύ λιγότερο τώρα—
μα ίσως και να τα σκέφτηκα —δε θυμάμαι, δεν ξέρω—
κι ίσως και τώρα ακόμη κάτι να ζητώ να καρπωθώ
κι ίσως μάλιστα και κάποιον να ωφελήσω —ποιόν;— δε θέλω να ρωτιέμαι,
δε θέλω πια να παρακολουθούμαι. Αρκεί. Μονάχοι μας φθειρόμαστε
πιότερο απ’ όσο μας φθείρουν τα γεγονότα κι ο χρόνος.

Νένα, πώς απομείναμε έτσι οι δυο μας; — εσύ η πιο γριούλα
κι εγώ η πιο κουρασμένη, — εσύ μονάχα να θυμάσαι
κι εγώ να σκέφτομαι και να ξεχνάω — οι δυο μας
σ’ ένα σημείο απόλυτο καθένας μιας δικής του ματαιότητας —
εσύ ίσως όχι· βλέπω πάντα τα χέρια σου να τρέμουν
όταν ανάβουν κάθε βράδυ το σπίρτο — μήπως τάχα
απ’ τη συγκίνηση που εργάζονται ακόμη
ή μήπως απ’ το φόβο γι’ αυτά που εξαφανίζονται απ’ το φως
ή για κείνα που δείχνονται στο φως; Πώς έχουμε ζήσει;
Και τούτο το βουνό πώς τ’ αντέξαμε; — μια πέτρινη παλάμη
μαύρη, βαριά, πάνω στο στήθος μας, απ’ το χάραμα κιόλας
όταν ελάχιστα αστέρια μουδιασμένα, σα στάλες
από άσπρο κερί σ’ ένα στιλπνό σανίδι, αυτοδιαλύονταν
σαν αποσιωπήσεις του δικού μας ύπνου, αποφεύγοντας
να πουν για τις τέσσερις λαμπάδες που έλιωσαν
στις τέσσερις γωνιές ενός μεγάλου φερέτρου.

Τις νύχτες του χειμώνα, σαν έβρεχε,
κατέβαιναν ορμητικά ποτάμια απ’ το βουνό· συλλογιζόμουνα
πως θα σαρώσουν το σπίτι, τις κολόνες, τους τάφους
κι ακόμη το ίδιο το βουνό — κι ήταν μια παρηγόρια
πάντοτε το νερό —μια ιδέα κίνησης— μια ιδέα
πως μες στη γενική καταστροφή θα καταστρέφονταν
κι ό,τι μας είχε καταστρέψει.
Το καλοκαίρι πάλι,
έκαιγε ακέριο το βουνό σαν καμίνι,
άχνιζε με τα πέτρινα ρουθούνια του, σαν παράξενο τέρας,
το καυτερό του χνότο καταπρόσωπο στο σπίτι μας· διατηρούσε τη ζέστα
πιο πέρα απ’ τα μεσάνυχτα, ώς τις 2 ή τις 3. Και τα τζιτζίκια
ανόητα, ματαιόσχολα, όλη μέρα (και τη νύχτα ακόμη)
χτυπούσαν στα μικρά ταμπούρλα τους το σύνθημα
ενός φωτεινού συναγερμού, χωρίς αιτία ή κίνδυνο
ή τουλάχιστον κίνδυνο ορατό — τα συνηθίσαμε κι αυτά· σχεδόν πια δεν ακούγαμε
αυτούς τους φλύαρους νάνους στρατιώτες των ζεστών μεσημεριών
μέσα σε καλοκαίρια τόσο απέραντα και φωτεινά σαν πεθαμένα
όταν η λιγοστή δροσιά κατέφευγε στις σκεπασμένες στέρνες
ή στις στοές των νεκρών όπου λιώναν τα ρούχα τους
και σκούριαζαν απ’ την υγρασία οι χρυσές υδρίες που αποθέσαμε πλάι τους.

Τότε το μόνο που σου θύμιζε πως είσαι ζωντανός
ήταν ο ιδρώς στο μέτωπό σου που μούσκευε το μαξιλάρι
και προπάντων ο ιδρώς στο λαιμό σου
μ’ αυτήν την ταπεινωτικήν ενόχληση και την επίγνωση
για τη μικρότητα αυτής της ενόχλησης που επεκτεινόταν
σε μιαν απέραντη, διεισδυτική δυσφορία ώς τις ρίζες του κόσμου
που πάνω της επέπλεαν μονάχα οι μύγες,
κάτι μεγάλες, μαύρες μύγες, βουερές κι αναίσχυντες.

Ίσως γι’ αυτό οι δικοί μας ξενιτεύτηκαν,
κατέβηκαν στα παράλια, ετοίμασαν καράβια,
έκαναν εκστρατείες και ναυμαχίες, λέει,
μόχθησαν κι ίδρωσαν αλλιώς, ίσως μονάχα
για να ξεπλύνουν τον ιδρώτα του βουνού μέσα στη θάλασσα,
να ξεπλυθούν, να πνιγούν μες στο νερό, να γλιτώσουν
από τούτον τον κάθετο βράχο· — δεν ξέρω
να ορίσω το τί και το πώς — όλα μπλέκονται:
εκείνες οι ζεστές, στυφές μυρουδιές της φτέρης, του σκίνου,
της πέτρας, της μούχλας, του ασβέστη, στα φλογερά μεσημέρια,
ο ιδρώτας, τα τζιτζίκια, το βουνό, τα καράβια,
οι σκοτωμένοι στη στεριά κι οι πνιγμένοι
όταν τους ξέβραζε η θάλασσα σ’ ένα στρωτό ακρογιάλι
μια νύχτα, μ’ ένα κίτρινο φεγγάρι καρφωμένο σ’ ένα ακόντιο,
κι ούτε είχαν μια λαβωματιά οι πνιγμένοι στο σώμα τους —
πώς πέθαναν λοιπόν; — ποτέ μου δεν είδα πνιγμένους.
και τ’ ασημένιο φάσμα μιας σφαγμένης κόρης
να κυματίζει ανάερο πάνω απ’ τους πνιγμένους
μ’ ένα μακρύ κρίνο στα χέρια, — άχραντη, απείραχτη
απ’ τον ιδρώτα κι απ’ τους άσημους, τους τρωκτικούς δικούς μας πόνους.

Μπορεί και να μην ενοχλούνται οι άντρες απ’ αυτά
τα εξευτελιστικά ρυάκια του ιδρώτα
που σε χρησιμοποιούν αυθαίρετα για κοίτη τους
σα να ’σουν πέτρα ή χώμα ή καμένο χορτάρι. Δεν ξέρω.
Αυτοί, τα μεσημέρια, κατέφευγαν στα δημόσια λουτρά
παίζοντας ίσως και γελώντας γυμνοί, κυνηγώντας
ο ένας τον άλλον, καταβρέχοντας
ο ένας τον άλλον, με μεγάλα λαγήνια, — πώς μπορεί
να τρέχει ή να γελάει κανένας
όταν είναι γυμνός; — ποτέ δεν το κατάλαβα. Όταν έβγαιναν
απ’ τα λουτρά (τους συνάντησα κάποτε) ήταν πιο όμορφοι,
πιο ευγενικοί, σαν αόριστα ένοχοι· — τα πρόσωπά τους,
δροσερά τότε και ρόδινα, υπογράμμιζαν
μια παράξενη, παρθενική συστολή, και τότε μόνο αισθάνθηκα
πως και οι άντρες μπορεί να ’ναι μονάχοι και μπορεί να πεθάνουν.

Εκείνοι, βέβαια, το ξεχνούσαν ή ποτέ δεν το σκέφτονταν. Τ’ απογεύματα
ακούγονταν απ’ το στίβο οι ιαχές των θεατών. Τότε οργιζόμουν·
σκέφτηκα μάλιστα κάποτε να δωροδοκήσω
το γερο-φύλακα των αποδυτηρίων για να τους θυμίσει,
την ώρα ακριβώς που θα ’ταν μεθυσμένοι απ’ τη νίκη τους,
την ώρα ακριβώς που θα ’ταν αφημένοι στην εξαίσια κούρασή τους,
την ώρα ακριβώς που θα ’ταν υπερήφανα γυμνοί κι απροστάτευτοι,
να τους θυμίσει πως κι αυτοί θα γεράσουν,
να τους θυμίσει προπάντων πως κι αυτοί θα πεθάνουν. Ποτέ δεν το τόλμησα.

Εγώ είχα δει γυμνά τ’ αγάλματα των θεών, κι ήξερα
πόσο τρωτοί ήταν όλοι τους, — τ’ αγάλματα
στιλπνά και φρίσσοντα μες στο καταμεσήμερο
με τις μεγάλες σκιές του σώματός τους σα μαχαίρια
μπηγμένα στο ίδιο τους το σώμα, ή, τα βράδια,
να λευκάζουν αχνά μες στο σκοτάδι, απρόσιτα κι άυλα
αν κι από πέτρα και κάλλος. Πεθαίνουν κι εκείνοι κι εκείνα
ίσως νωρίτερα από μας κι ίσως ακόμη βαθύτερα
γιατί δεν το γνωρίζουν.
Ώρες ώρες
παρατηρούσα τον πατέρα που γερνούσε — πάντα ωραίος,
όμως λιγότερο ευκίνητος και δυνατός —μια άλλη ωραιότητα—
κι έβλεπα κάτω απ’ το δέρμα του τη μορφή του θανάτου
να εισπνέει με τα λεπτά ρουθούνια του, σαν με τα βράγχια
ενός μακριού, αόρατου ψαριού που έπλεε στο αίμα του
απομυζώντας το, ή άλλοτε έβλεπα
εφαρμοσμένη κιόλας πάνω στη μορφή του
χρυσή, τραγική, απαρασάλευτη, εξαίσια,
την απαστράπτουσα προσωπίδα του θανάτου.

Ο θάνατος πλέει μέσα μας ή πλέουμε εμείς
απ’ το λίκνο μας κιόλας στα μυστικά νερά του. Ωστόσο
κρατούσα μόνο για λογαριασμό μου αυτή τη σκέψη περήφανα,
τη συγκέντρωνα, την έσφιγγα επάνω μου
για να τους απαλλάξω αυτούς κι ίσως και να τους προστατεύσω
σαν βρέφη που χαμογελούν αθώα μπροστά στη μοίρα
ή σαν αφύσικα, άγρια ζώα τρομαγμένα
μπρος στην αμείλικτη εμπειρία μας.
Αντίθετα η μητέρα
μετά τον τελευταίο της τοκετό είχε ασκημίσει·
το μέτωπό της γεμάτο φακίδες· τα στήθη της
είχαν χάσει το σχήμα τους — το ’ξερε και το ’κρυβε
κι ήταν ενοχλημένη, δύστροπη,
σχεδόν αντιπαθητική· — αυτό που κρύβουμε είναι
αυτό που πιότερο μας φανερώνει, —έτσι δεν είναι, νένα;—
κι ίσως αυτό μας κάνει ενόχους κι άσκημους — μια απόσπαση,
μια μεταποίηση και παραμόρφωση της ζωής
απ’ τη δική μας μάταιη ανυπακοή και σκληρότητα,
απ’ τη δική μας περηφάνια —καλύπτρα της δειλίας μας—
ανάρμοστη στο φως· ενώ τα έπιπλα
γερνούν χωρίς αντίσταση κι έχουν πάντα τη θέση τους μέσα στο σπίτι,
έχουν μιαν έκφραση γλυκιάς ταπεινοσύνης —
και το μπράτσο της πολυθρόνας, όταν τύχει
καμιά φορά να το αγγίξει απ’ τ’ ανατολικά παράθυρα
μια λουρίδα ήλιος, είναι σα χέρι αληθινό, κουρασμένο,
καμπυλωμένο μ’ ευγνωμοσύνη στο γοφό του κόσμου,
κάτι επιδοκιμάζοντας, θαρρώ, κάτι λέγοντας:
«υπήρξα· υπάρχω ακόμη· ευχαριστώ· μου φτάνει».

Έτσι, θαρρώ, και τα δικά σου χέρια, όταν τελειώνει η μέρα,
ακουμπισμένα στη μέση σου, σα να ξεκουράζονται
σ’ έναν κλεισμένον, τέλειο κύκλο, σα στεφάνι δόξας
γύρω στο μέτωπο ενός άγνωστου κι αόρατου
— ή μήπως γύρω στο κεφάλι του ήλιου;
Σ’ είδα σ’ αυτή τη στάση κάποτε, στυλωμένη στο προαύλιο,
μαύρη μέσα στα μαύρα σου, κόντρα στη δύση,
με τα χέρια στη μέση σου — ολόγυρα στον ήλιο που βασίλευε,
ενώ απ’ τ’ ανοίγματα των δυο χεριών σου
οι τελευταίες ακτίνες μού λόγχιζαν τα μάτια. Δεν κατάλαβα τότε.
Αλήθεια, νένα, δεν τσούζαν τα μάτια σου απ’ τον ήλιο; Τί αγνάντευες πέρα;
τον κάμπο ή το διάστημα; τη ζωή ή την ανάμνηση;
ή τα πάντα μαζί; Τόσο αφημένη και δοσμένη. Πού να ξέρεις.

Ενώ η μητέρα, ώρες ολόκληρες, κοιταζόταν ασάλευτη,
στην ίδια στάση κι εκείνη, όμως ανένδοτη,
μες στο πλατύ, μετάλλινο καθρέφτη· χρησιμοποιούσε
καμένο δαφνόκλωνο να βάφει τα μάτια της — το ’νιωθα
από τη μυρωδιά σαν έμπαινα στην κάμαρά της —
αυτό με πείραζε γιατί η δάφνη προορίζονταν πάντα
για τα μέτωπα των αθλητών και των ποιητών· — χρησιμοποιούσε ακόμη
διάφορα παράξενα βότανα, κρυφά συναγμένα στη χάση της σελήνης,
βότανα που ερεθίζουν το δέρμα και δίνουν στο πρόσωπο ένα χρώμα
κόκκινο κι άγριο σαν μάσκα θεάτρου. Ένα βράδυ
μ’ είδε που την παρατηρούσα μέσ’ απ’ τον καθρέφτη,
ίσως κιόλας να αισθάνθηκε το βλέμμα μου στη ράχη της,
κι ανασκίρτησε ολόκληρη· έκανε μια κίνηση
σα να πήδησε μονομιάς μια σκάλα
που θα ’πρεπε, οπωσδήποτε, γρήγορα ή αργά, να την κατέβει,
ή σα να ’δε τα μάτια μου μέσα σ’ ένα βαθύ, μαύρο πηγάδι
όμοια με δυο άσπρους κύκλους που άπλωναν λίγο λίγο
κι έμπαινε ο ένας κύκλος μες στον άλλον ώσπου σμίγαν
κι έπιαναν όλο τον κύκλο του νερού, στο νεκρό βάθος.
Θ’ άσπρισε τότε το νερό, πλατύ κι ουδέτερο σαν την αλήθεια,
και θα ’δε η μητέρα μες στ’ άσπρο νερό, αδιάψευστο
το σκοτεινό πρόσωπό της, κι είπε τότε
με μια φρικτή φωνή σαν μέσα από πηγάδι:
«το ’δες λοιπόν κι εσύ πως γέρασα;»
και μονομιάς έγινε πάλι απλή κι ωραία κι αγαπημένη
όπως πριν από χρόνια, πριν απ’ το δικό της φόνο
και πριν απ’ τους μικρούς, ανεξιχνίαστους φόνους του χρόνου.

Από τότε, δε βάφονταν πια — εγκαταλείφθηκε. Εμείς οι γυναίκες
γερνάμε πιο γρήγορα, μαθαίνουμε πιο γρήγορα. Τί να την κάνουμε
τούτη τη γνώση; Πού να την αφήσουμε; Και τί χρειάζεται;
Μαλάκωσε πολύ η μητέρα, (κι ήταν σκληρή, — θυμάσαι;)
και λέω που πια δε χρειάζονταν του αδελφού μου η εκδίκηση
σε τέτοιαν ώρα απόλυτης κούρασης, εξάντλησής της,
όταν είχε περάσει πια η οργή, κι ακόμη η τύψη της κι η μετάνοιά της
κι όλο το πάθος που ίσως να δικαίωνε τα πριν εγκλήματα. Σχεδόν δεν αμύνθηκε
κι ίσως να το ’δε αυτό σα μιαν ωραία πρόφαση ενός τραγικού θανάτου,
αν όχι ηρωικού, γιατί όλο κι όλο
άφησε μόνο μια κραυγή, τόσο ακριβή στον ήχο της, σαν προμελετημένη,
σαν μίμηση του πόνου όλης της ζωής και στύλωσε τα μάτια της
μ’ αυτοκυριαρχία και με αόριστη έκφραση στοργής, στο δαχτυλίδι της
που ’χε φαρδύνει πολύ στο μεσοδάχτυλο. Δε θ’ ανεχόταν η μητέρα
να πεθάνει, όπως πεθαίνουμε εμείς, σ’ ένα κρεβάτι,
μπλεγμένη στ’ άσπρα, μαραμένα μαλλιά της,
σαν πιασμένη στα πόδια μιας άσπρης αράχνης.

Ίσως να φταίει και τούτο το βουνό. Ήταν σκληρή η μητέρα. Κάποιο μεσημέρι
περνούσε μπρος στο σπίτι ένας βοσκός με τις χήνες του, (τους είχε κόψει
τις άκρες των φτερών να μη μπορούν να πετάξουν). Η μητέρα
έσκυψε απ’ το παράθυρο και παζάρευε χήνες
αν και ποτέ δεν το συνήθιζε αυτό — κάτι έλεγε
για δείπνο του Σαββάτου — δεν άκουγα καλά, μόνο απ’ τον ήχο της φωνής της
κατάλαβα πως ο βοσκός ήταν 19 χρονώ, μελαχρινός κι ωραίος·
άνοιξα το παράθυρο, και τότε
είδα τις χήνες να υψώνονται μεμιάς στον ουρανό
και πρόλαβα να συλλάβω τα μάτια της μητέρας, διεσταλμένα, τρομαγμένα,
μέσα στον ίσκιο που ρίξανε ακριβώς στο πρόσωπό της
οι χήνες που αναλήφθηκαν, πυκνό σκοτάδι,
τόσο που μια στιγμή κρύψαν τον ήλιο. Κι ο βοσκός
ζητούσε απ’ τη μητέρα να πλερωθεί το κοπάδι του
γιατί —έλεγε— αυτή το ’χε τρομάξει. Όμως εκείνη
πρόσταξε τους φρουρούς να μαστιγώσουν το βοσκό· — ποτέ μου
τόσο οργισμένη δεν την είχα ξαναδεί. Κι αλήθεια, τον μαστίγωσαν. Εγώ η ίδια
περιποιήθηκα τις πληγές του και τον πρόπεμψα για ασφάλεια
δυο δρόμους πιο κάτω, αυτόν και τις χήνες του, που σήκωναν
σκόνη πολλή και τον έκρυβαν μέσα στο απομεσήμερο
ολόσωμο σχεδόν σ’ ένα γαλάζιο νέφος· — γιατί, ξέχασα να πω,
οι χήνες του επιστρέψανε σε λίγο — ή μήπως
δεν έφυγαν καθόλου; — δε θυμάμαι. Μήπως θυμάσαι εσύ;
Πολύ κουβεντιάστηκε τότε το επεισόδιο —λόγια και λόγια—
οι χήνες, είπαν, πολυσήμαντοι οιωνοί —άλλος έτσι, άλλος αλλιώς—
κι όλες εκείνες οι διαδόσεις μπλέχτηκαν αλλοιώνοντας τις παραστάσεις μου.

Ποιός τα ’ζησε όλ’ αυτά; Πώς έγιναν; Πώς έληξαν;
Είμαστε τάχα εμείς που τα ζήσαμε; Πριν πόσους αιώνες;
Κι η αγωνία: ένα τίποτα. Κι ο πόνος:
ένα ελάχιστο στίγμα σκοτεινό, μια κουτή μύγα
ασπαίροντας ασήμαντα σ’ ένα πάμφωτο θέρος, και γύρω
επίσημη, αδιάλλακτη, γαλήνια, ανεπηρέαστη
η υπέροχη ακινησία του θανάτου.

Πόσοι βασιλιάδες άλλαξαν από τότε; Πόσες επαναστάσεις έγιναν;
Είχαμε, λέει, και σύντομες περιόδους μιας απίθανης οχλοκρατίας.
Και μια στιγμή γνήσιας δημοκρατίας. Δεν ξέρω.
Θαρρώ πως κάποιον που τον εκτελέσαν, τον ξεθάψαν με τιμές
και τον στήσαν, σκελετό, πάνω στο θρόνο — είχαν στεριώσει
με σύρματα τα οστά του και τον είχαν ντύσει
μ’ ένα μανδύα ολοπόρφυρο — είχαν ραντίσει μ’ ανθόνερο την αίθουσα,
μιλούσαν απ’ τους εξώστες, κανείς δεν καταλάβαινε. Έναν άλλον
τον κηδέψαν μ’ αφάνταστες τιμές — ολόκληρο δάσος μεσίστιες σημαίες,
δεν έμεινε πλατεία ή πάρκο χωρίς το άγαλμά του. Σε λίγο
κάποια μανία τούς κυρίευσε όλους —μήτε καλοθυμάμαι—
χειρονομούσαν, τρέχαν, φώναζαν, σπάζαν τους ανδριάντες του
κι ήταν παράξενο να βλέπεις τους ανθρώπους να πολεμούν με τ’ αγάλματα.
Άλλοι μετέφεραν τη νύχτα κομμάτια απ’ τα μάρμαρα,
τα ’φτιαχναν σκαμνιά ή χτίζαν το τζάκι τους. Βρήκαν
κι έναν στρατιώτη που ’χε κρύψει κάτω απ’ το μαξιλάρι του
το μαρμάρινο χέρι του εκπτώτου με σφιγμένα δάχτυλα
σαν κάτι να ’κρυβε, σαν κάτι να κρατούσε ακόμη απ’ την παλιά εξουσία του
ή από μιαν άλλη — την αιώνια εξουσία του θανάτου. Τί μπορείς να πιστέψεις
μέσα σε τόσες διηγήσεις; Μια άλλη αντίρροπη ανταρσία ξέσπασε,
τα τύμπανα χτυπούσαν όλη νύχτα, τα χαράματα οι σάλπιγγες,
άλλαζαν χρώματα οι σημαίες στα δημόσια μέγαρα,
δεν ήξερες ποιοί έρχονταν, ποιοί έφευγαν,
άλλαζαν οι φρουροί στην πύλη των στρατώνων,
νέοι πάντα, με αδέξιες στολές, κτηνώδεις και ανόητοι,
ωστόσο συμπαθητικοί μες στην ανεύθυνη νεότητά τους,
κι όταν τους φώτιζαν άξαφνα, τη νύχτα,
οι προβολείς των μεγάλων, σκεπασμένων αυτοκινήτων
έβλεπες, στη λεπτή χλωμάδα τους, πως ήταν αθώοι,
πως το μόνο που θέλαν ήταν να κοιμηθούν κι αυτοί με τα ρούχα τους έστω και με τις αρβύλες τους —
κι όταν νυστάζουν οι άνθρωποι είναι τόσο καλοί κι αξιαγάπητοι —
έτσι δεν είναι, νένα; Τους νεκρούς και τους κοιμισμένους
μπορούμε να τους αγαπούμε ελεύθερα — δεν είναι αντίπαλοι πια,
είναι απ’ τα πριν παραδομένοι. Έτσι κι εμείς μπορούμε
χωρίς ταπείνωση να τους παραδοθούμε. Νύσταξες, νένα.

Κάποτε επιστράτεψαν και τους γέρους. Ήταν αστείοι, (θυμάσαι;)
μες στις φαρδιές στολές τους. Τα δυστυχισμένα μάτια τους
κάτω απ’ τα κράνη τους σαν κατσαρίδες
ή σα μικρά, γκρίζα ποντίκια φοβισμένα. Την ίδια νύχτα
παρέδωσαν ομαδικά τον οπλισμό τους στον αντίπαλο
κι αυτός τους χτύπησε στη ράχη φιλικά. Αυτοί χαμογέλασαν
και δέχτηκαν τιμητικές συντάξεις. Από τότε
δεν εμφανίστηκαν πια στην αγορά. Αποτραβήχτηκαν
σε σπίτια εξοχικά με κήπους κι ανάτρεφαν
σκυλιά ή γάτες, κότες, κουνέλια ή καναρίνια·
κάποιος εφρόντιζε έναν πληγωμένο αετό,
κάποιος άλλος αγαθός γεροντάκος τρία γεράκια. Τί τα θέλαν;

Τίποτα δε θυμάμαι πια, δικά μου ή ξένα.
Σα να ’χουν γίνει σ’ έναν άλλο χώρο, έξω απ’ το χρόνο. Σα να μην έγιναν — δεν έγιναν.
Τίποτα πια δεν είναι ξένο ή δικό μου. Απ’ το πολύ που τα σκέφτηκα,
τα ξέχασα όλα, τα διέλυσα ή τα αφομοίωσα — δεν ξέρω.
Ανάμεσα σ’ εμένα και σ’ εκείνα έμπαινε η πρόβλεψη και η πρόγευση
προκαταβολικό γεφύρι —ένα γεφύρι εμπόδιο·—
μια και μπορούσες να περάσεις από πριν, δεν περνούσες,
δεν μπορούσες πια να περάσεις, κι έτσι ποτέ δεν ήξερες στα σίγουρα
αν ήταν στεριωμένο απ’ την άλλη μεριά το γεφύρι,
κι η ιδέα του γεφυριού έμενε πάντα
μια μεταμφίεση δεσμού ή απόστασης,
μια απόδειξη αδοκίμαστη. Ποιός μπορεί να περάσει
πάνω απ’ αυτό; Να πάει πού; Απ’ τη γη στον ουρανό ή αντίστροφα;
Λείπουν ακόμη και τα λόγια. Όλα τ’ αφήσαμε στη μέση,
όλα τ’ αφήσαμε στην τύχη. Κι έγιναν
χωρίς εμάς. Εμείς μείναμε πίσω
μετανιωμένοι ή αμετάνιωτοι — τί σημαίνει;
ταπεινωμένοι ή αλαζόνες — το ίδιο κάνει.

Κάτι μεγάλες, ακατανόητες λέξεις
μπαίναν στο καθημερινό μας λεξιλόγιο. Ποτέ
δεν τις αντίκρισα κατάματα μήτε δοκίμασα να τις αρθρώσω —
σα να ’χαν έρθει ξένοι καταχτητές κι εγώ είχα προφτάσει
να κρυφτώ σε μια κρύπτη μυστική
ανάμεσα στο ταβάνι και στα δοκάρια της στέγης,
με λιγοστές προμήθειες τροφή και νερό. Κι ούτε γνώριζα
τί ν’ απογίναν οι δικοί μου — θα κρύφτηκαν τάχα κάπου κι εκείνοι
ή θα σκοτώθηκαν μέσα στα υπνοδωμάτιά τους ή στις επάλξεις; Φανταζόμουν
τον τελετάρχη πνιγμένον απ’ το κορδόνι της κουρτίνας,
τα δυο χοντρά, μεταξωτά κρόσσια να κρέμονται πάνω στην κοιλιά του
αδέξια κι ανυπόφορα· ή τον αρχιστράτηγο
να τον σέρνουν με τη στολή του ματωμένη στη σκόνη του δρόμου
ενώ τα τζιτζίκια θα φώναζαν δαιμονισμένα, και μια μύγα
θα ’χε κολλήσει επίμονα στ’ αυτί του
σαν παράξενο, χρυσοπράσινο σκουλαρίκι — αυτό το ’βλεπα·
και ποιός τάχα θα πότιζε τα νέα δεντράκια της πλατείας
ή τα λουλούδια του κήπου; — Καλοκαιριάτικα εγκλήματα
μέσα σε μια τρομερή φωτεινότητα, που μου φαινόταν
ακόμη πιο τρομερή καθώς την συλλογιζόμουν μέσ’ απ’ τη σκοτεινή μου κρύπτη —
μια φωτεινότητα που όλα θα τα ’δειχνε
ανελέητα, ασήμαντα, ανύπαρκτα.

Αυτά, όχι τόσο στην αρχή μήτε αργότερα — κάτι ενδιάμεσο·
όλη η φροντίδα μου ήτανε να επιτηρώ τις κινήσεις μου
μη γίνω αντιληπτή, να λογαριάζω κάθε μέρα τις προμήθειές μου
σε μικρότερες δόσεις για μακρύτερο χρόνο. Κι ο χρόνος,
μέσα σ’ αυτή την προσοχή και προφύλαξη, προεκτεινόταν απέραντος,
διέσχιζε το χρόνο, καταργούσε το χρόνο. Μια αόριστη γνώση
ταυτιζόταν σιωπηλά με την αίσθηση, βάθαινε ατέλειωτα, χανόταν·
οι αναμνήσεις διαλύονταν κι έμενε
μονάχα η μνήμη κενή κι ανεμπόδιστη,
λησμονημένη κι αυτή απ’ τις πολλές αναγνωρίσεις,
όπως ο χτύπος δεν ακούγεται πια απ’ τις συχνές επαναλήψεις,
ο σφυγμός, η αναπνοή, το ρολόι —
μια σιωπηλή ομοιομορφία, πλούσια και αδιάφορη
μέσα σε μια ενιαία, κουρασμένη ευτυχία ή δυστυχία.

Ένα μικρό ερπετό στον τοίχο σάλευε αργά με χίλια πόδια
σ’ ένα πρώτο, μοναχικό τοπίο της δημιουργίας
χωρίς σκοπό κι ανάγκη, — μήτε καν για να το δω,
και τ’ ότι το ’βλεπα ήταν κιόλας μια υπόδειξη
πως υπάρχω — μια πρωθύστερη περηφάνια
κι ένας πόνος αλλού, μακρινός· οι φλέβες του ξύλου
είχαν το βάρος μιας άγνωστης αφής, πιότερο βάρος
απ’ όλα τ’ ανόητα γεγονότα. Μια μέρα πέρασα το δάχτυλό μου
μες στον βγαλμένο ρόζο ενός ξύλου· σφηνώθηκε εκεί· δεν προσπάθησα
ν’ αποσπασθώ — είχα ενωθεί με το ξύλο, με το δέντρο, με το δάσος·
στα γόνατά μου φυτρώνανε κιόλας μικρά φύλλα και μίσχοι
κι ήτανε μια γαλήνη μέσα μου. Ώσπου τρόμαξα
μήπως αφανιστώ μες στην απρόσωπη εκείνην ενότητα,
μήπως μου λείψει προπάντων η φωνή (καθώς συμβαίνει μες στους εφιάλτες
ή, καθώς λένε, σαν εκείνες τις γυναίκες που οι θεοί από εύνοια
τις μετέβαλαν σε δέντρα ή τις μαρμάρωσαν σ’ έξοχα αγάλματα
στο χείλος του γκρεμού, να τις γλυτώσουν απ’ την πτώση,
κι η φωνή που δε φώναξαν μένει αιώνια χαραγμένη
απ’ τα νύχια των ποδιών τους ώς τις ρίζες των μαλλιών τους,
μια τεντωμένη, ασώματη «βοήθεια» · — ας μας λείπει τέτοια εύνοια).

Τράβηξα τότε δυνατά το δάχτυλό μου κι ήταν ματωμένο,
κι είχα μια λύπη για το δάχτυλό μου, πέρ’ απ’ τον πόνο —
σαν τελευταίος διαλυμένος αρραβώνας· βγαλμένο
το ξύλινο δαχτυλίδι του δάσους απ’ το χέρι μου —
ακόμη με πονάει· — το ’χες προσέξει, νένα;
Εσύ δεν ξέρεις τί είναι αυτός ο πόνος, κι ας είναι
γδαρμένα όλα τα δάχτυλά σου απ’ την πλύση, απ’ τη σούπα, απ’ τη σκάφη.

Ούτε έμαθες πάλι τη χαρά του ανυπάκοου στη ζωή και στο χρόνο,
εκείνη τη γυμνή χαρά της θελημένης στέρησης,
κείνο το εξαίσιο ψύχος της άρνησης, όταν
αυτά που αρνηθήκαμε κι αυτά που θα δίναμε
μας προσφέρονται ακέρια κι ενωμένα
σ’ έναν ασύλληπτο, ουδέτερο χώρο
κενό και πλήρη, ανεξερεύνητο, ανεξέλεγκτο
ωστόσο υπαρκτό κι απέραντα διάφανο.

Μα πάλι ο ίσκιος του βουνού ήταν παρών μέσα σ’ αυτή τη διαφάνεια
σαν ένας κώνος ανάστροφος, κούφιος, σκαμμένος προς τα μέσα
κι εγώ ήμουν μέσα σ’ αυτόν, ενώ από πάνω μου
έστεκε πάντα ο πέτρινος κώνος του βουνού, και δεν μπορούσα
να τον σκάψω κι αυτόν για να κινούμαι προς τα πάνω
κι ούτε πάλι να βγω να τον ανέβω απέξω
για ν’ ακουμπήσει ο ουρανός στο μάγουλό μου.

Κι αν πεις πια για χρονολογίες — τίποτα· είχα ξεχάσει
ώς και το νούμερο του σπιτιού και του τηλεφώνου,
χώρια που κι αν το θυμόμουνα θα ’χαν αλλάξει με τα χρόνια
η αρίθμηση, η ρυμοτομία, το σχήμα, η φυσιογνωμία του τοπίου, ο τηλεφωνικός κατάλογος,
κι αναρωτιόμουν κάποτε πώς θα ’μουν κι η ίδια έξω απ’ το σπίτι
γι’ αυτούς που θα μ’ έβλεπαν μέσ’ απ’ το σπίτι — εγώ
που δε βγήκα απ’ το σπίτι κι ούτε είδα κανέναν — δεν κοίταξα
έξω απ’ το σπίτι. Και κοιτάχτηκα
μες σ’ ένα κύπελλο νερό να δω το πρόσωπό μου,
προπάντων το στόμα μου, γιατί είχα την εντύπωση
πως είχαν φαγωθεί τα χείλη μου κι απόμεναν
ολόγυμνες οι δυο μου σιαγόνες. Δεν διέκρινα τίποτα.
Κι αυτό το λίγο νερό μέσα στο κύπελλο
ήταν μια μαύρη οπή πάνω στο πρόσωπό μου.

Μα λέω πως κι έτσι πάλι αν ερχόμουν από την κύρια είσοδο
κάτω απ’ τα δυο αποκεφαλισμένα λιοντάρια, μπορεί να μ’ αναγνώριζε
το γέρικο σκυλί απ’ αυτή μου την κίνηση της απόσπασης
ή κι απ’ τη μυρωδιά του σκισμένου μου φορέματος —
γιατί πάντοτε το ύφασμα κρατάει το χνότο του σπιτιού
και τις ανταύγειες απ’ τις στάσεις όλων των θανάτων, (λένε
πως τα σκυλιά έχουν λεπτότατη όσφρηση). Τότε θα του ’δινα το τελευταίο νερό μου
και θα ’μουν έτοιμη, μ’ ένα ύστατο χαμόγελο στο στόμα,
σαν το χρυσό και δίκαιο οβολό στα δόντια του νεκρού για τα πορθμεία.

Ίσως κι εσύ να μ’ αναγνώριζες —έτσι δεν είναι;—
απ’ τη σπασμένη σκιά μου στις πλάκες της αυλής,
απ’ το κύρτωμα της ράχης μου που βάσταξε
τόσα χρόνια περήφανα τον όγκο του βουνού, ή ακόμη
κι απ’ τις μικρές ρυτίδες της συμπάθειας προς το ίδιο μου το βάσανο
γύρω απ’ τα μάτια μου, σαν ένας λεπτεπίλεπτος στρατός,
ελάχιστοι πιστοί φρουροί τριγύρω
απ’ τον καταλυμένο πύργο· — ναι, θα μ’ αναγνώριζες,
απ’ το ύφος της γενιάς μου, απ’ το βλέμμα
που δε σκύβει ποτέ, που δεν καρφώνεται
στα πρόσωπα και στ’ αντικείμενα, μα βηματίζει
κατευθείαν μπροστά, μοναχικό, πέντε μέτρα πιο πάνω απ’ τα κράνη
του παρατεταγμένου εκτελεστικού αποσπάσματος· θα μ’ αναγνώριζες,
καλή μου νένα, βασανισμένη μου, που τίποτα
ποτέ σου δεν κατάλαβες και που όλα τα νιώθεις
με τα γδαρμένα, νεκρά δάχτυλά σου, και με τα νύχια σου ακόμα.

Θυμάσαι, αλήθεια, τον παλιό κιθαρωδό; Τα δάχτυλά του
διάφανα, φωτεινά, μακριά, (μοιάζαν με τα δικά μου)
άγγιζαν τις χορδές, έφευγαν με τους ήχους,
όλα τα εγγίζαν κι έμεναν εκείνα ανέγγιχτα,
προσβλητικά, φρικιαστικά, σα να ’γδυναν εύκολα
μιαν υπεροπτική γυναίκα και την παρατούσαν έτσι
γυμνή, γονατισμένη, με τα μαλλιά της
χυμένα μαύρο ποτάμι στο χώμα. Ολότελα αντίθετα
τα δάχτυλα των κτιστών, όταν έχτιζαν
τη δεξιά πτέρυγα του σπιτιού ή αργότερα
όταν έχτιζαν τον τάφο του πατέρα ή της μητέρας — είχαν μια δύναμη
τα δάχτυλά τους· ό,τι έπιαναν γινόταν δικό τους,
χτίζονταν οι ίδιοι με την πέτρα, ή μάλλον
ό,τι έχτιζαν χτιζόταν πάνω τους και μεγάλωνε ο όγκος τους —
καθένας τους μια ολόκληρη πολιτεία οχυρωμένη
με τα κάστρα της — ελεύθερη κι απόρθητη, λέω. Όταν σκολούσαν
και πλένονταν λιοκαμένοι, ανεπιτήδευτοι, άγριοι,
στο σιντριβάνι του κήπου, αφουγκραζόμουν τα μαύρα μαλλιά τους
να στάζουν στο μάρμαρο, σα να κατάβρεχαν κάπου,
με το γέρμα μιας θερινής ημέρας, τους ζεστούς δρόμους
ενός απέραντου χώρου μια εμποροπανήγυρης
με χιλιάδες άλογα, βόδια, σταμνιά, βιολιά, καλάθια,
χάρτινες σημαιούλες, λατέρνες, σταφύλια, λεμονάδες και ατσίγγανους.

Τα δάχτυλα πάλι του νέου ιπποκόμου —τον θυμάσαι;—
δάχτυλα επιδέξια και τραχιά. Ένα καλοκαίρι
έβαλε την παλάμη του και πάτησα ν’ ανέβω στ’ άλογο
όπως έκανε κι ο προηγούμενος που γέρασε· — μια ζέστη
φαρδιά και στέρεη σαν πυρωμένο σίδερο
διαπέρασε το σάνδαλό μου, μου ’καψε το πέλμα. Όλη μέρα
κάλπαζα κάτω στον κάμπο. Ήρθα αργά. Με κυνηγούσε
εκείνη η μολυσμένη, ζωώδης ζέστη και τα μάτια του ιπποκόμου
μεγάλα, πράα, υπάκουα και τόσο δυνατά
όσο ακριβώς κι υπάκουα — μια δύναμη εχθρική (το διέκρινα),
γεμάτη αυτοπεποίθηση κι ίσως με κάποια περιφρόνηση
για τη δική μου περήφανη ελαφρότητα. Κάλπαζα·
ένα κλαδί με βίτσισε στο πρόσωπο· λίγο πιο κάτω
πέταξα τα σανδάλια μου.
Κείνο το καλοκαίρι
ήταν βαρύ —το πιο ανυπόφορο της ζωής μου—
τρομερές ζέστες, άστραφτε ο κάμπος εκτυφλωτικός, στρωμένος
με σπασμένα γυαλιά· μια οργή και μια κουφόβραση,
ελονοσία, εφιάλτες, αϋπνίες —
όλη νύχτα ακουγόντανε οι οπλές των αλόγων στις πέτρες,
τα μεσάνυχτα οι φρουροί κυνηγούσαν τις γάτες, τις σκότωναν
με ραβδιά, με κλωτσιές ή με τα ακόντια·
όλη τη μέρα οι μύγες, το βράδυ τα κουνούπια
κρύβοντας μ’ ένα δίχτυ μαύρο και πυκνό το βυσσινί ηλιοβασίλεμα
κι οι ακρίδες στ’ αμπέλια· διώξανε και τον ιπποκόμο·
όλοι ονειρεύονταν σα διέξοδο έναν πόλεμο — σε λίγο ξέσπασε,
ερήμωσε η χώρα απ’ τους άντρες· το σιντριβάνι του κήπου
φάνηκε τότε μονομιάς σαν ένας γυάλινος πύργος ακατοίκητος
αστράφτοντας από μια δροσερή, ανεξήγητη κι άσκοπη ελευθερία.

Κείνο το καλοκαίρι πύρωναν τα κοσμήματα
στο λαιμό και στα χέρια· —εσύ δεν ξέρεις— ποτέ σου δε φόρεσες·
— δε σ’ αρέσανε, νένα; ή μήπως τάχα δεν είχες; —
δε μου το ‘πες ποτέ — μπορούσα να σου δώσω· — η βέρα σου μονάχα
σιδερένια, κατάμαυρη — τί τη φυλάς ακόμη;
— μήπως το σίδερο άραγες είναι πιο δροσερό; — ένα κυκλικό ρυάκι
τριγύρω στο ξερό δάχτυλό σου; Εγώ τα πέταξα όλ’ αυτά σε μια κασέλα —
ετούτο το βραχιόλι της προμάμμης μου κράτησα μόνο·
το ’μαθα πια, δε με βαραίνει. Απ’ τ’ άλλα αποδεσμεύτηκα.

Ούτε ένα δαχτυλίδι δε στέριωσε στο δάχτυλό μου —
ήταν ο φόβος τάχα της σκλαβιάς; Ήταν ο φόβος
μη δω πιο πολύ τη μοναξιά μου, δίπλα
σε μιαν άλλη, παράλληλη, κλειστή μοναξιά; Διατήρησα βέβαια
την παρθενιά της ψυχής και του σώματος, μια παρθενιά μαραμένη,
στεγνή και στυφή να γκρινιάζει σαν παλιά σαρακοφαγωμένη πόρτα
στους σκουριασμένους ρεζέδες της, στο πάνω κάστρο, τις νύχτες με τον άνεμο —
μια κακιά βεβαιότητα αχρείαστης ασφάλειας
όταν πια δεν υπάρχει φίλος ή εχθρός να κάνει έφοδο,
κι οι φύλακες έχουν πεθάνει από καιρό στα καραούλια
με τις στολές τους, τα όπλα τους, τα κράνη τους· και κάποιοι μάλιστα
ορθοί, ακουμπισμένοι στα κυκλώπεια τείχη με δυο τρύπες για μάτια
όπου σφυρίζει το χειμώνα ο αέρας, και την άνοιξη
ξεπετιούνται από κει μέσα τσουκνίδες ή κάτι χαμομήλια.

Ένα ανοιξιάτικο σούρουπο, συνάντησα στο πάνω κάστρο
έναν νεκρό πολέμαρχο, λιωμένον,
με δυο παπαρούνες για μάτια.
Μη σηκώνεσαι, νένα.
Κάτσε πιο μέσα στο σκαμνί· περιττή πια κάθε προφύλαξη·
κι οι διακρίσεις των τάξεων γελοίες. Είμαι βέβαιη
πως κι εσύ τους αντίκρισες έτσι. Κάθε φορά που γυρνούν τα χελιδόνια,
σα μαύρα τόξα, τυφλά, ακοντισμένα στο φως και στον αέρα
από αόρατους, νεκρούς στρατιώτες, εκεί δεν πηγαίνει το μυαλό σου κι εσένα;

Εσύ, βέβαια, θα κέρδισες μιαν αλλιώτικη πείρα.
Εσύ έχεις ζήσει, έχεις δουλέψει —μπερδεύτηκες στα πράματα και στα εργαλεία—
δεν είχες καιρό να σκεφτείς — γλίτωσες απ’ τη γνώση·
φύτευες άλλοτε δέντρα, γευόσουν τους καρπούς, δεν έμαθες
τί είναι το δέντρο, πώς είναι ένα δέντρο
γυμνό, σ’ ένα πρωινό χειμωνιάτικο, με τα κλαδιά του
απλωμένα στο γκρίζο σαν τις στεγνές, γδαρμένες φλέβες του κόσμου,
έρημες, απροκάλυπτες και γραφικές μαζί, — δεν είδες.
Εσύ έζησες, εγέννησες παιδιά· σου σκοτώθηκαν,
άλλα στα μεταλλεία ή στα νταμάρια ή στους πολέμους — κάτι άκουσα.
Μα τί ’ναι ο πόνος ο δικός σου μπρος στη δική μου στέρηση,
μπρος στη δική μου προφύλαξη απ’ τον πόνο και την αμαρτία,
μπρος στη δική μου τάξη κι ακαμψία, μπρος στην τυραννία
που εμπόδιζε τη χαρά και τον πόνο; Εσύ δεν ξέρεις.
Όμως το θάνατο τον ξέρεις. Είδες κι εσύ τους νεκρούς μου.
Ίσως και να ’δες ολόκληρο το θάνατο στρωμένον σα σεντόνι στο κρεβάτι σου.

Όχι, δε θέλω να το ομολογήσεις — μήτε σε ρωτώ. Κι εσύ παράτησες το ασβέστωμα
της αυλής και των δέντρων. Το άκουσες απ’ τα μέσα του σοβά το τρίξιμο,
το τρίξιμο του ξύλου και της πέτρας. Μόνο, σε παρακαλώ,
κρατήσου λίγο ακόμα, κρατήσου, μη φύγεις,
κρατήσου καλά απ’ τα κάγκελα του κρεβατιού σου,
κρατήσου απ’ τα μαχαιροπίρουνα, απ’ τα χερούλια του μπουφέ, των συρταριών, της ντουλάπας,
κρατήσου απ’ τα λουκέτα της αποθήκης — μη φύγεις νωρίτερα από μένα,
γιατί όσο κι αν αλλιώς μοιραστήκαμε τους ίσκιους και τους ήχους των πραγμάτων,
το ύφος της αντηλιάς και του παράθυρου στα τζάμια της βιβλιοθήκης
ή τα βιβλία που εσύ τα ξεσκόνιζες κι εγώ τα διάβαζα
ή το τρίχωμα απ’ τον ίσκιο του βουνού που σκέπαζε
τις γωνιές των δωματίων και τις πιο λείες ακόμη και πλατιές επιφάνειες της μέρας,
ωστόσο ζήσαμε κι οι δυο μας ανάμεσα
στα ίδια πράγματα —στα ίδια, ναι,— με το ίδιο όνομα.

Μια φορά βρήκα ένα φτερό απ’ το ξεσκονιστήρι σου
μέσα σ’ ένα βιβλίο μου, και μια στιγμή φαντάστηκα
πως ήταν από κάποιο μυστηριακό πουλί που πέρασε ψηλά στη νύχτα
και μου ’ριξε ένα πούπουλο σαν μήνυμα· όμως σε λίγο κατάλαβα
πως ήταν απ’ το ξεσκονιστήρι σου —γνώρισα τα χρώματα—
κι ας μην το ’χα ποτέ μου προσέξει.
Μήπως κι αυτό δεν είναι ένα καλό, σπιτίσιο πουλί,
πιστό στα χέρια σου; — τίποτα δε ζητάει, δεν κελαηδάει
(η σιωπή είναι πάντοτε πιο εκφραστική), όλα τα δίνει,
ωστόσο γερνάει κι αυτό και μαδάει. Εσύ, το ξέρω,
προτιμούσες τα καναρίνια (πάνε κι αυτά)· — είχα προσέξει τη στοργή σου
στην έγνοια σου για το νερό τους, για το κανναβούρι τους,
όταν τους έπλενες το φλιτζανάκι τους,
όταν τους έξαινες το μαλλί στις ώρες του έρωτά τους·
όταν μια μέρα κύλησε ένα αυγό τους κι έσπασε στα πλακάκια
είδα μέσα στα μάτια σου σα να γκρεμίστηκε μια λευκή θόλος
αρχαίας ελληνικής λατρείας. Είχες κι εσύ τους θανάτους σου,
κι όλοι οι θάνατοι (κι οι πιο διαφορετικοί) μοιάζουν μεταξύ τους,
κι εκεί έχουμε ασφαλώς συναντηθεί. Γι’ αυτό σου λέω
μη φύγεις πριν από μένα. Ποιός θα με κοιτάξει;
Ποιός θα μου βάλει τη μασέλα μου, μη και με δούνε
στην τελευταία μου ώρα μ’ άδειο στόμα σαν μια μάταιη τρύπα
προδοτική, που χάσκει λαίμαργη στην πάγχρυση μέρα;
(έτσι θα φανταστούνε: λαίμαργη) — δε θέλω. Ποιός θα μου βάλει
το επίσημο, άσπρο φόρεμά μου που προορίζονταν για ταπεινούς υμέναιους
κι εγώ το φύλαξα άσπιλο, μόνη μου, για το θάνατο. Μη φύγεις,
κάνε μου αυτή την τελευταία χάρη, νένα.

Πέρασαν πια τα τρομερά καλοκαίρια. Όπου να ’ναι
θα μας αφήσει και το φθινόπωρο. Φτάνει ο χειμώνας. Μη φοβάσαι.
Η πιο καλή εποχή του χρόνου είναι ο χειμώνας —τί καλά—
μια γενική συστολή, μια επιστροφή στο κέντρο του εαυτού μας,
συγκέντρωση, πύκνωση και σμίκρυνση
ώς την πλήρη εξαφάνιση του σπόρου μες στη μοίρα του ψύχους,
ένας ήρεμος θάνατος αυτεπίγνωστος —
οι παγωμένες ρίζες των δέντρων αδιάφορα μπλεγμένες
με τα μαλλιά των νεκρών. Τα ωραία λαγήνια
ψύχραιμα, διακοσμητικά, σε μια ψυχρή παράταξη —
τα βλέπεις άχρηστα, επειδή δε διψάς,
γι’ αυτό ακριβώς τα βλέπεις, ανεξάρτητα από σένα
αν και φτιαγμένα από σένα, μες στο δικό τους σχήμα,
πιο πέρα απ’ την ανάγκη μας. Κι εμείς ανεξάρτητοι.

Όμως και πάλι το φαΐ κι η φωτιά; Δε θέλω να ξέρω.
Χύσε το λάδι και το αλεύρι. Μην ανάψεις πια φωτιά.
Μην ανάψεις τους λύχνους. Άσε το κρύο
να μας πολιορκήσει, να κυριεύσει επιτέλους ελεύθερο το σπίτι,
να καθίσει σταυροπόδι στις καρέκλες. Βλέπω κιόλας το κρύο
να κάθεται σαν αφέντης στο δικό μου τραπέζι,
να δένει στο λαιμό του μια λευκή, κολλαρισμένη πετσέτα
και να μασάει με βουλιμία την τροφή μας, ακόμη και την πείνα μας.
Κι η γάτα, που νομίζαμε πως είχε χαθεί, έχει πεθάνει
κάτω απ’ τον καναπέ· — κοίτα την ψόφια ουρά της
σαν ένα μαύρο, παγωμένο αγκίστρι που τραβάει
όλο το σπίτι στο θάνατο. Μην τρομάζεις, νένα.

Ετοίμασε τώρα τις κάσες μας, το τελευταίο νοικοκυριό μας —
από αύριο μπορεί να κοιμόμαστε μέσα στα φέρετρά μας
σαν μέσα στο καλύτερο αμάξι μου — πρέπει να ’μαστε έτοιμες·
κάποιος μπορεί να βρεθεί να ειδοποιήσει —
ίσως αντιληφθούν κάποιοι διαβάτες
από τη μυρουδιά. Θα καταλάβουν ποιά είμαι
απ’ το φαρδύ βραχιόλι μου με τους εννιά σαπφείρους
κι απ’ τη βασιλική κοψιά του σαγονιού μου — όχι, βέβαια,
απ’ το καμπύλο του μετώπου μου· — τέτοια δεν τα καταλαβαίνουν.
Κι αν όχι τίποτ’ άλλο, πάνω μου
θα στέκει το υψηλό βουνό, ενδεικτικό κι αγέρωχο,
άξιο μνημείο της αθάνατης γενιάς μου. Δε χρειάζομαι άλλο.

Νένα, πού πας; Κι εσύ μ’ αφήνεις; Τί άκαμπτη που έγινες.
Θυμήθηκες λοιπόν την ταπεινή καταγωγή σου; Πηγαίνεις με κείνους;
Τα μάτια σου είναι στρογγυλά και τρομερά. Τί βλέπουν
που εγώ δεν μπορώ να δω; Μη μου κρατάς ακόμη κάκια
που κάποτε σε χτύπησα με τη σκούπα σου; Το ξέρεις
ήμουνα μια δυστυχισμένη. Στάσου, νένα. Στάσου. Στάσου.

(Η Τροφός βγήκε απ’ την πόρτα αλύγιστη σαν αρχαία μοίρα, ή σαν ένας πήλινος, τρομερός υπνοβάτης, σα να μην δούλευαν πια οι κλειδώσεις της για κανένα σκύψιμο. Τα βήματά της, καθώς κατέβαινε τη σκάλα, αντήχησαν στέρεα κα βαρύγδουπα στ’ αδειανό σπίτι, στα πιθάρια των υπογείων και του προαύλιου, κι ύστερα ακούστηκαν έξω στο δρόμο, μέσα σ’ όλη τη νύχτα, σα να ξεκινούσε μέσ’ απ’ τους αιώνες ένας απέραντος, ακαταδάμαστος στρατός. Η Άλλη φώναξε ακόμη μια φορά "στάσου", — μια κραυγή σαν μίμηση μιας άμετρης αγωνίας, έτρεξε, σκόνταψε πάνω στο φέρετρό της, που ήταν τοποθετημένο αριστερά στην πόρτα, έπεσε κι έμεινε εκεί. Ο λύχνος έσβησε μόνος του κι ακούστηκε απ’ το βουνό πιο ευδιάκριτα η φωνή της κουκουβάγιας. Σε μια βδομάδα, κάποιος διαβάτης, γυρίζοντας σ’ αυτή την ερειπωμένη πολιτεία, όλο τεράστιες πελασγικές πέτρες, γυμνά θεμέλια, συντριμμένες κολόνες, γυμναστήρια, λουτρά, θέατρα, τάφους, —όπως π.χ. στην Επίδαυρο, στους Δελφούς ή στις Μυκήνες— όπου ο μεσημεριάτικος αέρας σφύριζε ανάμεσα στα μάρμαρα και στα ψηλά, ξερά αγκάθια, κατάλαβε, όντως, απ’ τη μυρουδιά. Μαζεύτηκαν και μερικοί άλλοι που ’χαν κατέβει από ’να καινούριο εκδρομικό λεωφορείο, την τύλιξαν μ’ έναν πορφυρό, λιωμένον τάπητα και την έριξαν σ’ έναν πρόχειρο τάφο. Έκλειναν τα ρουθούνια τους. Χιλιάδες μύγες είχαν συναχτεί. Το χρυσό βραχιόλι της με τους εννιά σαπφείρους το κατέθεσαν στο Μουσείο. Άξαφνα πύκνωσαν τα σύννεφα κι άρχισε ν’ αστράφτει στην κορυφή του Τρητού. Σε λίγο ξέσπασε μια κατακλυσμιαία βροχή. Χώθηκαν βιαστικά στο λεωφορείο κι έφυγαν νιώθοντας ευχάριστα τη φαρδιά μυρωδιά της μουσκεμένης γης, της πέτρας και των δέντρων, σα να ξεπλένονταν ο κόσμος από κάποιο πανάρχαιο μίασμα).

ΜΥΚΗΝΕΣ, Μάης 1960

Γιάννης Ρίτσος. 1962. Κάτω απ’ τον ίσκιο του βουνού. Αθήνα: Κέδρος. Και στον συγκεντρωτικό τόμο: Γιάννης Ρίτσος. [1972] 2009. Ποιήματα ΣΤ΄: Τέταρτη διάσταση (1956–1972). 25η έκδ. Αθήνα: Κέδρος.